Να δείς τι μας έχουν για μετά στα αθόρυβα και μουλωχτά!
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης που παρουσιάζεται ως «τεχνική μεταρρύθμιση», αλλάζει ουσιαστικά τη λειτουργία του δημοκρατικού εκλογικού συστήματος σε Δήμους και Περιφέρειες.
🔴Καταργείται η δεύτερη Κυριακή στις αυτοδιοικητικές εκλογές.
🔴 Αποδυναμώνεται έτσι η πλειοψηφική λαϊκή νομιμοποίηση (50%+1).
🔴Το νέο σύστημα προβλέπει δεύτερες επιλογές ψήφου και μηχανισμούς ανακατανομής, χωρίς νέα προσφυγή στις κάλπες. Ο δημότης θα μπορεί να ψηφίζει έναν για δήμαρχο, άλλον δημοτικό σύμβουλο από άλλη παράταξη, να δηλώνει δεύτερη επιλογή δημάρχου
🔴Αυτό μετατρέπει την πολιτική διαδικασία σε «εκλογική μηχανική» και αλγοριθμική διαχείριση ψήφων.
🔴Δήμαρχοι θα μπορούν να εκλέγονται ακόμη και με ποσοστά γύρω στο 30%.
🔴Μειώνεται αυτόματα ο ρόλος των μικρότερων παρατάξεων και των πολιτικών συνεργασιών μεταξύ πρώτης και δεύτερης Κυριακής.
🔴Μετάβαση από την πολιτική διαπραγμάτευση σε αυτοματοποιημένες μεταφορές ψήφων.
🔴Ενισχύεται η εξάρτηση της Αυτοδιοίκησης από το κεντρικό (επιτελικό!) κράτος με ότι αυτό συνεπάγεται!
–
Από την κάλπη της κοινωνίας στους δημάρχους των αλγόριθμων
Υπάρχουν στιγμές που μια θεσμική αλλαγή παρουσιάζεται ως “τεχνική μεταρρύθμιση”, αλλά στην πραγματικότητα κρύβει πίσω της μια βαθιά πολιτική ανατροπή. Κάπως έτσι εξελίσσεται και η συζήτηση γύρω από τον νέο Ενιαίο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Ο νέος; Κώδικας Αυτοδιοίκησης δεν αλλάζει μόνο εκλογικό σύστημα, αλλάζει τη φύση της Δημοκρατίας στους Δήμους και τις Περιφέρειες.
Απο το neakriti.gr
Η κυβέρνηση επιμένει ότι επιχειρεί έναν αναγκαίο εκσυγχρονισμό. Ότι λύνει γραφειοκρατικά προβλήματα, ξεκαθαρίζει αρμοδιότητες, περιορίζει τις δυσλειτουργίες και κάνει πιο “ευέλικτους” τους Δήμους και τις Περιφέρειες. Και πράγματι, μέσα στον νέο Κώδικα υπάρχουν θεσμικές παρεμβάσεις που εδώ και χρόνια ζητούσαν πολλοί αυτοδιοικητικοί.
Κανείς σοβαρός άνθρωπος δε θα πει ότι η Αυτοδιοίκηση δε χρειάζεται αλλαγές. Μόνο που πίσω από τη βιτρίνα της “απλοποίησης” κρύβεται κάτι πολύ μεγαλύτερο και πολύ πιο επικίνδυνο: μια οργανωμένη μετάβαση από την αιρετή, πολιτική, ζωντανή Αυτοδιοίκηση και την ενεργό συμμετοχή των πολιτών, σε ένα αποστειρωμένο μοντέλο διοικητικής διαχείρισης, πλήρως ελεγχόμενο από το κεντρικό κράτος. Και το πιο ανησυχητικό; Ότι αυτή η μετάβαση γίνεται σχεδόν αθόρυβα. Χωρίς μεγάλες αντιδράσεις. Χωρίς κοινωνική συζήτηση. Σαν να πρόκειται για αλλαγή κανονισμού πολυκατοικίας και όχι για παρέμβαση στον πιο άμεσο θεσμό δημοκρατικής έκφρασης που διαθέτει ακόμη η κοινωνία.
Η κατάργηση της δεύτερης Κυριακής δεν είναι “λεπτομέρεια”
Ας σταματήσουμε για λίγο να κρυβόμαστε πίσω από τεχνικούς όρους. Η κατάργηση της δεύτερης Κυριακής δεν είναι οργανωτική διευκόλυνση. Είναι πολιτική επιλογή. Για δεκαετίες στην Ελλάδα ίσχυε μια απλή, καθαρή δημοκρατική αρχή: όποιος διοικεί έναν Δήμο ή μια Περιφέρεια οφείλει να έχει τη στήριξη της πλειοψηφίας των πολιτών. Το περίφημο 50% συν μία ψήφος δεν ήταν λογιστικό εύρημα. Ήταν η βάση της λαϊκής νομιμοποίησης.
