Αποφεύχθηκε άλλη μια θεσμική εκτροπή, καθώς διορθώθηκε (με χειρόγραφη σημείωση) την τελευταία στιγμή η διάταξη Φλωρίδη

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Μπλόκο στο έργο του Ευρωπαίου εισαγγελέα θα έβαζε πράγματι η διάταξη που είχε ενσωματωθεί σε νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης, όπως προκύπτει από τις απαντήσεις που δόθηκαν στη «δημοκρατία» από το γραφείο της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας Λάουρας Κοβέσι σε σχετικές ερωτήσεις μας.

Από τη Μαρία Παναγιώτου

Η δημοσιοποίηση, μάλιστα, του θέματος και από την εφημερίδα μας φαίνεται πως οδήγησε στην τροποποίηση της διάταξης (και μάλιστα χειρόγραφα) την τελευταία στιγμή, δηλαδή λίγο πριν από την ψήφιση του νομοσχεδίου στην Ολομέλεια της Βουλής, τη Μεγάλη Πέμπτη.

IMG 7185

Η τροποποίηση της διάταξης με χειρόγραφη σημείωση

Το ιστορικό

Όπως είχε γράψει η «δημοκρατία» από τις 24 Απριλίου, στο νομοσχέδιο με τον νέο δικαστικό χάρτη της χώρας του υπουργείου Δικαιοσύνης υπήρχε μια διάταξη (άρθρο 39) η οποία μέσω κατάργησης κάποιων εδαφίων του νόμου 4786/2021 (άρθρο 16Β, παρ. 2) φαινόταν σαν να στερούσε από τον Ευρωπαίο εισαγγελέα την αρμοδιότητα να λαμβάνει απολογία από κατηγορουμένους για πλημμελήματα που διώκονται αυτοτελώς και να περνούσε η σχετική αρμοδιότητα στον ανακριτή.

Συγκεκριμένα, απαλειφόταν εδάφιο που ανέφερε ότι «για πλημμελήματα που διώκονται αυτοτελώς, η ποινική δίωξη ασκείται με την επίδοση προς τον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου, μαζί με κλήση για απολογία ενώπιον του Ευρωπαίου εντεταλμένου εισαγγελέα». Σε εκείνο το δημοσίευμα, επειδή πλημμέλημα που διώκεται αυτοτελώς είναι και η παράβαση καθήκοντος υπουργού, είχαμε εκφράσει την απορία μας για τη στόχευση αυτής της διάταξης, δεδομένης και της έρευνας που διεξάγει η κυρία Κοβέσι για το τραγικό δυστύχημα στα Τέμπη.

Λίγες μέρες αργότερα, το νομοσχέδιο πέρασε προς συζήτηση στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής. Στη συζήτηση που διεξήχθη για τη συγκεκριμένη διάταξη ο υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης απάντησε πως η τροποποίηση της νομοθεσίας ζητήθηκε κατά αυτόν τον τρόπο από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τον Σεπτέμβριο του 2023.

Συγκεκριμένα υποστηρίχθηκε πως ο Ελληνας εισαγγελέας Νικόλαος Πασχάλης, ο οποίος υπηρετεί στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στο Λουξεμβούργο (τυπικά από τον περασμένο Ιούλιο και ουσιαστικά από τον περασμένο Σεπτέμβριο), απέστειλε στο υπουργείο την παραπάνω σύσταση.

Όπως ήταν λογικό, απευθυνθήκαμε στο γραφείο της κυρίας Κοβέσι, προτού ολοκληρωθεί η συζήτηση στην Επιτροπή της Βουλής, δηλαδή τη Μεγάλη Δευτέρα, για να λάβουμε από την καθ’ ύλην αρμόδια απαντήσεις, οι οποίες τελικά μας απεστάλησαν τη Δευτέρα του Πάσχα.

Μεταξύ των ερωτημάτων που θέταμε στην κυρία Κοβέσι ήταν εάν πράγματι είχε ζητήσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία την απαλοιφή εδαφίων και για ποιον λόγο. Από τις απαντήσεις έγινε σαφές πως πράγματι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε κάνει το παραπάνω αίτημα, αλλά με διαφορετική στόχευση:

να μην είναι απαραίτητη η επίδοση προς τον κατηγορούμενο του κατηγορητηρίου για την άσκηση δίωξης, και όχι η αφαίρεση της δυνατότητας του Ευρωπαίου εισαγγελέα να λαμβάνει απολογία. Δηλαδή η συντόμευση της διαδικασίας.

