Ο πληθωρισμός επανέρχεται, με εκτιμήσεις για άνοδο στο 3,1%, ενώ η εικόνα γίνεται χειρότερη στο καταναλωτικό κλίμα
Ο δείκτης GfK κατρακύλησε στις -33,3 μονάδες, αντανακλώντας βαθιά απαισιοδοξία
Για δεκαετίες η Γερμανία αποτελούσε το υπόδειγμα οικονομικής ισχύος και πειθαρχίας στην Ευρώπη. Η χώρα που κατάφερε να μετατρέψει τις αδυναμίες της μεταπολεμικής περιόδου σε συγκριτικά πλεονεκτήματα εξελίχθηκε σε έναν οικονομικό κολοσσό που όχι μόνο καθόρισε τη δική της πορεία, αλλά επέβαλε σε μεγάλο βαθμό και τη μοίρα της ευρωζώνης.
Εφημεριδα Δημοκρατία
Ως βασικός εμπνευστής και αρχιτέκτονας των πολιτικών λιτότητας μετά την κρίση του 2008-2009, διαμόρφωσε ένα αυστηρό πλαίσιο δημοσιονομικής πειθαρχίας που επέβαλε στους εταίρους της, βυθίζοντας τον ευρωπαϊκό Νότο σε μια βαθιά και καταστροφική κρίση. Σήμερα, όμως, το ίδιο αυτό μοντέλο φαίνεται ότι επιστρέφει ως μπούμερανγκ. Η Γερμανία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη και η ίδια με μια βαθιά και πολυεπίπεδη οικονομική κρίση, η οποία αποκαλύπτει ότι ο «γίγαντας» της ευρωπαϊκής οικονομίας στηρίζεται σε όλο και πιο εύθραυστα θεμέλια.
Η απόφαση του γερμανικού υπουργείου Οικονομίας να περικόψει στο μισό την πρόβλεψη ανάπτυξης για το 2026
στο μόλις 0,5% από 1% αποτελεί ηχηρή ένδειξη της επιδείνωσης. Παράλληλα, η πρόβλεψη για το 2027 αναθεωρήθηκε επίσης προς τα κάτω, στο 0,9%. Ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή λειτουργεί ως καταλύτης αυτής της επιδείνωσης. Η εκτίναξη των τιμών ενέργειας πλήττει τη βιομηχανία και τα νοικοκυριά, επαναφέροντας πιέσεις που η Γερμανία δεν κατάφερε ποτέ να ξεπεράσει πλήρως μετά την ενεργειακή κρίση που προκάλεσε ο πόλεμος στην Ουκρανία και υποχρεωτική προσπάθεια απεξάρτησης από τη ρωσική φθηνή ενέργεια.
Ο καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς είχε επενδύσει πολιτικά σε ένα «έτος οικονομικής ανανέωσης». Ωστόσο, το αφήγημά του καταρρέει. Παρά τα τεράστια πακέτα στήριξης και το φιλόδοξο επενδυτικό σχέδιο 500 δισ. ευρώ για υποδομές, η πραγματική οικονομία δεν ανταποκρίνεται. Η ανάπτυξη παραμένει αναιμική, ενώ οι δείκτες εμπιστοσύνης επιδεινώνονται. Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Η αύξηση του ΑΕΠ στο πρώτο τρίμηνο εκτιμάται μόλις στο 0,2%, ενώ οι προβλέψεις για το σύνολο του έτους κινούνται γύρω στο 0,3%.
Ταυτόχρονα, ο πληθωρισμός επανέρχεται δυναμικά, με εκτιμήσεις για άνοδο στο 3,1%, εντείνοντας την πίεση στα νοικοκυριά. Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ζοφερή στο καταναλωτικό κλίμα. Ο δείκτης GfK κατρακύλησε στις -33,3 μονάδες, αντανακλώντας τη βαθιά απαισιοδοξία των πολιτών. Οι προσδοκίες εισοδήματος καταρρέουν, ενώ οι οικονομικές προοπτικές προσεγγίζουν επίπεδα κρίσης. Σε μια χώρα που παραδοσιακά στηριζόταν στη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα, η ανασφάλεια που κυριαρχεί είναι διάχυτη σε όλα τα κρατίδια.
Η ειρωνεία είναι εμφανής
Η Γερμανία, που επί χρόνια επέβαλε δημοσιονομική αυστηρότητα στους εταίρους της, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπη με το ίδιο δίλημμα: λιτότητα ή ανάπτυξη. Η συζήτηση για την άρση του «φρένου χρέους» αποτυπώνει ακριβώς αυτή την αντίφαση. Το γερμανικό υπουργείο Οικονομικών αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο χαλάρωσης, ενώ ο ίδιος ο Μερτς επιμένει στη δημοσιονομική πειθαρχία, δηλώνοντας ότι «η Γερμανία έχει ήδη αρκετό χρέος». Αυτή η εσωτερική αντίφαση δεν είναι απλώς τεχνική· είναι βαθιά πολιτική. Από τη μία πλευρά, η ανάγκη για στήριξη της οικονομίας είναιεπιτακτική. Από την άλλη, το ιδεολογικό βάρος της λιτότητας που η ίδια η Γερμανία καθιέρωσε περιορίζει τα περιθώρια δράσης.
