Οι περισσότεροι άνθρωποι γεννιούνται Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου όμως, ντεμπουτάρισε στη ζωή σαν θεατρίνα

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Δασκάλα, ηθοποιός, ποιήτρια, στιχουργός –η πρώτη και η μεγαλύτερη γυναίκα στιχουργός, στο λαϊκό τραγούδι– μια περσόνα εξαιρετική, μυθιστορηματική. Η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου. Μια ζωή με πάθη, με λάθη, τραγωδίες και θριάμβους. Και υπέροχες, μικρές στιγμές.

O θρύλος λέει –ή τουλάχιστον έτσι το κατέγραψε στην βιογραφία της η εγγονή της Ρέα Μανέλη– πως η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου ήταν υιοθετημένη, με κάποιου είδους «ρητή συμφωνία», ανάμεσα στη θετή και την πραγματική της μάνα «Θ’αφήσω το παιδί την τάδε ώρα στην πόρτα, έχε το νου σου…». Την άλλη μέρα το πρωί, όταν η μητέρα της, η κόνα Μαριόγκα Οικονόμου (ή Χατζηγιωργή, όπως άλλαξε το όνομά της, όταν ο άντρας της, Γεώργιος Οικονόμου, μεγαλέμπορας, απέκτησε τον τίτλο του Χατζή), άνοιξε την πόρτα, έβαλε τις φωνές: «Αχ ένα μωρό είναι στην πόρτα μας, η ευτυχία μπήκε στο σπίτι μας…».

Οι περισσότεροι άνθρωποι γεννιούνται – η Ευτυχία, όμως, «ντεμπουτάρισε» στη ζωή σαν θεατρίνα. Κάνοντας γκράντε είσοδο…

Ήταν έξυπνη, ατίθαση, ζωηρή προσωπικότητα. Από παιδί, λένε, της άρεσε να μιλάει με ρίμες (Της ζήταγαν να κάνει κάτι κι αυτή τους απαντούσε με ομοιοκαταληξία. «Ευτυχία, δώσε μου ένα νερό σε παρακαλώ…» «Θα δω αν μπορώ… Α, στο καλό»). Πανέξυπνη, είχε μια αστείρευτη δίψα για μάθηση –στο σχολείο «πηδούσε» τις τάξεις δυo δυo.

Στα δεκάξι της είχε κιόλας τελειώσει, ενώ στα 18 πήρε και το δίπλωμα της δασκάλας. Λάτρευε τον πατέρα της. Όταν τον έχασε –μικρή ακόμα, στην εφηβεία– της στοίχισε πολύ. Από τότε, την έπιασε μια τρέλα με το πούλημα, με το πάρε-δώσε. «Μανία» την έλεγε η ίδια. Από αντίδραση; Για να περιγελάσει το θάνατο; Τη φθορά; Πάντως ό,τι έπεφτε στα χέρια της και είχε κάποια αξία -σκεύη, ρούχα, κοσμήματα– το ξεπουλούσε «μπιρ παρά»…

«Μ’ εμένα δεν θα βρεις άκρη. Βίος και πολιτεία που λένε», είχε πει σε μια συνέντευξή της στο περιοδικό «Γυναίκα» το 1970. «Δεκάξι χρονών ήμουνα και πούλησα –φαντάσου– το στασίδι της μάνας μου στην εκκλησία. Στην πατρίδα, η καθεμιά είχε τότε το δικό της στασίδι. Εγώ, για να πάρω ρούχα, για να πάρω ξέρω ‘γω τι τρέλες, το πούλησα. Πάει η μάνα μου στην εκκλησία την Κυριακή, βλέπει άλλη στο στασίδι της. «Καλέ τι γυρεύει η Κλεονίκη στο στασίδι μου;» ρωτάει. «Κυρα-Μαριόγκα μου, το πούλησε» της λένε. «Ποια;» ρωτάει εκείνη. «Η κόρη σου». «Αχού, που να μη δει χαϊρι και προκοπή..»

Αργότερα, μεγαλώνοντας, όταν πια ήθελε «ρευστό» για να παίξει χαρτιά, πουλούσε –εκτός από τους στίχους της- τα πάντα: χαλιά, πίνακες, έπιπλα, βιβλία, ηλεκτρικές συσκευές, τα ποτά που της πήγαιναν δώρο οι επισκέπτες της, στον καφετζή της γειτονιάς –μέχρι και την καλή στολή του άντρα της, Γιώργου Παπαγιαννόπουλου, που ‘ταν συνταξιούχος αστυφύλακας πούλησε κάποτε. Κι όταν το … εμπόρευμα εξαντλούνταν, έκανε αλισβερίσι με τους πλανόδιους πωλητές που πήγαιναν από πόρτα σε πόρτα και πούλαγαν ρούχα, λευκά είδη, πετσέτες, τραπεζομάντιλα. Τα αγόραζε εκείνη, και μετά έστελνε τη γυναίκα που τη βοηθούσε στο σπίτι να τα «σκοτώσει» στη γειτονιά, όπως ήταν, μες στο σελοφάν, στη μισή τιμή απ’ότι τα είχε αγοράσει. «Είχε και δέκα δοσάδες που αγόραζε ασταμάτητα και που ήξερε τα ονόματα όλων και τους ρωτούσε με πραγματικό ενδιαφέρον για τα προβλήματά τους. Επίσης ήξερε και τις ημέρες που θα έκαναν την επίσκεψή τους για να εισπράξουν. Ορισμένες φορές τους ζητούσε και δανεικά, που τα χρέωνε στο λογαριασμό της, βέβαια, με τόκο. Όταν είχε λεφτά, τους έδινε, αν όχι, τους άρχισε στο μπλα μπλα ή κρυβόταν προσωρινά– γιατί πάντα πλήρωνε τα χρέη της…»