Ωστόσο, με τον τρόπο που έγινε τελικά η διαγραφή των εδαφίων θα μπορούσε πράγματι να προκληθεί ερμηνευτική σύγχυση και να υποστηριχθεί ότι απαιτείται στην προδικασία και για τα πλημμελήματα που διώκονται αυτοτελώς η εμπλοκή του ανακριτή, δηλαδή η ανάγκη τακτικής ανάκρισης. Το γεγονός αυτό όχι μόνο θα περιέπλεκε τη διαδικασία αλλά μπορεί και να την επιμήκυνε χρονικά σε τέτοιον βαθμό ώστε τα συγκεκριμένα αδικήματα να κινδύνευαν με παραγραφή.

Οι απαντήσεις από το γραφείο της Κοβέσι στη «δημοκρατία» και τα ερωτήματα

Από το γραφείο, λοιπόν, της κυρίας Κοβέσι επιβεβαίωσαν πως «τον Σεπτέμβριο του 2023 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την Ελλάδα απέστειλε πρόταση νομοθετικής τροποποίησης στον υπουργό Δικαιοσύνης της Ελλάδας σχετικά με τον ελληνικό νόμο για την εφαρμογή του κανονισμού Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ν. 4786/2021). Στόχος της πρότασης αυτής, όπως εξηγείται στην αιτιολογική έκθεση του σχεδίου νόμου, ήταν η διαγραφή στο άρθρο 16 Β, παράγραφος 2, της τέταρτης και πέμπτης πρότασης, του νόμου 4786/2021 – ώστε να εξαλειφθεί έτσι η ανάγκη για τους Ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς, σε διαδικασίες που αφορούν πλημμελήματα, να καλούν για δεύτερη φορά τον ύποπτο και να ζητούν τη γραπτή του κατάθεση, πριν από την κίνηση της ποινικής διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό θα αποφεύγονταν οι περιττές επικαλύψεις».

Ωστόσο, όπως εξηγείται παρακάτω, στη διάρκεια της συζήτησης του νομοσχεδίου στη Βουλή υπέπεσε τελικά στην αντίληψη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ότι «η προτεινόμενη τροποποίηση ενέχει κίνδυνο πιθανής παρερμηνείας, καθώς παρέμενε ασαφές εάν το υπόλοιπο άρθρο 16 Β, παράγραφος 2, θα εφαρμοζόταν όχι μόνο σε έρευνες που αφορούν κακουργήματα, αλλά και σε έρευνες που αφορούν μόνο πλημμελήματα. Εάν το άρθρο αυτό παρερμηνευόταν με αυτόν τον τρόπο, το αποτέλεσμα θα ήταν ότι, ακόμη κι όταν η διαδικασία αφορούσε μόνο πλημμελήματα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα έπρεπε να εμπλέκει τον ανακριτή, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε ένα αποτέλεσμα που θα ήταν αντίθετο με τον σκοπό της μεταρρύθμισης, ο οποίος ήταν να διευκολύνει τις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε πλημμελήματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, όταν δεν ερευνώνται μαζί με κακουργήματα. Ως εκ τούτου, κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πρότεινε μια άλλη τροποποίηση, προκειμένου να αποσαφηνιστεί πέραν πάσης αμφιβολίας το επιδιωκόμενο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου, με την προσθήκη της φράσης «για πλημμελήματα που διώκονται χωριστά η ποινική διαδικασία ασκείται από τον Ευρωπαίο εντεταλμένο εισαγγελέα, σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας».

Οπως πληροφορηθήκαμε, η πρόταση αυτή προστέθηκε στην υπό τροποποίηση διάταξη και, όπως ισχύει, είναι πλέον σαφές πέραν πάσης αμφιβολίας ότι οι έρευνες που αφορούν πλημμελήματα θα διεκπεραιώνονται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με τους ίδιους δικονομικούς κανόνες που ισχύουν στις εθνικές υποθέσεις εκτός Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Αυτό αναμένεται «να διευκολύνει το καθημερινό έργο των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων και να αυξήσει την αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα».

Ένα τόσο σοβαρό λάθος, ωστόσο, δημιουργεί εκ νέου ερωτήματα:

Πώς είναι δυνατόν να δόθηκε από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία η σύσταση τροποποίησης τόσο πρόχειρα, που να οδηγούσε ακριβώς στο αντίθετο αποτέλεσμα;
Ο πολύπειρος Έλληνας εισαγγελέας κ. Πασχάλης, ο οποίος υπηρετεί στο Λουξεμβούργο και είναι άριστος γνώστης της σχετικής νομοθεσίας, πώς είναι δυνατόν να μην είδε τα περιθώρια παρερμηνείας;
Γιατί δεν χτύπησε, αλήθεια, το καμπανάκι στην κυρία Κοβέσι για τον κίνδυνο να υπάρξει αντίθετο από το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα;

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