Παράλληλα, οι δομικές αδυναμίες της γερμανικής οικονομίας γίνονται όλο και πιο εμφανείς. Η βιομηχανική της βάση δέχεται ισχυρά πλήγματα από τον διεθνή ανταγωνισμό, ιδιαίτερα από την Κίνα, ενώ οι εμπορικές εντάσεις με τις ΗΠΑ επιβαρύνουν περαιτέρω τις εξαγωγές. Το μοντέλο ανάπτυξης που στηρίχθηκε στις εξαγωγές και στη βιομηχανική υπεροχή δείχνει να φτάνει στα όριά του. Από τότε που ο Μερτς ανέλαβε την εξουσία, δημιουργήθηκε ένα ειδικό ταμείο υποδομών ύψους 500 δισ. ευρώ για τη βελτίωση σχολείων, δρόμων και σιδηροδρόμων, ενώ αυξήθηκαν και οι στρατιωτικές δαπάνες.
«Η γερμανική οικονομία θα συρρικνωνόταν ήδη χωρίς αυτή τη στήριξη» δήλωσε ο πρόεδρος του Ifo, Κλέμενς Φουστ. Οι αυξημένες δαπάνες βοήθησαν αρχικά τις γερμανικές μετοχές να ξεπεράσουν τους ανταγωνιστές τους, αν και πλέον υστερούν σε σχέση με την ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά φέτος. Για να μετριάσει τον αντίκτυπο των υψηλών τιμών ενέργειας, η κυβέρνηση ανακοίνωσε μέτρα στήριξης, όπως ελάφρυνση τιμών καυσίμων ύψους 1,6 δισ. ευρώ και δυνατότητα καταβολής αφορολόγητων μπόνους από τιςεπιχειρήσεις.
Ωστόσο, αυτά τα μέτρα ενδέχεται να μην επαρκούν για να ενισχύσουν την κατανάλωση. Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις -η περίφημη ραχοκοκαλιά του γερμανικού Mittelstand- εκπέμπουν σήμα κινδύνου. Ζητούν μείωση της γραφειοκρατίας, φορολογικές ελαφρύνσεις και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις. Αντί όμως για ένα συνεκτικό σχέδιο, βλέπουν μια κυβέρνηση εγκλωβισμένη σε εσωτερικές αντιθέσεις.
Η αποτυχία ως μεταδοτική… νόσος για την ευρωζώνη
Η πολιτική διάσταση της κρίσης είναι εξίσου ανησυχητική. Ο κυβερνητικός συνασπισμός εμφανίζεται διχασμένος, με τους Σοσιαλδημοκράτες και τους Χριστιανοδημοκράτες να συγκρούονται σε βασικά ζητήματα οικονομικής πολιτικής. Την ίδια στιγμή, η άνοδος της Ακροδεξιάς εντείνει την πίεση, περιορίζοντας περαιτέρω τα περιθώρια ελιγμών.
Ο Μερτς βρίσκεται έτσι παγιδευμένος σε ένα ασφυκτικό πλαίσιο: από τη μία, οι αγορές και οι δημοσιονομικοί κανόνες, από την άλλη, η κοινωνική δυσαρέσκεια και η πολιτική φθορά. Οι εσωτερικές συγκρούσεις θυμίζουν την αποτυχημένη κυβέρνηση του προκατόχου του, Ολαφ Σολτς, αυξάνοντας την πιθανότητα να μην υπάρξουν ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις πέρα από τη συνέχιση των δημοσιονομικών δαπανών. «Δεν έχω μεγάλες προσδοκίες για βαθιές μεταρρυθμίσεις» δήλωσε ο οικονομολόγος Μόριτς Κρέμερ. «Αυτά συνήθως γίνονται στην αρχή μιας κυβερνητικής θητείας – και όσα έχουν γίνει μέχρι τώρα υπολείπονται των προσδοκιών».
Ομως, η κρίση της Γερμανίας δεν είναι μόνο εθνική υπόθεση. Ως η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης, η πορεία της επηρεάζει άμεσα ολόκληρη την ευρωζώνη. Η επιβράδυνση μεταδίδεται ήδη στους εταίρους της, επιβεβαιώνοντας τον κεντρικό της ρόλο όχι πλέον ως κινητήρα αλλά ως τροχοπέδη της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η εικόνα είναι αυτή ενός «γίγαντα σε πήλινα πόδια». Μιας χώρας που οικοδόμησε την ισχύ της πάνω σε ένα μοντέλο αυστηρής πειθαρχίας και εξαγωγικής υπεροχής, αλλά αδυνατεί να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες. Η ενεργειακή εξάρτηση, η δημογραφική γήρανση, η γραφειοκρατία και η τεχνολογική υστέρηση συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Η χώρα που επέβαλε λιτότητα στους άλλους καλείται τώρα να επιλέξει αν θα εγκαταλείψει τις ίδιες της τις αρχές για να σώσει την οικονομία της. Και μέχρι στιγμής δείχνει να διστάζει.
