Η πολιτική διαχείριση της πανδημίας ως κοινωνιοπολιτικό διαγνωστικό τεστ

Του Γιάννη Παπαμιχαήλ* απο το resaltomag.blogspot.com

Τα μόνα πραγματικά ερωτήματα που θα μείνουν μετά το προσωρινό τέλος της σημερινής πανδημίας θα είναι τα εξής:

1. Πως τόσα εκατομμύρια κατά φαντασίαν δικαιωματούχοι, εξατομικευμένοι δυτικοί πολίτες προσαρμόστηκαν, μάλλον εύκολα, σε τόσους αδιανόητους μέχρι σήμερα περιορισμούς των δικαιωμάτων και των ελευθεριών τους στο όνομα του ορθολογισμού και της προάσπισης της δημόσιας υγείας;

2. Πόσο επιστημολογικά ανεπαρκείς, μορφωτικά ημιμαθείς, κοινωνιοοικονομικά εξαγορασμένες, πολιτισμικά και πολιτικά εκφυλισμένες είναι οι συνειδήσεις των δήθεν ελίτ (γιατροί, νομικοί, ακαδημαϊκοί διαφόρων ειδικοτήτων κλπ.);

Όσον αφορά στο πρώτο ερώτημα, όπως το έχουμε επισημάνει σε προηγούμενα άρθρα (βλέπε λόγου χάρη «Διαδρομή Ελευθερίας», αρ. 221, Παπαμιχαήλ Γιάννης, Author at slpress.gr κλπ.), η τυφλή υποταγή στους υγειονομικούς κανόνες της διεθνοποιημένης πολιτικής εξουσίας βρισκόταν ακριβώς στην προέκταση της πολιτικής θρησκείας του ατομικού δικαιωματισμού και της αποσύνθεσης των συλλογικών υποκειμένων του ιστορικά νεότερου, δυτικού κόσμου. Οι μετά πολλής συμβολικής βίας πληροφορημένοι ιδιώτες, ως εξατομικευμένοι πολίτες του κόσμου, έχουν μάθει – με την σημασία της συστηματικής εγχάραξης τρόπων έλλογης δήθεν σκέψης, να πιστεύουν σε δόγματα και επίσημες «αλήθειες» στο όνομα της προόδου, της επιστήμης και του ορθού λόγου. Ωστόσο, όλο και πιο συχνά, με αφετηρία κάποια δεδομένα και κάποιες περιγραφές, οι άνθρωποι αυτοί παραπαίουν ως προς τις ερμηνείες τους, σε θρησκευτικού τύπου παραδοχές και βεβαιότητες που ελάχιστη σχέση έχουν με την κριτική σκέψη.

Η πολιτική, διανοητική και ηθικολογική διαχείριση της πανδημίας από τις αναφανδόν παγκοσμιοποιητικές εξουσίες λειτούργησε επί των συλλογικών και πολιτικών νοοτροπιών του δυτικού κόσμου σαν ένα «διαγνωστικό τεστ» που έδωσε αρκετά ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Ο ιός, προκαλώντας άμεσα ή έμμεσα τον θάνατο του 1/1000 περίπου του παγκόσμιου πληθυσμού (γύρω στα 6 εκ ως τις 10/01/2022, σύμφωνα με την σχετική μελέτη του John Hopkins University), πολύ λιγότερο μάλλον από πολλές άλλες ασθένειες, σωματικές και ψυχοσωματικές, που μαστίζουν την ανθρωπότητα, έφτασε και περίσσεψε για να τρομοκρατήσει, αποβλακώσει και υποδουλώσει ένα μεγάλο τμήμα των δυτικών ιδίως κοινωνιών. Οι μαζικοί εμβολιασμοί κατά το διάστημα της πανδημίας προφανώς επιτάχυναν τις μεταλλάξεις του ιού, καθώς και την αυξανόμενη μεταδοτικότητα και παράλληλα την εξασθένισή του (οι πρωτοετείς φοιτητές της ιατρικής υποτίθεται ότι γνωρίζουν αυτές τις διαδικασίες). Εντούτοις, οι καθεστωτικοί γιατροί, ως πολιτικοί υπάλληλοι κυβερνήσεων και φαρμακευτικών εταιρειών επέμεναν: «Ο εμβολιασμός επιτρέπει τον καλύτερο έλεγχο της πανδημίας.». Το ψεύδος αυτό, προφανέστατο από τα ίδια τα δεδομένα, θυμίζει κάπως την λογική της παλαιότερης ψυχιατρικής «εξυγίανσης» και προληπτικής θεραπείας μέσω λοβοτομής ορισμένων ασθενών με συμπτώματα υστερίας ή με κατά καιρούς επιθετικές συμπεριφορές. Θα ήταν λογικά συμμετρικό της φράσης «Αν η Ιερά Εξέταση δεν είχε κάψει τόσους αιρετικούς και τόσες μάγισσες, ο διάβολος και η λατρεία του θα είχαν σίγουρα επικρατήσει σε όλο το δυτικό κόσμο».

