Τραπεζικό «λοκ άουτ»: Απίστευτη μεθόδευση κυβέρνησης – τραπεζών για μαζική απόσυρση ΑΤΜ από την επαρχία

Ο καταστηματάρχης -ο καφετζής, ο μπακάλης…- θα χρεώνει την κάρτα του πελάτη μέσω του POS και, στη συνέχεια,
θα του δίνει το αντίστοιχο ποσό σε χαρτονομίσματα από το δικό του ταμείο.
Αν ο έμπορος δεν έχει μετρητά, θα μπορεί να λέει «όχι» στον συνταξιούχο. Έτσι, η πρόσβαση του πολίτη στο ίδιο του το χρήμα μετατρέπεται από κατοχυρωμένο δικαίωμα σε ζήτημα… τύχης ή καλής θέλησης.
Κώστας Καινούργιος από την efsyn.gr
Η ελληνική επαρχία ερημώνει και μαζί της σβήνουν και οι τελευταίες υποδομές που κρατούσαν ζωντανές τις τοπικές κοινωνίες.
Μετά το μαζικό κλείσιμο των σχολείων, των ταχυδρομικών υποκαταστημάτων και των κέντρων υγείας, η κυβέρνηση και το εγχώριο τραπεζικό σύστημα προχωρούν τώρα στο επόμενο βήμα της οικονομικής ασφυξίας της περιφέρειας: την πλήρη κατάργηση των φυσικών τραπεζικών καταστημάτων και των μηχανημάτων ATM.
Αντί όμως να αναλάβουν την πολιτική ευθύνη για την απομόνωση εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών,
επιλέγουν να μετατρέψουν τους καφετζήδες, τους παντοπώλες και τους ιδιοκτήτες μικρών λιανικών καταστημάτων στα χωριά σε… άτυπους τραπεζοϋπαλλήλους.
Η αποκάλυψη αυτή δεν αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας, αλλά επίσημη κυβερνητική παραδοχή.
Σε γραπτή της απάντηση στο πλαίσιο του κοινοβουλευτικού ελέγχου, ύστερα από σχετική ερώτηση του βουλευτή Ιωαννίνων του ΠΑΣΟΚ, Γιάννη Τσίμαρη, η γενική γραμματέας Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, Θεώνη Αλαμπάση, ξεδίπλωσε με απόλυτη ψυχρότητα το νέο κυβερνητικό σχέδιο.
Μέσω της αναθεώρησης του ευρωπαϊκού κανονιστικού πλαισίου για τις υπηρεσίες πληρωμών (Κανονισμός PSR και Οδηγία PSD3), η οποία βρίσκεται σε πλήρη συνεννόηση και συμφωνία με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, θεσμοθετείται η δυνατότητα ανάληψης μετρητών από εμπόρους λιανικής μέσω φυσικών καταστημάτων, ακόμη και χωρίς να προηγείται αγορά αγαθών ή υπηρεσιών από τον πελάτη.
Το έγγραφο-σοκ της κ. Αλαμπάση αναφέρει αυτολεξεί: «Θα προβλέπεται η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών ανάληψης μετρητών από εμπόρους λιανικής μέσω φυσικών καταστημάτων, ακόμη και χωρίς να προηγείται αγορά αγαθών ή υπηρεσιών από τον πελάτη. Η παροχή των εν λόγω υπηρεσιών θα πραγματοποιείται σε προαιρετική βάση από τους εμπόρους λιανικής και αποσκοπεί στη βελτίωση της διαθεσιμότητας μετρητών, ιδίως σε περιοχές με περιορισμένη πρόσβαση σε ΑΤΜ ή τραπεζικά καταστήματα. Στο πλαίσιο αυτό, νομικά πρόσωπα θα παρέχουν υπηρεσίες διάθεσης μετρητών μέσω καταστημάτων λιανικής, ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση αγοράς».
Πίσω από τις βερμπαλιστικές διατυπώσεις περί «βελτίωσης της διαθεσιμότητας μετρητών» κρύβεται μια ωμή πραγματικότητα. Οι συστημικές τράπεζες, έχοντας διασφαλίσει δισεκατομμύρια ευρώ κερδών από τις εξωφρενικές προμήθειες και τη διεύρυνση του επιτοκιακού περιθωρίου, αρνούνται να επενδύσουν στην παραμονή τους στην ελληνική επαρχία.
