Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης: Ὁ Ἀνάκατος

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΗ

Μικρά διηγήματα – ΑΠΑΝΤΑ ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ, ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

Κατὰ πᾶσαν Κυριακὴν ἔσμιγαν πάντοτε ὁ καπετὰν Πέρρος τῆς Κωσταντοῦς κι ὁ Μῆτρος ὁ Σπανός. Τρίτος ἤρχετο συχνά, καὶ τοὺς ἔκαμνε συντροφιὰν ὁ γερο-Μπουλατζάνας. Ἐνταμώνοντο συνήθως στὴν ταβέρναν τοῦ Σμυρνιοῦ τοῦ Κορδωμένου, ὅπου ἤρχιζαν τὰς συνήθεις σπονδάς, εὐθὺς μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας. Κατόπιν ἐσυνέχιζαν τὰς διαχύσεις εἰς τὸ διπλανὸν μαγαζὶ τοῦ Ἀλέξη τοῦ Κρητικοῦ, ἀκολούθως στοῦ Νικολοῦ τοῦ Κουρκούμπα. Τέλος, ὀλίγον πρὸ μεσημβρίας ἐπέστρεφαν πάλιν εἰς τοῦ Σμυρνιοῦ, διὰ νὰ τελειώσουν ὁπόθεν ἤρχισαν.

Ὁ Πέρρος τῆς Κωσταντοῦς, ὁ λεγόμενος κοινῶς Τουρκανάκατος, τὸν παλαιὸν καιρὸν εἶχεν ἀποκτήσει μίαν γολέταν, κατόπιν ἐξέπεσεν εἰς βρατσέραν. Ἦτο πολὺ δραστικὸς καὶ ἐπίμονος ἄνθρωπος. Ὅλα τὰ πράγματα ἔπρεπε νὰ γίνωνται ὅπως τὰ ἤθελεν αὐτός. Μίαν φορὰν ὁποὺ εἶχε ξενυχτίσει κατόπιν πότου, τὸν χειμῶνα, εἰς τὸ ὕπαιθρον, ἐμβῆκεν εἰς τὸν νάρθηκα τῆς ἐκκλησίας τὸν ἄφρακτον, καί, ἴσως διότι ἐνύσταξε, τοῦ ἦλθε νὰ ᾽μβῇ μέσα στὸ ξυλοκρέβατον, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀφιερώσει ὁ γερο-Πανᾶς ―διὰ νὰ ἐκφέρωνται οἱ τεθνεῶτες ἀπὸ τῆς οἰκίας μέχρι τοῦ ναοῦ καὶ τοῦ τάφου, ὅπου εἶχε κατατεθῆ ἡ ἰδιαιτέρα σορὸς τοῦ νεκροῦ― μᾶλλον διότι ἤθελε νὰ σκιάξῃ τὸν παπάν, ὅστις θὰ ἤρχετο νύκτα ―ἐξημέρωνε Δευτέρα― νὰ σημάνῃ τὴν καμπάνα, καὶ ν᾿ ἀνοίξῃ τὴν ἐκκλησίαν, διὰ νὰ ψάλῃ τὸν ὄρθρον. Ἀνερριχήθη λοιπὸν ἑνάμισυ μπόι ψηλὰ στὸν τοῖχον, ὅπου ἀνέκειτο ἐπὶ ἐξεχόντων πασσάλων τὸ μέγα φέρετρον, ἀνεκλίθη ἐντὸς αὐτοῦ, κ᾿ ἔκαμνε τὸν ἀποθαμένον. Ὁ παπὰς ἔφθασε, ἀλλὰ δὲν ἐτρόμαξε καὶ πολύ, ὡς εἶδε τὸ ἀλλόκοτον θέαμα, ἔκαμε τὸν σταυρόν του, ἐκοίταξε μὲ μικρὸν φόβον καὶ μὲ πολλὴν ἀπορίαν. Τότε πάραυτα συνέβη, καὶ ὁ Πέρρος ἀνέπνευσε δυνατά, ἐπταρνίσθη, ἐμύχθισεν. Ὁ παπὰς τὸν ἀνεγνώρισεν, ἔκαμεν ἐκ δευτέρου τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ, καὶ εἶπε: «Τί; Ζωντανὸς βρυκολάκιασες; Σὲ καλό σου, καπετὰν Πέρρο».