Η δεύτερη Κυριακή δεν υπήρξε ποτέ “περιττό κόστος”, όπως παρουσιάζεται τώρα. Ήταν ο χώρος όπου γεννιούνταν πολιτικές συνθέσεις. Εκεί όπου οι παρατάξεις αναγκάζονταν να μιλήσουν μεταξύ τους. Να συμφωνήσουν. Να συγκρουστούν πολιτικά. Να εκτεθούν δημόσια απέναντι στους πολίτες. Η Αυτοδιοίκηση ακριβώς εκεί διέφερε από την κεντρική πολιτική σκηνή: είχε ακόμη κοινωνικό διάλογο, προσωπική επαφή, διαπραγμάτευση μέσα στις τοπικές κοινωνίες. Τώρα αυτό επιχειρείται να τελειώσει.
Ο δημότης θα μπορεί να ψηφίζει έναν για δήμαρχο, άλλον δημοτικό σύμβουλο από άλλη παράταξη, να δηλώνει δεύτερη επιλογή δημάρχου, εναλλακτική προτίμηση, μεταφορά ψήφων και εκλογικά “μαξιλαράκια” μέχρι να βγει αποτέλεσμα χωρίς δεύτερη λαϊκή κρίση. Και κάπως έτσι η πολιτική αντικαθίσταται από εκλογική μηχανική.
Δήμαρχοι του 30% και “νομιμοποίηση” μέσω τεχνικών τρικ
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι μπορεί να εκλέγονται δήμαρχοι με 30%. Είναι ότι αυτό θα παρουσιάζεται ως φυσιολογικό και δημοκρατικά επαρκές. Με το νέο μοντέλο, ο νικητής μπορεί να μην έχει ποτέ επικρατήσει σε καθαρή αναμέτρηση απέναντι στον βασικό αντίπαλό του. Να μην έχει ποτέ λάβει καθαρή εντολή πλειοψηφίας. Να αναδεικνύεται μέσα από αλγόριθμους ανακατανομής ψήφων, δεύτερες επιλογές και μαθηματικές εξισώσεις.
Και το χειρότερο; Θα καταργηθεί η ίδια η ανάγκη πολιτικής σύνθεσης. Γιατί σήμερα, ανάμεσα στην πρώτη και τη δεύτερη Κυριακή, οι μικρότερες παρατάξεις είχαν ρόλο. Διαπραγματεύονταν δημόσια. Έθεταν πολιτικούς όρους. Επηρέαζαν προγράμματα και διοικήσεις. Υπήρχε πολιτική διαδικασία.
Με το νέο σύστημα αυτό εξαφανίζεται. Οι συμφωνίες αντικαθίστανται από προγραμματισμένες “μεταφορές” ψήφων. Η κοινωνική διαπραγμάτευση από εκλογικούς αυτοματισμούς.
Και κάπου εκεί η δημοκρατία γίνεται λογισμικό
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Χάρης Δούκας, του μεγαλύτερου δήμου της χώρας, των Αθηνών, αντέδρασε τόσο σκληρά. Όταν μίλησε για «εκλογικό σύστημα από τα Φίτζι» και προειδοποίησε πως «στο τέλος θα μας διορίσουν», δεν έκανε αντιπολιτευτικό λογοπαίγνιο. Περιέγραψε τον πυρήνα της αγωνίας πολλών αυτοδιοικητικών: ότι οι Δήμοι μετατρέπονται σταδιακά σε διοικητικούς μηχανισμούς χωρίς πραγματική πολιτική αυτονομία.
Από την αιρετή Αυτοδιοίκηση στον κρατικό ιμάντα
Η ουσία του προβλήματος δε βρίσκεται μόνο στο εκλογικό σύστημα. Βρίσκεται στη συνολική αντίληψη που διαπερνά τον νέο Κώδικα. Οι Δήμοι φορτώνονται συνεχώς νέες αρμοδιότητες: πολιτική προστασία, καθημερινότητα, κοινωνικές υπηρεσίες, ενεργειακές υποχρεώσεις, κρίσεις, φυσικές καταστροφές. Αλλά την ίδια ώρα παραμένουν οικονομικά εξαρτημένοι από το κεντρικό κράτος.
