Η τρυπά των επενδύσεων: Στον αέρα ο στόχος του 2024

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Στο ερώτημα τι έχει να «πουλήσει» η Ελλάδα σήμερα,εκτός από τον τουρισμό που είναι η εύκολη απάντηση αρκετοί είναι εκείνοι που θα δυσκολευτούν να απαντήσουν.

Του Γιάννη Στεργίου

Τριγμούς στο επενδυτικό story που έχει στήσει η κυβέρνησις φέρνει  το φρένο στις επενδύσεις που καταγράφηκε στο τεταρτο τρίμηνο του έτους  αποκαλύπτοντας τις αδυναμίες στη διαχείριση των πόρων του Ταμείου Ανακάμψεως και τις μη παραγωγικές επενδύσεις .Πλεον τίθεται   πολύ υψηλά ο πήχης που έχει θέσει η κυβέρνησις ώστε να πιάσει τους στόχους για την αύξηση των επενδύσεων το 2024 από τις οποίες θα κριθεί η δυναμική της αναπτύξεως της ελληνικής οικονομίας. Η καθοδική αναθεώρηση των εκτιμήσεων για τον ρυθμό αναπτύξεως  της ευρωζώνης και οι προβλέψεις για διατήρηση των επιτοκίων της ΕΚΤ σε περιοριστικά επίπεδα, παρά την όποια αποκλιμάκωση, για το σύνολο του 2024, καθιστούν αβέβαιο τον στόχο για επενδυτικές δαπάνες 12,17 δισ. ευρώ το 2024, σε επίπεδα δηλαδή πρωτόγνωρα για την ελληνική οικονομία ακόμα και τον καιρό πριν από τα μνημόνια.

Σύμφωνα με το κείμενο του προϋπολογισμού, οι επενδύσεις θα πρέπει να αυξηθούν κατά περισσότερο από 15,1% και την επόμενη χρονιά. Αυτό σημαίνει ότι για να καλυφθεί το επενδυτικό κενό που αποτελεί ένα από τα μεγάλα αγκάθια της ελληνικής οικονομίας και να εξελιχθεί σε επενδυτικό story που θα αλλάξει επίπεδο την ελληνική οικονομία θα πρέπει  οι επενδύσεις παγίων να φτάσουν στο 23% του ΑΕΠ, από περίπου 15% που είναι σήμερα, που συνεπάγεται ετήσια αύξηση άνω των 16 δισ. ευρώ. Ωστόσο στο ερώτημα τι έχει να «πουλήσει» η Ελλάδα σήμερα,εκτός από τον τουρισμό που είναι η εύκολη απάντηση αρκετοί είναι εκείνοι που θα δυσκολευτούν να απαντήσουν.

Η Ελλάδα φαίνεται να αποτελεί επενδυτικό προορισμό για μία σειρά από ξένα κεφάλαια, τα οποία και έχουν απελευθερωθεί, με την απόκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, αλλά μέχρι στιγμής τουλάχιστον τα χρήματα που έρχονται στην Ελλάδα και μάλιστα σε μεγάλες… ποσότητες, αφορούν υπάρχοντα assets και γενικά μη παραγωγικές επενδύσεις.Κατά συνέπεια υπάρχει ένας έντονος προβληματισμός για το αν αυτό μπορεί να στηρίξει την ελληνική οικονομία και ενισχύσει την επιδίωξη για περισσότερες και καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας. Άλλωστε, πριν  από λίγο καιρό ο επικεφαλής του ΙΟΒΕ Νίκος Βέττας, με αφορμή την τριμηνιαία έκθεση για την ελληνική οικονομία, έκανε λόγο για την επείγουσα ανάγκη ενός νέου υποδείγματος στις επενδύσεις, μακριά από την εμπειρία του 2008 όπου τα 2/3 αφορούσαν την κατοικία, και για την ανάγκη επιτέλους να γίνει το μεγάλο βήμα στη μεταποίηση, σε μια σειρά από κλάδους, από την ενέργεια και την εξόρυξη στα φάρμακα και τα τρόφιμα.

Σημείωσε επίσης ότι «είναι καλό να έχουμε αύξηση και των επενδύσεων στην αγορά ακινήτων, όμως δεν χρειάζεται να χτίσουμε τόσα σπίτια όσα χτίζαμε τότε οπότε αν δεν έχουμε άλλες επενδύσεις παραγωγικές δεν θα φτάσουμε να έχουμε τις επενδύσεις πάνω από 20% του ΑΕΠ. Είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη της χώρας». Είναι ενδεικτικό ότι   οι επενδύσεις σε πάγια το τέταρτο τρίμηνο του 2023, μειώθηκαν (-5,7% YoY, -2,6% QoQ) για πρώτη φορά από το 4ο τρίμηνο του 2020, και εν γένει τελούν σε υποχώρηση τα τελευταία τέσσερα τρίμηνα (-0,5% το Q1, -0.6% το Q2, -2,1% το Q3 και -2,6% το Q4).