Ὁ Πέρρος, καθ᾿ ὅλα τὰ φαινόμενα, ἦτο φίλος τοῦ παπᾶ, διότι οὗτος, ὅταν ὁ πρῶτος ἤθελε νὰ ὑπανδρεύσῃ τὴν κόρην του μ᾿ ἕνα χηρευμένον, ὅστις ἦτο ἅμα τρίτος θεῖος τῆς νύμφης (ἀπεῖχεν ἑπτὰ βαθμοὺς ἐξ αἵματος), καὶ προσέτι ἡ ἀποθανοῦσα συμβία του ἦτο δευτέρα ἐξαδέλφη τῆς μελλονύμφου (ἓξ βαθμοὺς ἐξ ἀγχιστείας), τότε ὁ ἱερεὺς οὗτος, ὡς ἐνορίτης τῆς οἰκογενείας ἔδωκεν «ἐγγυητικόν», ὅτι ὁ γάμος δὲν κωλύεται. Ὁ ἐπισκοπικὸς ἐπίτροπος, γελασθείς, ἐξέδωκεν ἄδειαν γάμου. Πλὴν ἦτο ἁπλοϊκός, καὶ δὲν ἤξευρε καλὰ ἂν ἐπετρέπετο ἢ ἐκωλύετο τὸ συνοικέσιον. Ἡ νέα «οἰκονομία», τὴν ὁποίαν εἶχε κάμει διὰ τοπικῆς Συνόδου, περὶ τὰ τέλη τοῦ ΙΗ´ αἰῶνος, ὁ Οἰκ. Πατριάρχης Σαμουὴλ ὁ Χαντζερής, συνεχώρει τὸν γάμον εἰς τὸν βαθμὸν τοῦτον· αἱ παλαιαὶ διατάξεις τὸν ἀπηγόρευον. Ἄλλοι εἶπαν ὅτι ὁ ἀείμνηστος ἐκεῖνος, ἐπειδὴ ἴσως ἦτο Φαναριώτης αὐτός, καὶ καθότι οἱ Φαναριῶται, φιλοτιμούμενοι νὰ μιμῶνται τοὺς «πρίγκιπας» τῆς Δυτικῆς Εὐρώπης, συνήθιζαν τοιαύτας αἱμομειξίας μεταξύ των, διὰ τοῦτο, ἔλεγαν, ἔκαμε τὴν Σύνοδον ἐκείνην ὁ Σαμουήλ, δι᾿ εὐκολίαν καὶ σκέπην, καὶ χάριν τῶν Φαναριωτῶν. Ἂς μὲ συγχωρήσωσιν αἱ σκιαί, διότι ἐμνημόνευσα ὅλα ταῦτα.

Ὁ παπ᾿ Ἀλέξανδρος λοιπόν, εὑρεθεὶς εἰς τὸ δίλημμα τοῦτο, διαβάζων τὸ Πηδάλιον, καὶ μὴ ἐννοῶν αὐτό, ἐπεθύμει νὰ φυλάξῃ τὰ παλαιά, καὶ ἤθελε ν᾿ ἀποφύγῃ τὰς καινοτομίας. «Πάντα τὰ καινοτομηθέντα, καὶ τὰ μετὰ ταῦτα πραχθησόμενα, ἀνάθεμα τρίς», εἶχε θεσπίσει ἡ Ζ´ Οἰκουμενική. Ἤκουε λόγια, εἰσηγήσεις ἐντεῦθεν κ᾿ ἐκεῖθεν, καὶ καταρχὰς ἔδωκεν ἄδειαν, εἶτα μεταμεληθεὶς ἔστειλεν ἔγγραφον καὶ τὴν ἀνεκάλει, ἀπηγόρευε δηλ. τὸν γάμον. Μὲ δύο ἀστακοουράς, καὶ μὲ μίαν δαμετζάναν μοσχάτου, τὸ ζήτημα θὰ ἠδύνατο νὰ λυθῇ εὐνοϊκῶς εἰς τὴν ἕδραν τῆς ἐπισκοπῆς (ἐπειδὴ τότε ἀκόμη δὲν εἶχεν ἀκριβήνει, πρὸς τοῖς ἄλλοις, καὶ ἡ σιμωνία, καὶ δὲν εἶχον διορίσει οἱ «δεσποτάδες», ἀνὰ τὸ θεόσωστον βασίλειον, πρωτοσυγκέλλους ἐργολάβους, οἵτινες ν᾿ ἀπαιτοῦν ἑκατοστάρικα εἰς πᾶσαν τοιαύτην περίπτωσιν). Πλὴν ἀπεῖχε πολὺ ἡ πρωτεύουσα τοῦ νομοῦ, καὶ τὰ συμπεθερικὰ ἦσαν ἕτοιμα, ὁ μπακλαβὰς εἶχε ψηθῆ, καὶ ἡ νύμφη ἦτον στολισμένη, ὁ ἐφημέριος λοιπὸν χαριζόμενος, ἢ πιεσθείς, δὲν ἤνοιξεν ὅλως τὸ δεύτερον ἔγγραφον, καὶ προέβη τολμηρῶς εἰς τὴν τελετὴν τοῦ γάμου. Τὴν ἐπαύριον, εὑρίσκει ὁ καπετὰν Πέρρος τὸν ἐπίτροπον τοῦ Δεσπότη, καὶ τοῦ λέγει μὲ ὑπερφίαλον θράσος: «Κόπιασε, δέσποτα, νὰ ἐκτιμήσῃς…»