Οι πόροι παραμένουν περιορισμένοι. Η οικονομική αυτοτέλεια υπονομευμένη. Οι εξαρτήσεις από τα υπουργεία μόνιμες. Άρα τι χτίζεται στην πραγματικότητα; Ένα μοντέλο όπου οι Δήμοι θα έχουν ευθύνη χωρίς πραγματική αυτονομία. Δημάρχους, περιφερειάρχες, με περιορισμένη πολιτική νομιμοποίηση και ταυτόχρονα αυξημένη κρατική εξάρτηση. Δηλαδή ακριβώς το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες, όπου η αποκέντρωση θεωρείται προϋπόθεση αποτελεσματικής δημοκρατίας.
Εδώ πάμε ανάποδα: επανασυγκέντρωση εξουσιών στο κέντρο και Δήμοι-Περιφέρειες που λειτουργούν ως εκτελεστικοί βραχίονες υπουργικών αποφάσεων. Κάτι σαν κρατική μηχανή με μανδύα Τοπικής Αυτοδιοίκησης.
Και μετά θα έρθει η “ψηφιακή διευκόλυνση”
Το ακόμη πιο ανησυχητικό είναι πως όλο αυτό παρουσιάζεται ως τεχνολογική πρόοδος.
Σήμερα συζητούν για δεύτερες επιλογές και ηλεκτρονικές διαδικασίες. Αύριο θα εμφανιστεί ως “φυσική εξέλιξη” η πλήρης ηλεκτρονική ψηφοφορία από το σπίτι. Θα μας πουν ότι έτσι διευκολύνεται ο πολίτης. Ότι γλιτώνει χρόνο. Ότι είναι σύγχρονο. Ότι «έτσι γίνεται παντού». Μόνο που η δημοκρατία δεν είναι εφαρμογή κινητού τηλεφώνου.
Η εκλογική διαδικασία και στην Αυτοδιοίκηση ήταν πάντα κάτι βαθύτερο: κοινωνική συμμετοχή, φυσική παρουσία, πολιτική κινητοποίηση, δημόσια αντιπαράθεση μέσα στις γειτονιές και στα χωριά. Αν αυτό μετατραπεί σε μια απομακρυσμένη διαδικασία επιλογών μέσω tablet, τότε η Αυτοδιοίκηση χάνει τον χαρακτήρα της ως ζωντανό κύτταρο δημοκρατίας. Θα έχουμε εκλογές περίπου σαν να παίζουμε Λόττο. Με πρώτη επιλογή, δεύτερη επιλογή, πιθανότητες, τεχνικές κατανομές και τελικό αποτέλεσμα που θα εμφανίζεται ως “αντικειμενικό”. Αλλά η δημοκρατία δεν είναι στατιστική πράξη.
Η σιωπή της Κρήτης και η φωνή του Δούκα
Και μέσα σε όλα αυτά υπάρχει ένα ακόμη πιο πολιτικό ερώτημα: γιατί η Αυτοδιοίκηση της Κρήτης παραμένει σχεδόν σιωπηλή;
Την ώρα που ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας σηκώνει ανοιχτά πολιτικό αντάρτικο απέναντι στις αλλαγές, προειδοποιώντας ότι «οι Δήμοι μετατρέπονται σε παραρτήματα των υπουργείων» και ότι «στο τέλος θα μας διορίσουν», στην Κρήτη επικρατεί μια αμήχανη θεσμική αφωνία.
Ο Δούκας μιλά ξεκάθαρα για αποδυνάμωση της λαϊκής νομιμοποίησης, για δημάρχους χωρίς πραγματική πλειοψηφία, για ένα μοντέλο που περιορίζει την πολιτική αυτονομία των αιρετών και μετατρέπει την Αυτοδιοίκηση σε ελεγχόμενο κρατικό μηχανισμό. Θέτει ευθέως θέμα δημοκρατίας. Στην Κρήτη όμως;
Ο δήμαρχος Ηρακλείου, ο δήμαρχος Χανίων, ο πρόεδρος της ΠΕΔ Κρήτης και δήμαρχος Ρεθύμνου θα πάρουν θέση; Θα συγκρουστούν πολιτικά; Ή θα αρκεστούν σε προσεκτικές ισορροπίες, ώστε να μη διαταραχθούν οι σχέσεις με το κεντρικό πολιτικό σύστημα και τοπικούς βουλευτές ή υπουργούς;
Γιατί εδώ δε μιλάμε για μια απλή τεχνική αλλαγή εκλογικού νόμου. Μιλάμε για ανατροπή της ίδιας της φιλοσοφίας της αιρετής Αυτοδιοίκησης. Και το ίδιο, ίσως ακόμη πιο βαρύ, ερώτημα αφορά και τον περιφερειάρχη Κρήτης. Έναν αυτοδιοικητικό που εδώ και χρόνια εμφανίζεται σχεδόν πολιτικά ανίκητος, με διαρκείς επανεκλογές και κυριαρχία χωρίς σοβαρό εκλογικό κίνδυνο. Άρα, θεωρητικά, έναν αιρετό που δεν οφείλει την πολιτική του επιβίωση σε εκλογικά τεχνάσματα ή σε μηχανισμούς τεχνητής ενίσχυσης.