ΟΦΗΛΙΑ ΚΑΙ ΓΚΟΛΦΩ

Οι άντρες –συνθέτες, διευθυντές δισκογραφικών εταιρειών, τραγουδιστές μπουζουξήδες, ρεμπέτες ακόμα και οι «σκληροί» μάγκες- τη σέβονταν, γιατί η Παπαγιαννοπούλου είχε μια ασυνήθιστη ευθύτητα, μια λεβεντιά στις σχέσεις της και στο «νταραβέρι» μαζί τους. Με τους περισσότερους συνθέτες ήταν φίλη. Ακόμα και με τον Τσιτσάνη, πριν κορυφωθεί η κόντρα τους για την πατρότητα κάποιων τραγουδιών τους, έκαναν στενή παρέα –μάλιστα, στις αρχές του ’50 ο συνθέτης, ήταν ο μόνος που μπαινόβγαινε στο σπίτι της και είχε γνωρίσει την οικογένειά της. Η Ευτυχία τον σεβόταν κι αυτόν και τις «παραξενιές» του, όπως π.χ. το ότι δεν ήθελε να ξέρει κανείς από τη γειτονιά για τις επισκέψεις του και απαιτούσε να δουλεύουν με απόλυτη ησυχία και απομόνωση. Τον Χιώτη αργότερα, πήγαινε και τον έβρισκε στο καμαρίνι του. Ο συνθέτης, εκτός από τελειομανής ήταν και μανιακός με την καθαριότητα -στα ρούχα, στην εμφάνιση, και, φυσικά, στον προσωπικό του χώρο. Το καμαρίνι του ήταν πάντα διακοσμημένο με γούστο, από ντεκορατέρ (αν δεν τον πλήρωναν οι ιδιοκτήτες του κέντρου, τα βαζε εκείνος, από την τσέπη του) με μοκέτα κάτασπρη, μες στο καταχείμωνο- ο Χιώτης απαιτούσε από τους φίλους του, να βγάζουν τα παπούτσια τους, για να μην τη λερώσουν. «Ένα βράδυ η Ευτυχία ήρθε όλο χαρά, γιατί μόλις είχε γράψει ένα τραγούδι που νόμιζε ότι θ’άρεσε στον Χιώτη, κι ετοιμαζόταν μπας και πάρει κανα φράγκο, για να πάει να παίξει. Έβγαλε τα παπούτσια, μπήκε, κάθισε και ενθουσιασμένη άρχισε να του απαγγέλλει, βγάζοντας συνάμα από μια τεράστια παλιά τσάντα, τα τσιγάρα της.

Ο Χιώτης, που την παρακολουθούσε, τη διέκοψε λέγοντας: «Ευτυχία, πρόσεχε τις στάχτες σου..». Αυτή, λίγο ενοχλημένη, τον κοίταξε –μάλλον τον κάρφωσε– άναψε το τσιγάρο της, άνοιξε την τσάντα της και την έβαλε στα γόνατά της. Συνέχισε την απαγγελία της και κάθε τόσο τίναζε την στάχτη μέσα στην τσάντα. Ο Χιώτης την κοίταξε και της είπε: «Τι κάνεις μωρή πουτ…α εκεί; Τινάζεις τη στάχτη στην τσάντα σου;». Και η Ευτυχία: «Δεν ήξερα Μανόλη μου, ότι κάθε φορά που έρχομαι να σου δώσω τραγούδι, πρέπει να περάσω καραντίνα, λες και βγήκα από κανα καράβι με πανούκλα…»

Η ΡΕΝΑ ΜΕ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΚΑΡΔΙΑ

Με τη Ρένα Βλαχοπούλου γνωρίστηκαν τον χειμώνα του ’57, μέσω του Φλερύ και του Γιάννη Οικονομίδη, με τον οποίο η μεγάλη θεατρίνα συνεργαζόταν, τότε, σε μια revue πίστας. Έγιναν γρήγορα φίλες. «Η Ευτυχία ήταν πάντα καλοδεχούμενη στο καμαρίνι της Ρένας, η οποία την αγαπούσε και γέλαγε πολύ μαζί της –και όχι μόνο αυτό. Την χαρτζιλίκωνε και από πάνω, λέγοντάς της πάντα: «Πώς τα καταφέρνεις, μωρή πουτ..α, κ..όγρια και μου τα παίρνεις; Ακόμα δεν μπορώ να το καταλάβω…»

Αν και είχε τη φήμη της τσιγκούνας, η Ρένα Βλαχοπούλου βοηθούσε- σιωπηλά και με διακριτικότητα– πολλούς ανθρώπους που είχαν ανάγκη, συντηρώντας ολόκληρες οικογένειες. Κι αργότερα, όταν αρρώστησε η κόρη της Ευτυχίας, η Μαίρη της, η Ρένα πάλι στάθηκε δίπλα της. Πλήρωσε τους καλύτερους γιατρούς για να έρθουν να την εξετάσουν, ενώ στα κρυφά, «χαρτζιλίκωνε» όλες τις νοσοκόμες για να προσέχουν την άρρωστη, και τη μητέρα της. Η Ευτυχία, δεν το ξέχασε ποτέ…

*Για τη συγγραφή του κειμένου χρησιμοποιήθηκαν πληροφορίες και αποσπάσματα από το βιβλίο της Ρέας Μανέλη «Η γιαγιά μου η Ευτυχία», εκδ. Άγκυρα

Πηγή: bovary.gr

ΔΗΜΟΦΙΛΗ