Το σχολείο του χθες και τα παιδιά του αύριο

Το σχολείο του χθες και τα παιδιά του αύριο
Γιώργος Καρανάσιος

Τα σχολεία ανοίγουν και πάλι τις πόρτες τους. Οι αυλές γεμίζουν παιδικές φωνές, οι τάξεις ξαναζωντανεύουν και μια ακόμη σχολική χρονιά αρχίζει.
Στα παιδιά που επιστρέφουν στα θρανία, στους εκπαιδευτικούς που θα σταθούν και πάλι απέναντί τους και στους γονείς που αγωνιούν για το μέλλον τους, μια ευχή: Καλή σχολική χρονιά!
Μακάρι αυτή η χρονιά να είναι όχι μόνο μια χρονιά μαθημάτων και εξετάσεων, αλλά μια χρονιά γνώσης, δημιουργίας, σκέψης και ουσιαστικής Παιδείας.
Γιατί υπάρχει κάτι βαθιά παράλογο στην ελληνική εκπαίδευση: τα παιδιά που προετοιμάζουμε για το μέλλον εκπαιδεύονται ακόμη με όρους του παρελθόντος.
Ο κόσμος γύρω τους αλλάζει με ταχύτητα που δύσκολα προλαβαίνουμε να παρακολουθήσουμε. Η τεχνητή νοημοσύνη γράφει, μεταφράζει, υπολογίζει, αναλύει, δημιουργεί. Επαγγέλματα αλλάζουν, άλλα εξαφανίζονται και καινούργια εμφανίζονται. Η γνώση είναι πλέον διαθέσιμη παντού και σχεδόν ακαριαία.
Και εμείς;
Εμείς ακόμη επιμένουμε να θεωρούμε επιτυχία το παιδί που θυμάται περισσότερες σελίδες, γράφει καλά στις εξετάσεις και συγκεντρώνει περισσότερα μόρια.
Σαν να ετοιμάζουμε παιδιά για έναν κόσμο που έχει ήδη τελειώσει.
Το ελληνικό σχολείο εξακολουθεί, σε μεγάλο βαθμό, να λειτουργεί ως μηχανή μετάδοσης και αναπαραγωγής πληροφοριών.
Ο μαθητής μαθαίνει τι πρέπει να γράψει, όχι πάντα γιατί πρέπει να το γράψει. Μαθαίνει τη «σωστή απάντηση», αλλά όχι πάντοτε πώς να θέτει τη σωστή ερώτηση. Αποστηθίζει, εξετάζεται, βαθμολογείται και προχωρά.
Ύστερα απορούμε γιατί δυσκολεύεται να σκεφτεί κριτικά.
Ακόμη και όταν μιλάμε για «ψηφιακό σχολείο», συχνά εννοούμε ηλεκτρονικά βιβλία, εφαρμογές, πλατφόρμες, βαθμολογίες στο κινητό και ψηφιακές υπηρεσίες. Χρήσιμα όλα αυτά. Αλλά ψηφιακό σχολείο δεν σημαίνει να βάλεις οθόνες πάνω στο παλιό σχολείο.
Αν το ίδιο παλιό μάθημα περάσει από τον πίνακα στην οθόνη, δεν έγινε επανάσταση. Έγινε ψηφιοποίηση της στασιμότητας.
Και τώρα ήρθε η τεχνητή νοημοσύνη να μας αποκαλύψει ακόμη πιο καθαρά το πρόβλημα.
Αν μια μηχανή μπορεί να απομνημονεύσει περισσότερα από έναν μαθητή, να γράψει καλύτερα από έναν φοιτητή και να δώσει απάντηση σε δευτερόλεπτα, τότε ποιο ακριβώς είναι το νόημα ενός σχολείου που εξακολουθεί να επιβραβεύει κυρίως την απομνημόνευση;
Δεν χρειαζόμαστε λιγότερη γνώση. Χρειαζόμαστε περισσότερη ουσιαστική γνώση. Χρειαζόμαστε ανθρώπους που μπορούν να ξεχωρίζουν το σωστό από το λάθος, την πληροφορία από την ανοησία, την αλήθεια από τη χειραγώγηση.