Ακριβώς γι’ αυτό η στάση του αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Θα συγκρουστεί πολιτικά σε ένα τόσο μείζον ζήτημα δημοκρατίας; Θα σηκώσει θεσμικό ανάστημα απέναντι σε μια μεταρρύθμιση που οδηγεί σε δημάρχους και περιφερειάρχες μειοψηφίας, σε εκλογές χωρίς πραγματική κοινωνική νομιμοποίηση και σε μια Αυτοδιοίκηση όλο και πιο ελεγχόμενη από το κέντρο; Ή θα επιλέξει τον γνώριμο ελληνικό δρόμο του “και με τον αστυφύλαξ και με τον χωροφύλαξ”; Να μη δυσαρεστηθεί κανείς, να διατηρούνται οι ισορροπίες με την εξουσία, αρκεί το σύστημα να συνεχίζει να αναπαράγει αδιατάρακτα τις ίδιες διοικήσεις και τις ίδιες επανεκλογές στο διηνεκές; Γιατί κάποια στιγμή η συνεχής ουδετερότητα παύει να είναι θεσμική ψυχραιμία και μετατρέπεται σε πολιτική στάση. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται το κρίσιμο σημείο: όταν ένας αιρετός με ισχυρή πολιτική κυριαρχία αποφεύγει να πάρει θέση σε ένα τόσο θεμελιώδες ζήτημα δημοκρατικής λειτουργίας, τότε δημιουργείται η εντύπωση πως τελικά το βασικό ζητούμενο δεν είναι η θεσμική θωράκιση της Αυτοδιοίκησης, αλλά η διατήρηση ενός μοντέλου διαρκούς επανεκλογής, χωρίς συγκρούσεις με το κέντρο εξουσίας.
Διαχειριστική αναπαραγωγή εξουσίας… Εκτός αν κάποιοι βολεύονται
Εκτός αν ορισμένοι θεωρούν πως ένα σύστημα χωρίς δεύτερη Κυριακή, χωρίς πολιτικές συνθέσεις και χωρίς ανάγκη κοινωνικών πλειοψηφιών, τελικά εξυπηρετεί περισσότερο όσους διαθέτουν ήδη ισχυρούς μηχανισμούς και αναγνωρισιμότητα. Αλλά αυτό δεν είναι πολιτική ισχύς δημοκρατικής ποιότητας.
Είναι διαχειριστική αναπαραγωγή εξουσίας. Και τότε η Αυτοδιοίκηση παύει να είναι χώρος ζωντανής λαϊκής συμμετοχής και μετατρέπεται σε ένα κλειστό σύστημα διοικητικής ανακύκλωσης προσώπων, με εκλογές που περισσότερο θα θυμίζουν τεχνική επικύρωση συσχετισμών παρά πραγματική δημοκρατική αναμέτρηση.
Το πραγματικό διακύβευμα
Το μεγάλο θέμα τελικά δεν είναι αν οι εκλογές θα γίνονται μία ή δύο Κυριακές. Το πραγματικό ερώτημα είναι άλλο: θέλουμε Δήμους πολιτικά αυτόνομους ή Δήμους-παραρτήματα;
Θέλουμε αιρετούς που θα λογοδοτούν στις τοπικές κοινωνίες ή διοικήσεις που θα νομιμοποιούνται μέσω εκλογικών τεχνικών και κρατικών μηχανισμών;
Θέλουμε ζωντανή δημοκρατία ή μια αποστειρωμένη διαχείριση προσώπων; Γιατί πίσω από τις λέξεις “εκσυγχρονισμός”, “απλοποίηση” και “νέα εποχή” κρύβεται ίσως η μεγαλύτερη μεταβολή της μεταπολιτευτικής Αυτοδιοίκησης. Η μετάβαση από την πολιτική συμμετοχή στην τεχνοκρατική διαχείριση. Και τότε οι Δήμοι δεν θα είναι πια χώροι δημοκρατίας. Θα είναι τοπικές υπηρεσίες του κεντρικού κράτους με εκλεγμένο προσωπείο.