*
* *

Εἶχε περάσει χρόνος, κ᾿ ἐνῷ ὁ Πέρρος δὲν ἔπαυσε νὰ μνησικακῇ κατὰ τοῦ ἐπιτρόπου, παραδόξως καὶ ἀπιστεύτως ὅμως εἶχεν ἀρχίσει νὰ μὴ χωνεύῃ πολὺ καὶ τὸν ἄλλον, τὸν παπα-Σταμέλον, ὅστις ἐτέλεσεν ὑπ᾿ εὐθύνην του τὸν γάμον. Διότι ἀργὰ τοῦ ἦλθεν ἡ γνῶσις, κ᾿ ἔλεγε, καθὼς εἶχεν ἀκούσει, ὅτι «τέτοια ἀνδρόγυνα δὲν προκόβουν». Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὰ προικιὰ τοῦ ἐφάνηκαν πολλά, κ᾿ ἓν μαγαζεῖον, κτῆμά του, τὸ ὁποῖον εἶχεν ὑποσχεθῆ προφορικῶς, ἐπροσπάθει, ἀθετῶν τὸν λόγον του, νὰ τὸ πωλήσῃ, διὰ νὰ οἰκονομηθῇ αὐτός. Ὅθεν ὑπῆρχε πολὺς γογγυσμὸς μεταξὺ τοῦ γαμβροῦ, τοῦ πενθεροῦ, καὶ τῆς κόρης του. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ παπὰς ἐκεῖνος τοῦ ἐφαίνετο ὡς ἐχθρός. Καὶ ἄρα ἐμβῆκε στὸ ξυλοκρέβατον τῶν νεκρῶν διὰ νὰ τὸν τρομάξῃ.