Αντί αυτού, η κυβέρνηση τους επιτρέπει να κλείσουν και τα τελευταία ΑΤΜ, μετακυλίοντας το κόστος, τον κίνδυνο και την ευθύνη της διανομής ρευστότητας στους ώμους της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας, που ήδη γονατίζει από την ακρίβεια και την υπερφορολόγηση.
Η εξέλιξη αυτή υπηρετεί τη λογική μείωσης του κόστους λειτουργίας των τραπεζών,
οι οποίες όχι μόνο μειώνουν τον αριθμό των καταστημάτων, αλλά αποθαρρύνουν γενικότερα τη φυσική παρουσία των πελατών στα καταστήματα, εφαρμόζοντας μειωμένο ωράριο πρόσβασης στις θυρίδες και μόνο για περιορισμένο αριθμό τραπεζικών πράξεων.

Το «κόλπο» με το POS
Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει αυτή την επιλογή ως μια σύγχρονη, ευέλικτη και «ευρωπαϊκή» λύση. Στην πράξη, πρόκειται για την πλήρη αποδόμηση της έννοιας της δημόσιας και καθολικής πρόσβασης σε βασικές χρηματοπιστωτικές υπηρεσίες. Η διαδικασία που περιγράφεται είναι απλή στην τεχνική της εκτέλεση, αλλά εφιαλτική στην κοινωνική της διάσταση. Ο πολίτης ενός απομακρυσμένου χωριού, για παράδειγμα στην Πίνδο ή στα νησιά της άγονης γραμμής, δεν θα πηγαίνει στο ΑΤΜ της τράπεζας για να βγάλει τη σύνταξή του. Θα αναγκάζεται να πηγαίνει στο καφενείο ή στο μπακάλικο του χωριού. Ο καταστηματάρχης θα χρεώνει την κάρτα του πελάτη μέσω του POS και, στη συνέχεια, θα του δίνει το αντίστοιχο ποσό σε χαρτονομίσματα από το δικό του ταμείο.
Το πρώτο και βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι: Από πού θα βρίσκει τα μετρητά ο παντοπώλης ή ο καφετζής; Η απάντηση της κυβέρνησης είναι «από τις καθημερινές του εισπράξεις». Δηλαδή, το κράτος βασίζεται στο γεγονός ότι κάποιοι άλλοι πελάτες θα συνεχίσουν να πληρώνουν με μετρητά, ώστε να δημιουργείται ένα απόθεμα στο συρτάρι της επιχείρησης. Την ίδια στιγμή, όμως, η ίδια κυβέρνηση με μια σειρά από φορολογικά νομοσχέδια διώκει τα μετρητά, επιβάλλει καθολική χρήση POS και υποχρεώνει ακόμα και τις πιο μικρές συναλλαγές να γίνονται ψηφιακά. Πρόκειται για μια μνημειώδη αντίφαση: από τη μία πλευρά στερεύουν την αγορά από φυσικό χρήμα και από την άλλη απαιτούν από τον μικρό έμπορο να λειτουργεί ως πηγή μετρητών για όλο το χωριό.
Τι θα συμβεί όταν το ταμείο του καταστηματάρχη είναι άδειο; Η κ. Αλαμπάση σπεύδει να διευκρινίσει ότι η υπηρεσία θα παρέχεται σε «προαιρετική βάση». Αυτό σημαίνει ότι αν ο έμπορος δεν έχει μετρητά θα λέει απλά «όχι» στον συνταξιούχο. Έτσι, η πρόσβαση του πολίτη στο ίδιο του το χρήμα μετατρέπεται από κατοχυρωμένο δικαίωμα σε ζήτημα… τύχης ή καλής θέλησης του ντόπιου επαγγελματία. Αν το καφενείο δεν δούλεψε το Σαββατοκύριακο, ο ηλικιωμένος κάτοικος του χωριού δεν θα έχει καθόλου χρήματα για να πραγματοποιήσει αγορές με μετρητά τη Δευτέρα.