Προβληματισμός από την μείωση των άμεσων ξένων επενδύσεων 

Στα επίπεδα του 2019 φαίνεται ότι επενδύσεις των ξένων όταν είχαν ανέλθει στα 4,47 δις ευρώ.Σύμφωνα με τα προκαταρκτικά στοιχεία της ΤτΕ, το 2023 ανήλθαν σε 4,48 δισ. ευρώ και ήταν μειωμένες κατά 40% σε σχέση με το 2022. Το 2022, σύμφωνα με τα αναθεωρημένα στοιχεία της ΤτΕ, οι ΞΑΕ είχαν φτάσει στο ιστορικό υψηλό, ύψους 7,53 δισ. ευρώ. Το 2023, σε αντίθεση με τις εισερχόμενες ροές ΞΑΕ που μειώθηκαν, οι εκροές ΞΑΕ αυξήθηκαν κατά 26% και ανήλθαν σε 3,24 δισ. ευρώ.Πάντως η Ελλάδα  πέρυσι φαίνεται να έχασε το τέμπο της στην αύξηση των εισερχόμενων ΞΑΕ. 

Το αγκάθι του Ταμείου Ανακάμψεως

Ουσιαστικά το πρόβλημα, εξηγούν αρμόδιες πηγές, συνδέεται με τα κοινοτικά κονδύλια και κυρίως με τα έργα του Tαμείου Aνακάμψεως. Όπως παραδέχτηε και ο υπουργός Ενέργειας και Περιβάλλοντος Θεόδωρος Σκυλακάκης, μιλώντας την ημερίδα του ΙΟΒΕ για την Εφαρμογή του Σχεδίου Ανάκαμψης & Ανθεκτικότητας για την Ελλάδα, το πιο δύσκολο τμήμα του προγράμματος είναι αυτό που απομένει, καθώς υπάρχουν εξωγενείς παράμετροι που κρίνουν την επίτευξη των χρονικών ορόσημων. Τέτοιες παράμετροι είναι οι χρόνοι παράδοσης μηχανολογικού εξοπλισμού ή ο χρόνος ολοκλήρωσης δικαστικών προσφυγών για διαγωνισμούς. Ο αρμόδιος υπουργός Οικονομίας Νίκος Παπαθανάσης  παραδέχτηκε πως υπάρχουν αδυναμίες στην εκτέλεση του σχεδίου όπως η καθυστέρηση της απόδοσης δικαιοσύνης καθώς και στο μεταρρυθμιστικό έργο στη δημόσια διοίκηση. Τα παραπάνω θεωρούνται σημαντικά καθώς κάθε νέα επένδυση πρέπει να έχει το απαραίτητο ρυθμιστικό πλαίσιο που θα της επιτρέψει να λειτουργήσει όπως πρέπει.

Η αλήθεια είναι ότι να υπάρχουν καθυστερήσεις και εμπλοκές σε αρκετά  έργα, τα οποία απειλούνται από τον λεγόμενο «ξαφνικό θάνατο», δηλαδή την απώλεια χρηματοδότησης, εάν ξεπερασθούν οι προβλεπόμενες προθεσμίες ενώ αμφισβητείται η δυνατότης  του κρατικού μηχανισμού, αλλά και του ιδιωτικού τομέα, να φέρουν σε πέρας τα πολύ απαιτητικά έργα του προγράμματος. Αλλωστε τα ορόσημα δεν είναι πλέον μόνο μεταρρυθμίσεις και ψήφιση νόμων, αλλά περιλαμβάνουν και αναθέσεις έργων, κάτι που φανερώνει την ανετοιμότητα της κυβέρνησης σε πολλές περιπτώσεις.

Στο αναθεωρημένο πρόγραμμα του ταμείου,εκτός από την προσθήκη έργων της τάξεως των 700 εκατ. ευρώ για τη Θεσσαλία, πολλά έργα που παρουσίαζαν προβλήματα υλοποίησης τροποποιήθηκαν ή ακόμη και αφαιρέθηκαν από το πρόγραμμα, ώστε να γίνει δυνατή η τήρηση των προθεσμιών. Με δεδομένο ότι συμφώνως προς τον Κανονισμό τα ορόσημα και οι στόχοι πρέπει να επιτευχθούν έως τις 31 Αυγούστου 2026 και οποιαδήποτε πληρωμή στο πλαίσιο του RRF πρέπει να εκτελεστεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2026,τα χρονικά περιθώρια είναι ασφυκτικά για την ολοκληρωση των έργων και την απορροφηση των πόρων..Με το Ταμείο Ανακαμψης να αποτελεί το κλειδί για την ανάπτυξη της οικονομίας,συμφώνως προς τον επικεφαλής οικονομολόγο της Eurobank Τακη Αναστασάτο αναδεικνύεται η ανάγκη επιταχύνσεως της εκτέλεσης των επενδυτικών έργων και των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που σχετίζονται με το Ταμείο « ώστε να συνεχιστεί η υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας και κατά το τρέχον έτος αλλά και να υποστηριχθεί ο μετασχηματισμός του μακροχρόνιου υποδείγματος ανάπτυξης στην κατεύθυνση εισαγωγής περισσότερης γνώσης κι εξωστρέφειας στην παραγωγή».

Εστία της Κυριακής

ΔΗΜΟΦΙΛΗ