Ἀλλὰ καὶ μὲ τὸν συμπέθερον, τὸν γερο-Καλοειδήν, δὲν τὰ εἶχε καλά. Οὗτος ἦτο πρὸς πατρὸς θεῖος τοῦ γαμβροῦ, κ᾿ ἐνόμιζεν ὅτι εἶχε δικαίωμα νὰ εἶναι στὸ «ποδάρι τοῦ πατέρα», τοῦ ἀποθαμένου ἀδελφοῦ του. Ὁ γερο-Καλοειδὴς ἦτο ἐπίσημον πρόσωπον. Εἶχεν ὑπάγει εἰς πρεσβείαν ἐκ μέρους τῶν κατοίκων τῆς νήσου, κατὰ τὰ ἔτη τοῦ Ἀγῶνος, καὶ πλησίον τοῦ Καπετὰν Πασᾶ, καὶ εἰς Ὕδραν καὶ εἰς Ναύπλιον. Εἶχεν ὁμιλήσει μὲ τὸν Λάζαρον Κουντουριώτην, ὅστις τοῦ εἶπεν: «Ἐσὺ εἶσαι νοικοκύρης». Αὐτὸν λοιπόν, τὸν τόσον σεβάσμιον προεστὸν τοῦ τόπου, ὅταν ἐλογομάχησαν μιᾷ τῶν ἡμερῶν ἔξωθεν τοῦ μαγαζείου τοῦ Κρητικοῦ, ὁ Πέρρος, πολὺ νεώτερος καὶ εὔρωστος, τὸν ἥρπασεν ἀπὸ τὰ γόνατα, τὸν ἀνέτρεψεν ἐπὶ τοῦ ἐδάφους, καὶ τὸν ἔσυρεν ἑκατὸν καὶ πλέον βήματα τὸν κατήφορον, ἀνὰ τὴν παραλίαν, μέχρι τῆς ἀποβάθρας, διὰ νὰ τὸν ρίψῃ στὴν θάλασσαν. Καὶ μόλις παρενέβησαν οἱ παρευρεθέντες, καὶ ἀπήλλαξαν τὸν ἄνθρωπον τοῦ παρακαίρου βαπτισμοῦ. Εὐτυχῶς, ὅταν συνέβη τοῦτο, εἶχε διαπραχθῆ ὁ γάμος πρὸ πολλοῦ καὶ τὸ ἀνδρόγυνον ἦτο «στερεωμένον» πλέον, ὅσον καὶ ἂν τοῦ ἐκακοφάνη τοῦ γαμβροῦ διὰ τὸ πάθημα τοῦ θείου του.

*
* *

Ὁ μόνος μὲ τὸν ὁποῖον τὰ ἐταίριαζαν ὁ καπετὰν Πέρρος ἦτο ὁ Μῆτρος ὁ Σπανός, καὶ κατὰ δεύτερον λόγον ὁ γερο-Μπουλατζάνας. Εἶχαν τόσες ἀγάπες ὥστε, ἐνῷ σχεδὸν πᾶσαν Κυριακὴν ἐμάλωναν μεταξύ των, τὴν ἄλλην Κυριακὴν ἀνελλιπῶς ἔσμιγαν. Ἀφοῦ ἔφερναν τὴν συνήθη βόλταν εἰς τ᾿ ἄλλα καπηλεῖα, ἐπέστρεφον τελειωτικῶς εἰς τοῦ Σμυρνιοῦ, διὰ νὰ ἐπισφραγίσουν τὰς ρευστὰς θυσίας· ἐκεῖ λοιπὸν ὁ Πέρρος ἤρχιζε πολλὰ λόγια, τόσα πολλά, ὥστε δὲν εἶχε τελειωμὸν πλέον, καὶ δὲν ἄφηνεν ὑπόθεσιν ὁποὺ νὰ μὴν τὴν θίξῃ, πηδῶν ἀτάκτως ἀπὸ θέμα εἰς θέμα· ἀλλὰ καὶ δὲν ἐπέτρεπε τὴν ἐλαχίστην διακοπήν, ὅπως ὅλοι οἱ ρήτορες. Τότε ὁ Σπανός, ὅστις ἤθελε καὶ αὐτὸς νὰ εἴπῃ σχεδὸν ἄλλα τόσα, ἔχανε τὴν ὑπομονήν.

― Μὰ ὅλα ἐσὺ τὰ ξέρεις, διάολε!…

― Σιώπα! σκάσε! ἔκραζεν ἐν ἐξάψει ὁ Πέρρος. Σοῦ εἶπα, δὲν θέλω νὰ μιλῇς.

― Μπράβο! στοιχειὸ εἶσαι νὰ μοῦ πάρῃς τὴ μιλιά μου; Τολοιπόν, ὅπως θέλεις ἐσὺ θὰ γίνεται;

― Ἀμμὴ πῶς; Ὅπως σ᾿ ἀρέσει ἐσένα; Καὶ τί ξέρεις ἐσύ, βρὲ Σπανέ;

―Ἄ, ἐσὺ τὰ ξέρεις ὅλα; Μπά, εἶσαι ζόρικος, δὲν ὑποφέρεσαι πλιά.

―Ἂν δὲν σ᾿ ἀρέσω, δεῖξέ μου τὴν πλάτη σου, βρὲ Σπανέ.

― Μωρὲ σκάσε, βρωμόσκυλο! ἀγαρηνὸ σκυλί, ποὺ μυρίζεις χασανιές*.