Η ανατριχιαστική ηλιθιότητα της παραπάνω μορφής «σκέψης» δεν φάνηκε όμως να ενοχλεί, ούτε τους τηλεοπτικούς μαϊντανο-επιστήμονες όλων των ειδικοτήτων, ούτε τους πειθαρχικούς, αξιολύπητα δουλικούς, «προοδευτικούς» πολίτες. Έτσι, όταν έγινε φανερό ότι όσο πιο μαζικός ήταν ο εμβολιασμός, ιδίως με τα πειραματικά σκευάσματα m-RNA, τόσο πιο μαζικά αυξήθηκαν τα κρούσματα covid, ενδεχομένως και οι θάνατοι από τις άμεσες παρενέργειες αυτών των «εμβολίων», τότε ακριβώς αυξήθηκαν απότομα οι ύβρεις εναντίον των ανεμβολίαστων («ψεκασμένων αρνητών» ή απλώς «ανόητων» επιφυλακτικών), τα μέτρα εναντίον τους, οι αποκλεισμοί, τα πρόστιμα… Τα δήθεν εμβόλια, ενώ δεν απέδιδαν καθόλου τους γλυκείς καρπούς της περιπόθητης ελευθερίας που τα καθεστώτα είχαν αρχικά υποσχεθεί στους καλούς πολίτες τους, θεωρήθηκαν εντούτοις σαν ένα σχετικώς έστω αποτελεσματικό μαγικό ραβδί της σοβαρής τεχνοεπιστήμης. Και αυτό παρά το γεγονός ότι οι νέες εμβολιαστικές τεχνολογίες παρέμεναν πειραματικές και με άγνωστα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Οι συνήθως γλυκανάλατοι κοσμοπολίτες του μετανεωτερικού συρμού και όλοι οι προοδευτικάριοι υπηρεσίας, άρχισαν να λοιδορούν μετά μανίας τους «αμόρφωτους», τους «θρησκόληπτους», τους λαϊκούς ανθρώπους, τους «φασίζοντες σκοταδιστές», τους ηλικιωμένους φτωχοπρόδρομους που – τι αστείο κυρά -Παγώνα μου! Θα πληρώνουν τώρα και πρόστιμο μη εμβολιασμού, αφού οι θρασύτατοι, επιμένουν στην άρνησή τους να γίνουν τυφλά πειραματόζωα… Μεταξύ άλλων, δόθηκε έτσι και μια φανταστική «ταξική» δυναμική στην αντίθεση εμβολιασμένων – ανεμβολίαστων, όπου με την συμπαράσταση προφανώς της τηλεοπτικής σαβούρας των δήθεν «ελίτ», οι κατά φαντασίαν ελιτοποιημένοι μικροαστοί δυτικοί πληβείοι, με την πανικόβλητη υποταγή τους, υιοθετούσαν φαινομενικά και ουσιαστικά το lifestyle του μορφωτικά ανώτερου υποτίθεται στρώματος της κοινωνίας.

Συνεπώς, οι πληβείοι αυτοί βαυκαλιζόντουσαν με την ανάδειξη της τρομοκρατημένης δουλικότητάς τους, της πνιγηρής ημιμάθειάς τους και της μεταφασίζουσας ηλιθιότητάς τους σε ένα είδος κοινωνικού «ατού», που πολιτικά αποδίδει «προνόμια ελευθερίας» στους καθωσπρέπει σκεπτόμενους δυτικούς «πολίτες». Ως θρησκευόμενοι πιστοί του επιστημονισμού, τα ταλαίπωρα αυτά, από κάπου πτυχιοποιημένα, διπλωματούχα και ιδεολογικώς ελιτοποιημένα ομιλούντα δίποδα, κατέκλυσαν την επικαιρότητα, καταργώντας απλώς και εμπράκτως, την ίδια την κοινή λογική. Τόσο πολύ που ο Έλληνας Πρωθυπουργός δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να ισχυριστεί ότι δεν υπάρχει καμία υποχρεωτικότητα του εμβολιασμού, αλλά ούτε καν πρόστιμο στους ηλικιωμένους ανεμβολίαστους, αφού θα αρκούσε σε όλους αυτούς να σπεύσουν «οικειοθελώς» να εμβολιαστούν για να μην πληρώσουν τίποτα. Περίπου σαν να λέμε ότι το χέρι που κατεβαίνει με φόρα προς το σβέρκο σου δεν αποτελεί καθόλου ένδειξη πρόθεσης επικείμενης σφαλιάρας, αφού αρκεί να μετακινήσεις το κεφάλι σου ή να κόψεις τον λαιμό σου για να την αποφύγεις… Οι παρατρεχάμενοι «επιστήμονες» έσπευσαν να επιβεβαιώσουν τα λεγόμενα του Πρωθυπουργού. Κατόπιν τα επανέλαβαν πολλοί χρηστοί και ορθώς σκεπτόμενοι πολίτες της διπλανής πόρτας.

Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, εκείνο των επιστημόνων της καθεστωτικής τάξης, είναι μάλλον προφανές ότι οι περισσότεροι δυστυχώς δεν «τα παίρνουν». Τα γράμματα. Ούτε καν τα επιστημολογικώς στοιχειώδη. Λόγου χάρη εκείνα που αφορούν τη διάκριση της επιστήμης από τη θρησκεία στη βάση του κριτηρίου της διαψευσιμότητας (των υποθέσεων, των ερμηνειών ή των εξηγήσεων της πραγματικότητας). Σε τι συνίσταται αυτή η πασίγνωστη επιστημολογική αρχή; Στη βεβαιότητα ότι, αν στα εμπειρικά δεδομένα, στις παρατηρήσεις, στην πραγματικότητα κλπ., δεν υπάρχει κάτι που μπορεί να κάνει τον επιστήμονα να αλλάξει πεποιθήσεις ή αν δεν υπάρχει τρόπος να διαψευστούν οι υποθέσεις του πάνω στις σχέσεις μεταξύ των φαινομένων που μελετά, τότε οι υποθέσεις αυτές, οι πεποιθήσεις αυτές, οι παραδοχές του, έχουν σχέση με τα δόγματα της θρησκείας και όχι με την επιστήμη. Και στο μέτρο που η θρησκευτική, δογματική λογική ως προς την αλήθεια διαβρώνει το έδαφος της κριτικής και διαρκώς επιστημονικά αμφιβάλλουσας ορθολογικής σκέψης (στο μέτρο δηλαδή, που εγκαθιδρύεται ο επιστημονισμός ως θρησκεία της «επιστήμης»), εμφανίζονται υπό το πρόσχημα του ορθού λόγου, τάσεις να παραποιούνται ή να αποσιωπούνται δεδομένα και παρατηρήσεις που έρχονται σε αντίθεση με το εκάστοτε πολιτικά ορθό δόγμα. Τότε ακριβώς στιγματίζονται και οι εκάστοτε αιρετικές φωνές, ως απαράδεκτες, συνωμοσιολογικές και άξιες περιφρόνησης. Έτσι, σε μια «ειρηνόφιλη» εποχή σαν τη δική μας, που μέχρι προ ολίγου ορκιζόταν στο όνομα της διαφορετικότητας ή των δικαιωμάτων των μειονοτήτων και δεν έπαυε να καταγγέλλει κάθε «εχθροπάθεια» στο πεδίο του κοινωνικού και πολιτικού λόγου, άρχισε «παραδόξως» να διαχέεται σε όλο το πλάτος των δυτικότροπων κοινωνιών και να ενσταλάσσεται στις κοινωνικές νοοτροπίες, το καθεστωτικό μίσος των νέων ιεραπόστολων και προπαγανδιστών εναντίον όλων όσων τόλμησαν να αμφισβητήσουν δημόσια την όποια ηγεμονεύουσα άποψη περί πανδημίας, πρόληψης, μασκοφορίας ακόμα και των μικρών παιδιών ή υποχρεωτικού εμβολιασμού. Οτιδήποτε δηλαδή είχε λάβει από το καθεστώς και τους θεσμούς του το χρίσμα της απόλυτης αλήθειας. Χρίσμα που φαίνεται να λειτούργησε πάνω στη λογική ενός μεγάλου τμήματος της κοινωνίας με τρόπο αναισθητικό.

Η αντιπαλότητα της λαϊκής δημοκρατικής κοινής γνώμης με όλους αυτούς τους πολιτικά, πολιτισμικά και ηθικά εξανδραποδισμένους «ειδικούς» που με κάποιο τεχνοεπιστημονικό υπόβαθρο και ιεραποστολικό ζήλο επιχειρούν να εφαρμόσουν ένα πρόγραμμα μόνιμης καταναγκαστικής «εξυγίανσης», ιδεολογικής καθυπόταξης των πληθυσμών και ίσως ανθρωπολογικής μετάλλαξης του είδους στο οποίο ανήκουμε, δεν μπορεί πλέον να είναι συγκυριακή. Όλοι όσοι, άμεσα ή έμμεσα, συμμετείχαν στο μεγάλο πείραμα της διαχείρισης του ιού, είναι ήδη υπόλογοι για εγκλήματα κατά της ίδιας της αστικής δημοκρατίας, όπως την γνωρίζαμε ως σήμερα και ενδεχομένως κατά της υγείας των ατόμων που άθελά τους ή εκβιαζόμενα παντοιοτρόπως, υπέστησαν αναγκαστικούς εγκλεισμούς και πειραματικούς εμβολιασμούς.

Στα δύσκολα χρόνια που έρχονται είναι καλό να θυμόμαστε ότι οι εγκληματίες δεν θα είναι για πάντα ακαταδίωκτοι, ιδίως μάλιστα στο όνομα της επιστήμης. Με το ενδεχόμενο της επικείμενης επέκτασης της διεθνοποιημένης καθεστωτικής τρομοκρατίας γύρω από το νέο σήριαλ της «κλιματικής αλλαγής», που ήδη φάνηκε στον ορίζοντα των πολιτικώς ορθών, «οικολογικών» υποτίθεται αφηγημάτων, ίσως, είναι ακόμα καλύτερο να το θυμούνται και οι ίδιοι…

*(π. καθηγητή Ψυχολογίας Παντείου Πανεπιστημίου)

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