Εκπαιδεύοντας τον Θανάση
Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Όλοι ξέρουμε τον Θανάση.
Ο Θανάσης βρίζει στο καφενείο. «Όλοι ίδιοι είναι ρε, λαμόγια. Να ψοφήσουν». Μετά πάει και ψηφίζει τον «δικό του» γιατί του υποσχέθηκε να βολέψει τον γιο του στο Δημόσιο. Ο Θανάσης λέει «μας πούλησαν» για τον πρωτογενή τομέα, αλλά στο σουπερμάρκετ παίρνει το ξένο λάδι γιατί είναι 1 ευρώ φθηνότερο. Ο Θανάσης ουρλιάζει για το μεταναστευτικό, αλλά όταν του ζητάνε να νοικιάσει το σπίτι του σε πρόσφυγα με επιδότηση, κάνει τον σταυρό του.
Ο Θανάσης βλέπει Τέμπη στην τηλεόραση και δακρύζει. Την επόμενη μέρα ξεχνάει ποιος ήταν υπουργός και ψηφίζει ξανά με κριτήριο ποιον αντιπαθεί λιγότερο. Ο Θανάσης θέλει «να μπει τάξη», αλλά παρκάρει στο πεζοδρόμιο «για 5 λεπτά ρε αδερφέ». Θέλει «κράτος-δικαίου», αλλά αν τον γράψουν για κράνος παίρνει τηλέφωνο τον ξάδερφο τον αστυνόμο.
Και μετά ο Θανάσης αναρωτιέται γιατί οι πολιτικοί τον βλέπουν σαν αντικείμενο εκμετάλλευσης.
Γιατί ο Θανάσης είναι το τέλειο θύμα. Είναι προβλέψιμος. Θυμώνει εύκολα, ξεχνάει γρήγορα, και στο τέλος συμβιβάζεται. Φωνάζει για την ατιμωρησία, αλλά την ημέρα της κάλπης επιβραβεύει αυτόν που του χάιδεψε τα αυτιά.
Μόνο που ο Θανάσης δεν γεννήθηκε έτσι. Τον εκπαίδευσε ένα σύστημα που επιβραβεύει τη λαμογιά και τιμωρεί τη συνέπεια. Ένα σύστημα που του έμαθε ότι «αν δεν φας εσύ, θα σε φάνε». Που του έδειξε ότι τα σκάνδαλα κουκουλώνονται, οι υπεύθυνοι δεν πληρώνουν ποτέ, και ο τίμιος βγαίνει πάντα χαμένος. Ο Θανάσης δεν είναι χαζός. Είναι πληγωμένος και κουρασμένος. Και το σύστημα ποντάρει ακριβώς στην κούρασή του. Γιατί ο κουρασμένος άνθρωπος δεν ψάχνει. Διαλέγει το εύκολο, το γνώριμο, το «μικρότερο κακό».
Και εδώ είναι η παγίδα: Από τη στιγμή που το κατάλαβες, δεν έχεις άλλοθι. Από τη στιγμή που ξέρεις ότι σε δουλεύουν, γίνεσαι συνένοχος αν συνεχίζεις να παίζεις το παιχνίδι τους.
Προσπαθούμε δεκαετίες να «εκπαιδεύσουμε τον Θανάση» με κήρυγμα. Του λέμε «διάβασε», «σκέψου», «μην τρως σανό». Και απορούμε γιατί γυρνάει την πλάτη. Γιατί ο Θανάσης δεν εκπαιδεύεται με κήρυγμα. Εκπαιδεύεται τη μέρα που θα καταλάβει ότι η ψήφος του δεν είναι ντουφεκιά στον αέρα. Είναι υπογραφή σε συμβόλαιο. Και το συμβόλαιο αυτό το πληρώνει αυτός, τα παιδιά του, ο τόπος του.
Πώς αλλάζει ο Θανάσης; Όχι με θαύματα. Με δύο αποφάσεις.
Πρώτον: Τη μέρα που πριν ψηφίσει θα ρωτήσει «γιατί;» αντί για «τι θα πάρω;».
Δεύτερον: Τη μέρα που θα τιμωρήσει με την ψήφο του αυτόν που τον θεωρεί δεδομένο, ανεξαρτήτως κόμματος. Γιατί η ατιμωρησία ζει και βασιλεύει επειδή εμείς την επιβραβεύουμε στην κάλπη.
Η αλήθεια είναι ότι ο Θανάσης δεν έχει πάντα την πολυτέλεια να φιλοσοφήσει. Παλεύει να ζήσει. Ακριβώς γι’ αυτό τον εκμεταλλεύονται. Και ακριβώς γι’ αυτό η αλλαγή ξεκινάει από το πιο απλό: από το να μην τους κάνουμε τη χάρη.
Οπότε το ερώτημα δεν είναι «πώς θα εκπαιδεύσουμε τον Θανάση». Το ερώτημα είναι άλλο. Και είναι ερώτημα που πονάει:
Καθώς διαβάζεις αυτό το κείμενο και κουνάς το κεφάλι σου, «ναι ρε, έτσι είναι ο Θανάσης», «μπράβο, τα λες καλά για τον Θανάση»…
Ποιος Θανάσης;
Μήπως εγώ;