Εἰς τοιαύτας περιφράσεις κατέφευγεν ὁ Σπανὸς ἐν τῇ ἀγανακτήσει του, μὴ θέλων νὰ εἴπῃ τὸ καθαυτὸ ἐπίθετον, τὸ «Τουρκανάκατε», μὲ τὸ ὁποῖον ἐκοσμεῖτο συνήθως ὁ Πέρρος, ἐπειδὴ καὶ τοῦ Σπανοῦ ἄναβε τὸ αἷμά του μὲ τὸ ρευστὸν πῦρ, τὸ ὁποῖον ἀφθόνως ἔπινεν, ὅπως ἄναβε καὶ τοῦ φίλου του. Τότε ὁ Πέρρος, μὴ εὑρίσκων πλέον ἐπίθετον διὰ νὰ στολίσῃ τὸν Σπανόν, εὕρισκε πρόχειρον τὸ ρακοπότηρον ἐμπρός του, ἐπὶ τῆς τραπέζης, τὸ ἥρπαζε καὶ τὸ ἔρριπτε κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ Μήτρου. Συγχρόνως ὁ Σπανὸς ἐσήκωνεν ἓν σκαμνίον ἢ καρέκλαν πρὸς ἄμυναν, καὶ ἂν δὲν ἀπέτρεπε τὸ κτύπημα, τὸ ἔκοπτεν ὅμως καὶ τὸ ἤμβλυνε κάπως. Ἄλλως τὸ κρανίον του ἐφαίνετο νὰ εἶναι πολὺ παχύδερμον, καὶ σχεδὸν δὲν ᾐσθάνετο τὸν κτύπον.

Κατόπιν ὁ Πέρρος ἔδραχνε τὴν ράβδον τοῦ γερο-Μπουλατζάνα, καὶ τὴν κατέφερε κατὰ τῆς κεφαλῆς τοῦ Σπανοῦ. Τότε ὁ γέρων ἐσηκώνετο μὲ τραγικὴν στάσιν, ἥπλωνε τὰς χεῖρας πρὸς τοὺς μαχομένους.

― Γιὰ ὅνομα Θεοῦ, τ᾿ ἀδέρφια!… Πῶς κάνετ᾿ ἔτσι, βρὲ παιδιά; Σᾶς πρέπει ἐσᾶς νὰ δέρνεσθε μὲς στὸ καπηλειό, σὰν νά ᾽σθε χαλκοδέρες*, τσουπλακιές*… κουλελέδες*;

―Ἐσὺ εἶσαι τσουπλακιά, χαλκοδέρα, βρὲ παλιάνθρωπε, τοῦ ἀπήντα ὁ Πέρρος. Σὲ ποιὸν μιλεῖς ἔτσι, καὶ μοῦ κορδώνεσαι… θὰ ντραπῶ τὰ μοῦτρά σου γλέπεις!

― Πῶς μὲ προσβλήνεις ἔτσι, καπετὰν Πέρρο; ἔλεγεν ἱκετικῶς ὁ Μπουλατζάνας. Ἐγὼ δὲν σᾶς εἶπα λόγον βαρύν… Πολεμῶ νὰ σᾶς εἰρηνέψω.

― Καλύτερα εἰρήνευε, κι ἄφησέ τους νὰ πολεμοῦν, εἶπε μίαν φορὰν ὁ οἰνοπώλης.

― Καλὰ σοῦ τὰ λέει, γέροντα, ὁ καπετὰν Πέρρος, ἔκραζεν ὁ Σπανός. Ἀφοῦ ἐμᾶς μᾶς ἀρέσει νὰ μαλώνουμε, τί ἀνακατώνεσαι σύ;

Ἐνῷ ἔλεγε ταῦτα ὁ Μῆτρος, συγχρόνως ἔτρωγε δύο ἢ τρεῖς ραβδισμοὺς εἰς τὸ κρανίον, καὶ ἄλλους τόσους εἰς τοὺς ὤμους καὶ τὰ πλευρά. Ἀλλ᾿ ὅμως γελῶν, καὶ λίαν ἐπιδεξίως, τοῦ ἐστραμπούλιζε τὴν χεῖρα, καὶ τοῦ ἀπέσπα τὴν ράβδον, καὶ τὴν ὕψωνε κατὰ τοῦ Πέρρου. Οὗτος ὠπισθοχώρει ὀλίγα βήματα, καὶ ἥρπαζε μίαν φιάλην γεμάτην οἰνόπνευμα ἀπὸ τὸ κυλικεῖον. Ἀλλὰ τότε ἔσπευδε νὰ ἐπεμβῇ ὁ οἰνοπώλης.