Να ερευνούν, να αμφισβητούν, να τεκμηριώνουν, να συνθέτουν και να σκέφτονται.
Γιατί η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να δώσει απαντήσεις.
Δεν μπορεί να αναλάβει την ευθύνη για το αν η ερώτηση που κάναμε άξιζε να τεθεί.
Εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αποτυχία μας. Τα παιδιά δεν είναι απαραίτητα «χειρότερα» από τις προηγούμενες γενιές. Είναι παιδιά μιας διαφορετικής εποχής. Τους δώσαμε έναν κόσμο γεμάτο οθόνες, αλγόριθμους, πληροφορίες, ταχύτητα και διαρκή περισπασμό και ύστερα τους κατηγορούμε επειδή δεν συγκεντρώνονται πάνω σε ένα βιβλίο.
Τους μάθαμε να κυνηγούν βαθμούς και μετά απορούμε γιατί κυνηγούν μόνο το αποτέλεσμα.
Τους μάθαμε ότι επιτυχία είναι το πτυχίο και μετά παραπονιόμαστε επειδή δεν ξέρουν τι να κάνουν με αυτό.
Τους μάθαμε να φοβούνται το λάθος και μετά ζητάμε από αυτούς δημιουργικότητα.
Υπάρχει και η άλλη μεγάλη παρεξήγηση: οι γονείς.
Πολλοί συμβουλεύουν τα παιδιά τους με βάση έναν κόσμο που γνώρισαν πριν από δύο ή τρεις δεκαετίες. Τότε το πτυχίο μπορούσε να σημαίνει σχεδόν ευθεία διαδρομή προς ένα επάγγελμα. Σήμερα η διαδρομή είναι πολύ πιο αβέβαιη.
Η επαγγελματική ζωή των νέων θα απαιτήσει διαρκή μάθηση, αλλαγές, προσαρμογή και πιθανότατα περισσότερες από μία επαγγελματικές ταυτότητες.
Και όμως, ακόμη τους λέμε:
«Πάρε ένα πτυχίο να έχεις ένα χαρτί».
Ένα χαρτί για έναν κόσμο που ζητά δεξιότητες, κρίση, δημιουργικότητα και διαρκή προσαρμογή.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται και το πανεπιστήμιο, ο τρίτος κρίκος της αλυσίδας.
Το σχολείο προετοιμάζει για τις Πανελλαδικές. Οι Πανελλαδικές για την εισαγωγή στο πανεπιστήμιο. Το πανεπιστήμιο, σε αρκετές περιπτώσεις, συνεχίζει να διδάσκει με προγράμματα που δεν έχουν προλάβει να προσαρμοστούν στις πραγματικές ανάγκες της εποχής.
Έτσι δημιουργείται ένας εκπαιδευτικός παραλογισμός:
το σχολείο κυνηγά τις εξετάσεις, το πανεπιστήμιο κυνηγά την ύλη και η αγορά εργασίας κυνηγά ανθρώπους που ξέρουν να κάνουν πράγματα. Και στη μέση βρίσκεται ο νέος. Μ’ ένα πτυχίο στο χέρι και ένα τεράστιο ερωτηματικό στο κεφάλι.
Δεν είναι περίεργο, λοιπόν, που η νέα γενιά εμφανίζει αβεβαιότητα. Δεν είναι δικό της αποκλειστικά το πρόβλημα. Είναι και το αποτέλεσμα ενός συστήματος που δεν αποφάσισε ποτέ τι πολίτη θέλει να διαμορφώσει.
