Σάββατο, 24 Φεβρουαρίου, 2024

Νέο ξεπούλημα «κόκκινων» δανείων σε funds ζητά η ΤτΕ

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Την οριστική απαλλαγή των τραπεζών από το υφιστάμενο απόθεμα μη εξυπηρετούμενων δανείων ζητάει η Τράπεζα της Ελλάδος από τις τράπεζες με τη χρηματοπιστωτική της έκθεση που έδωσε στη δημοσιότητα.

Όπως σημειώνει, το ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων στο σύνολο των δανείων (Δεκέμβριος 2022: 8,7%) μειώθηκε, αλλά παραμένει σημαντικά υψηλότερο του αντίστοιχου ευρωπαϊκού μέσου όρου. Συνεπώς, οι ενέργειες των τραπεζών θα πρέπει να συνεχιστούν, προκειμένου να επιτευχθεί περαιτέρω σύγκλιση. Επιπρόσθετα, ο πληθωρισμός και η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας ενδέχεται να επηρεάσουν τη χρηματοοικονομική κατάσταση των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, και να συμβάλουν στη δημιουργία νέων ΜΕΔ. Φυσικά, ο τρόπος για τη μείωση των «κόκκινων» δανείων είναι είτε να πέσουν «ουρανοκατέβατα» χρήματα στους δανειολήπτες και να πληρώνουν τις δόσεις τους είτε να πωληθούν στα funds σε εξευτελιστικές τιμές, όπως συμβαίνει τα τελευταία χρόνια. Αποτέλεσμα, οι ισολογισμοί των τραπεζών να αποδεσμευτούν από τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, ωστόσο αυτά μεταφέρονται στα χέρια των funds και οι δανειολήπτες συνεχίζουν να πληρώνουν, απλά αλλάζουν «εισπράκτορα».

Η επιστροφή των τραπεζών στην κερδοφορία το 2022 αποτελεί θετική εξέλιξη, ενώ και το 2023 αναμένεται περαιτέρω ενίσχυση των οργανικών εσόδων. Βραχυπρόθεσμα, η αύξηση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ ενισχύει τα καθαρά έσοδα των τραπεζών από τόκους, καθώς ένα πολύ μεγάλο μέρος των δανείων έχει συναφθεί με κυμαινόμενο επιτόκιο. Εντούτοις, μεσοπρόθεσμα η επίδραση αυτή ενδέχεται να μετριαστεί από την αύξηση του κόστους χρηματοδότησης των τραπεζών λόγω, αφενός, της σταδιακής αύξησης των επιτοκίων καταθέσεων και, αφετέρου, του αυξημένου κόστους έκδοσης ομολόγων για την άντληση ρευστότητας και την κάλυψη εποπτικών απαιτήσεων.

Οι κίνδυνοι

Όπως επισημαίνει, η εν δυνάμει ενίσχυση των γεωπολιτικών κινδύνων, η διατήρηση του πληθωρισμού σε υψηλό επίπεδο, οι σταδιακά διαμορφούμενες αδυναμίες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα στην αγορά των επαγγελματικών ακινήτων, αλλά και ο κίνδυνος εμφάνισης εξωγενών αναταράξεων στις αγορές χρήματος και κεφαλαίου συνθέτουν και καταδεικνύουν με τον πιο εμφατικό τρόπο το ευμετάβλητο διεθνές χρηματοπιστωτικό περιβάλλον. Στο πλαίσιο αυτό, ο ελληνικός τραπεζικός τομέας καλείται να προσαρμοστεί άμεσα αντιμετωπίζοντας προκλήσεις, όπως η περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού και της κεφαλαιακής επάρκειας, και η επίτευξη διατηρήσιμης κερδοφορίας.

Οι πρόσφατες αναταράξεις στα τραπεζικά συστήματα των ΗΠΑ και της Ελβετίας καθιστούν αναγκαία την εγρήγορση όλων των εμπλεκόμενων φορέων και έφεραν στο προσκήνιο, με εμφατικό τρόπο, την ανάγκη ολοκλήρωσης της τραπεζικής ένωσης. Η πρόσφατη πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αναθεώρηση του πλαισίου διαχείρισης κρίσεων είναι ένα βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση και θα πρέπει -μεταξύ άλλων- να πλαισιωθεί από τη δημιουργία ενός ευρωπαϊκού συστήματος ασφάλισης καταθέσεων (European Deposit Insurance Scheme – EDIS).

ΔΗΜΟΦΙΛΗ