―Ἔ! γερο-Πέρρο, τὶς μποτίλιες δὲν τὶς ἔχω γιὰ τοὺς παλαβούς, τὶς ἔχω γιὰ τοὺς γνωστικούς.

Ὁ Σμυρνιὸς ἀπέσπα τὴν φιάλην ἀπὸ τὰς τρεμούσας χεῖρας τοῦ Πέρρου.

― Καὶ μᾶς ἔχεις γιὰ παλαβοὺς ἐμᾶς; ἔκραζεν ὁ Σπανός.

― Βρίσε μας καὶ σύ, βρὲ Σμυρνιέ, ἐφώναζεν ὁ Πέρρος, ποὺ ἦρθες νὰ χορτάσῃς καὶ σὺ ψωμὶ στὸ στραβὸ τὸ χωριό μας! θὰ πῶ τὸ καϊκάκι* ποὺ σ᾿ ἔφερε καὶ σένα.

Ὁ Πέρρος ἔλεγε ταῦτα διὰ νὰ εἴπῃ τι, καὶ μὴ ὑποχωρήσῃ ἀποτόμως, ὡς θρασύδειλος σκύλος ὅστις ἐξακολουθεῖ, ἀκόμη καὶ μετὰ τὸ ξύλον, νὰ γαυγίζῃ. Ὁ Σπανὸς ἔτριβε τὰς χεῖράς του, ἔξυνε τὴν κεφαλήν του. Ὁ Μπουλατζάνας ἔφερνε βόλτα κατὰ τὴν θύραν, καὶ ἦτο ἔτοιμος νὰ δώσῃ τὸ σημεῖον τῆς φυγῆς. Ἐπὶ τῆς θύρας ταύτης, ὡς καὶ διὰ τῶν δύο παραθύρων τῆς προσόψεως, προέκυπτον κεφαλαὶ παιδίων. Ὅλα τ᾿ ἀγυιόπαιδα τῆς ἀγορᾶς εἶχον συναθροισθῆ διὰ νὰ ἰδοῦν καὶ ν᾿ ἀπολαύσουν τὸν καυγάν. Εἰς τὴν ἐπάνω θύραν, τὴν πρὸς τὸν δρόμον τῆς ἀγορᾶς, ἐφαίνοντο μανδηλωμένα κεφάλια, καὶ λεῖα ἄτριχα μοῦτρα λαθραίως κοιτάζοντα. Ἦσαν γυναῖκες, ὁποὺ εἶχον ἀκούσει τὸν θόρυβον, καὶ κατέβησαν ἀπὸ τ᾿ ἀνώγεια ἢ ἐξῆλθον ἀπὸ τὰ χαμόγεια διὰ νὰ ἰδοῦν τί συμβαίνει πάλιν.

Ὁ Σμυρνιὸς ὁ κάπηλος, ἀφοῦ ἔρριψε μίαν κανάταν νερόν, καὶ περιέλουσε τοὺς μικροὺς μάγκας, διὰ νὰ τοὺς τρέψῃ εἰς φυγήν, ἤρχετο ἐπίκουρος εἰς τὸν γέρον Μπουλατζάναν.

― Δὲν θά ᾽χουμε σαματὰ καὶ μαζώματα κάθε λίγο δῶ μέσα. Πηγαίνετε στὰ σπίτια σας νὰ μαζωχθῆτε· εἶναι μεσημέρι, καπετὰν Πέρρο.

Ὁ Πέρρος, καθὼς ἀπεμακρύνετο, ἔρριπτε τὴν ἀποστροφὴν ταύτην πρὸς τὸν Μῆτρον, φεύγοντα κατ᾿ ἄλλην διεύθυνσιν:

― Νὰ φχαριστᾷς ποὺ εἶσαι σπανός, βρὲ παλιάνθρωπε, γιατὶ, ἂν εἶχες μουστάκια, θὰ σοῦ τὰ μαδοῦσα, καημένε, τρίχα τρίχα.