Θέλει υπάκουο μαθητή ή ελεύθερο άνθρωπο;
Θέλει άριστο εξεταζόμενο ή σκεπτόμενο πολίτη;
Θέλει υπάλληλο με προσόντα ή άνθρωπο με κρίση, δημιουργικότητα, ήθος και προσαρμοστικότητα;
Αυτά δεν είναι φιλολογικά ερωτήματα. Είναι το κεντρικό ζήτημα της Παιδείας.
Γιατί η εκπαίδευση δεν μπορεί να περιορίζεται στην παραγωγή εργαζομένων. Πρέπει να παράγει ανθρώπους.
Αν δεν μάθει το παιδί να διαβάζει πραγματικά, να αγαπά τη λογοτεχνία, να κατανοεί την Ιστορία, να αντιλαμβάνεται την επιστήμη, να συνομιλεί με την τέχνη, να σκέφτεται πολιτικά χωρίς κομματικές παρωπίδες και να χρησιμοποιεί την τεχνολογία χωρίς να γίνεται υπηρέτης της, τότε μπορούμε να του δώσουμε όσες ψηφιακές πλατφόρμες και όσα πτυχία θέλουμε. Θα έχουμε απλώς εκσυγχρονίσει την επιφάνεια της αμορφωσιάς.
Το σχολείο του μέλλοντος δεν χρειάζεται να γίνει εργαστήριο τεχνολογίας. Χρειάζεται να ξαναγίνει χώρος σκέψης.
Να μάθει το παιδί να ρωτά πριν απαντήσει. Να αμφιβάλλει πριν πιστέψει. Να διαβάζει πριν σχολιάσει. Να ελέγχει πριν αναπαράγει. Να συνεργάζεται πριν ανταγωνιστεί. Να δημιουργεί πριν καταναλώσει.
Κυρίως να καταλάβει κάτι που δεν διδάσκεται εύκολα με εξετάσεις:
ότι η μόρφωση δεν τελειώνει όταν πάρεις το πτυχίο. Εκεί, κανονικά, αρχίζει.
Τα παιδιά μας δεν χρειάζονται ένα σχολείο που θα τους μάθει μόνο πώς να επιβιώσουν στις Πανελλαδικές. Χρειάζονται ένα σχολείο που θα τους μάθει πώς να επιβιώσουν στον αιώνα που έρχεται.
Εμείς, όμως, συνεχίζουμε να τους δίνουμε οδικούς χάρτες για έναν κόσμο που δεν υπάρχει. Και μετά απορούμε γιατί χάνονται.
Υ.Γ.1. Για ποια ποιότητα εκπαίδευσης μιλάμε, όταν τα σχολεία ανοίγουν κάθε χρόνο με κενά;
Για ποια ποιότητα εκπαίδευσης μιλάμε, όταν η εύρεση στέγης αποτελεί τεράστιο μαρτύριο, κυρίως για νεοδιόριστους και αναπληρωτές εκπαιδευτικούς, οι οποίοι καλούνται να υπηρετήσουν μακριά από τον τόπο τους και να πληρώσουν υπέρογκα ποσά για ένα σπίτι στην περιοχή διορισμού τους;
Πώς μπορεί ένας εκπαιδευτικός με έναν περιορισμένο μισθό να ανταποκριθεί σε ενοίκια που σε πολλές περιοχές έχουν γίνει απαγορευτικά;
Μιλάμε για σχολείο του μέλλοντος, αλλά αφήνουμε τον εκπαιδευτικό να ψάχνει πρώτα πού θα κοιμηθεί και μετά πώς θα διδάξει.
Υ.Γ.2. Και μέσα σε όλα αυτά, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια. Το υπουργείο Παιδείας έδωσε εκ νέου άδεια σε ιδρύματα που είχαν απορριφθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας για ζητήματα νομιμότητας.
Αν η Παιδεία θέλει πραγματικά να κοιτάξει μπροστά, ας ξεκινήσει από κάτι απλό:
να αποφασίσει επιτέλους αν θέλει να αλλάξει το σχολείο ή απλώς να αλλάξει την εικόνα του.
Καλή σχολική χρονιά!