*
* *

Ἀλλ᾿ ἡ γραῖα Βαρσάμω, μία πολυπαθὴς γειτόνισσα, διετύπωσε τὸν ἐπίλογον ὡς ἑξῆς:

―Ἄχ, τί λογᾶτε*, τί θάμα! Κάθε Κυριακὴ νὰ δέρνωνται, καὶ κάθε Κυριακὴ νά ᾽ναι πάλι ἀγαπημένοι!

(1910)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/397-04-47-o-anakatos-1910

Μάχη των Κομψάδων – Όταν ο Μπότσαρης και μια χούφτα Σουλιώτες ταπείνωσαν τους 5000 του Χασάν Πασά

Η Μάχη των Κομψάδων ήταν πολεμική εμπλοκή της επανάστασης του 21 με νικηφόρα έκβαση για τους ΣουλιώτεςΟι Κομψάδες ή Κουμτζάδες ή Κουμουτζάδες ήταν ένα...

Κώστας Ηλιακής: Αθάνατος

Ο Σμηναγός Κώστας Ηλιάκης σκοτώθηκε σε εμπλοκή με τουρκικά μαχητικά στις 23 Μαίου 2006 και το αεροσκάφος του κατέπεσε έξω από την ΚάρπαθοΤο μεσημέρι...

Ο Γενναίος (Ιωάννης) Κολοκοτρώνης

Ο Γενναίος Κολοκοτρώνης ήταν αγωνιστής του ’21 και πολιτικόςΔιετέλεσε πρωθυπουργός της Ελλάδας από τις 26 Μαίου έως τις 10 Οκτωβρίου του 1862. Ο Ιωάννης...

23 Μαϊου 2006: Ο σμηναγός Κώστας Ηλιάκης σκοτώνεται, ακαριαία, από δολοφονικό ελιγμό Τούρκου πιλότου

Ο Σμηναγός Κώστας Ηλιάκης είχε απογειωθεί με το ελληνικό F-16 από τη Σούδα για την αναγνώριση έξι τουρκικών μαχητικών αεροσκαφών τα οποία παραβίαζαν τον ελληνικό...

Σαν σήμερα σκοτώθηκε πολεμώντας τον Ιμπραήμ στο Μανιάκι ο ήρως Παπαφλέσσας

Υπενθυμίζουν μνήμονες πως σαν σήμερα σκοτώθηκε πολεμώντας τον Ιμπραήμ στο Μανιάκι ο ήρως Παπαφλέσσας Δόξα και τιμή στον ήρωα που θα έπρεπε να τιμούν την...

Ο φρικτός ρόλος της Γερμανίας στη Γενοκτονία των Αρμενίων και των Ελλήνων του Πόντου

Οι τουρκικές δυνάμεις φαίνεται να χρησιμοποιούσαν κυρίως όπλα γερμανικής κατασκευής για τη Γενοκτονία των Αρμενίων (1915-1916), σύμφωνα με νέα έρευνα  Η γερμανική βιομηχανία όπλων Mauser,...

Η Μάχη του Σκρα – Ένας θρίαμβος του ελληνικού στρατού

Ο ελληνικός στρατός νίκησε τον βουλγαρικό στην περιοχή Σκρα του Κιλκίς στις 17 Μαίου 1918 (30 Μαίου με το νέο ημερολόγιο), κατά τη διάρκεια...

Η δολοφονία του Τζορτζ Πολκ το 1948

Στις 16 Μαίου 1948, μεσούντος του Εμφυλίου Πολέμου, ο βαρκάρης Λάμπρος Αντώναρος βρίσκει να επιπλέει στον θαλάσσιο χώρο της Θεσσαλονίκης ένα πτώμα με μια...

Το Θωρηκτό Αβέρωφ Υψώνει την Γαλανόλευκη σαν Σήμερα 15 Μαϊου 1911

Το Θωρηκτό Αβέρωφ είναι ένα πλοίο – θρύλος του Πολεμικού μας Ναυτικού. Οι επιτυχίες του στο Αιγαίο του χάρισαν αμέσως τον χαρακτηρισμό «Το τυχερό...

Καραολή-Δημητρίου:Η ιστορία του 2ου πιο συνηθισμένου ονόματος οδού στην Ελλάδα

193 δρόμοι και πλατείες σε όλη την Ελλάδα φέρουν το όνομα των Καραολή και Δημητρίου Σύμφωνα με το Athens Street Names μόνο στο λεκανοπέδιο Αττικής...

9 Μαίου, 1956: Το αιματοβαμμένο συλλαλητήριο στην Αθήνα για τον απαγχονισμό των Κύπριων αγωνιστών Καραολή και Δημητρίου από τους Βρετανούς

9 Μαίου, 1956. Χιλιάδες Αθηναίοι συγκεντρώθηκαν στο συλλαλητήριο στην πλατεία Ομονοίας.Διαδήλωναν υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα και υπέρ των ηρώων...

9 Μάη 1944: Όταν οι ναζί έστησαν κρεμάλες στα Ψηλαλώνια της Πάτρας

Ήταν 9 Μαίου του 1944 και οι ναζί κατακτητές στην πλατεία Υψηλών Αλωνίων έστησαν τις κρεμάλες για να καλύψουν ένα περιστατικό παρακμής, μεταξύ αυτών και...

Προδοσία και ανικανότητα έριξαν το Μεσολόγγι (Μέρος Β’)

Το Μεσολόγγι προδόθηκε, δεν έπεσε. Γράφει ο Γιώργος Βενετσάνος  Η περίοδος πριν την πτώση του Μεσολογγίου (Απρίλιος 1826) χαρακτηρίστηκε από έντονο διπλωματικό παρασκήνιο, με την ελληνική...

Ποιοι θέλουν να ξεχάσουμε ότι η χούντα των Αθηνών άνοιξε την κερκόπορτα στην Κύπρο;

Είναι πιθανόν, η νεότερη γενιά των Ελλήνων, να πιστεύει πως κάποια μέρα, οι Τούρκοι , μια που δεν είχαν τίποτα καλύτερο να κάνουν, αποφάσισαν...

21 Απριλίου 1967: Η ραδιοφωνική αναγγελία του πραξικοπήματος

Στις 21 Απριλίου 1967, και ενώ είχαν προκηρυχθεί εκλογές για τις 28 Μαίου, αξιωματικοί του στρατού, υπό την ηγεσία του συνταγματάρχη Γεωργίου Παπαδόπουλου, με...

Η αυτοκτονία του Αλέξανδρου Κορυζη την Μεγαλη Παρασκευη του 1941 με δύο σφαίρες στην καρδιά, σε ηλικία 56 ετών

Παρασκευή, 18 Απριλίου του 1941. Ο τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξανδρος Κορυζής αυτοκτονεί, προκειμένου να μη βρεθεί στη θέση να παραδώσει τη χώρα στους Γερμανούς,...

200 χρόνια από την Έξοδο του Μεσολογγίου

Σήμερα, Κυριακή των Βαίων του 2026, συμπληρώνονται 200 χρόνια από την Έξοδο των ελεύθερων πολιορκημένων Μεσολογγιτών οι οποίοι επί περίπου έναν χρόνο ήταν περικυκλωμένοι από...

ΕΟΚΑ: Η τελευταία επιστολή του Ιάκωβου Πατάτσου

Aγαπημένη μου μητέρα, Χαιρε. Ευρίσκομαι μεταξύ των αγγέλων. Τώρα απολαμβάνω τούς κόπους μου. Τό πνευμα μου φτερουγίζει γύρω από τόν θρόνο του Κυρίου. Θέλω νά...

25η Μαρτίου 1955 – Αμμόχωστος

25η Μαρτίου 1955 - ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ Ο Γρηγόρης Αυξεντίου φτάνει νωρίς το πρωί στο οίκημα της ΑΝΟΡΘΩΣIΣ στην Αμμόχωστο,μαζί με το Σωτηράκη Έλληνα, στενό του...

Γιώργος Βενετσάνος: Οι Ιστορικές Ανακρίβειες και η Πολυπλοκότητα του 1821

Οι Ιστορικές Ανακρίβειες και η Πολυπλοκότητα του 1821 Γράφει ο Γιώργος ΒενετσάνοςΗ ιστορία η επίσημη αρκετές φορές εμπεριέχει και ανακρίβειες ή ψέματα· στη συγκεκριμένη περίπτωση...

ΔΗΜΟΦΙΛΗ