Ανάληψη με το σταγονόμετρο
Για να χρυσώσουν το χάπι της πλήρους αποδόμησης των υποδομών, οι σχεδιαστές του Κανονισμού PSR και της Οδηγίας PSD3 εισάγουν αυστηρά, σχεδόν εξευτελιστικά όρια στα ποσά που θα μπορεί να αποσύρει ένας πολίτης μέσω αυτής της μεθόδου. Σύμφωνα με τις ευρωπαϊκές κατευθυντήριες γραμμές, το ανώτατο όριο για ανάληψη μετρητών χωρίς αγορά από ένα κατάστημα λιανικής ορίζεται στα 50 ευρώ ανά συναλλαγή.
Η συγκεκριμένη δικλίδα ασφαλείας, που υποτίθεται ότι θεσπίστηκε για να μην ξεμένουν οι έμποροι από «ψιλά» και για να μη μετατρέπονται τα μπακάλικα σε αποθήκες χρημάτων, αποτελεί το πιο τρανταχτό τεκμήριο της αποτυχίας του σχεδίου. Τι σημαίνει πρακτικά το όριο των 50 ευρώ για έναν ηλικιωμένο στην επαρχία; Σημαίνει ότι αν η σύνταξή του είναι 500 ευρώ, θα πρέπει είτε να επισκεφθεί δέκα διαφορετικές φορές το παντοπωλείο μέσα στον μήνα, είτε να παρακαλέσει τον καταστηματάρχη να «χτυπήσει» την κάρτα του δέκα συνεχόμενες φορές στο POS – αν και εφόσον το επιτρέπουν τα συστήματα ασφαλείας της τράπεζας και αν υπάρχει το αντίστοιχο ρευστό στο συρτάρι.
Το κράτος και οι τράπεζες καταδικάζουν τους πολίτες της περιφέρειας να ζουν με το σταγονόμετρο, στερώντας τους το δικαίωμα να διαχειρίζονται ελεύθερα και σε αξιοπρεπείς ποσότητες τους κόπους μιας ζωής. Αν ένας κάτοικος χωριού χρειαστεί επειγόντως ένα μεγαλύτερο ποσό για μια έκτακτη ανάγκη υγείας ή για να πληρώσει ένα συνεργείο, η απάντηση του «μοντέρνου» συστήματος είναι ο απόλυτος εγκλωβισμός.
Το πάρτι των τραπεζών
Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα αποτελεί μια μοναδική περίπτωση παγκοσμίως. Έχοντας ανακεφαλαιωθεί επανειλημμένα με τα χρήματα των Ελλήνων φορολογουμένων κατά τη διάρκεια των μνημονίων, σήμερα καταγράφει κέρδη-ρεκόρ που αγγίζουν τα 4 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως. Αυτά τα κέρδη δεν προέρχονται από τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας –καθώς η συντριπτική πλειονότητα των μικρομεσαίων επιχειρήσεων παραμένει αποκλεισμένη από τον τραπεζικό δανεισμό– αλλά από τις υψηλές προμήθειες σε κάθε είδους συναλλαγή και από τη μεγάλη διαφορά ανάμεσα στα επιτόκια καταθέσεων (που είναι σχεδόν μηδενικά) και στα επιτόκια χορηγήσεων.
Αντί η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας να επιβάλει στις τράπεζες την υποχρέωση διατήρησης ενός ελάχιστου δικτύου καταστημάτων και ATM ανά περιφερειακή ενότητα ως κοινωνική αντιπαροχή για τη στήριξη που έλαβαν, λειτουργεί ως ο καλύτερος συνήγορος των συμφερόντων τους. Το κλείσιμο ενός τραπεζικού καταστήματος ή η απόσυρση ενός ATM σημαίνει για την τράπεζα άμεση μείωση του λειτουργικού της κόστους (ενοίκια, χρηματαποστολές, συντήρηση, προσωπικό). Με τη νέα ρύθμιση PSD3, οι τράπεζες απαλλάσσονται οριστικά από το «βάρος» της φυσικής παρουσίας στην επαρχία. Ολη η δουλειά της διαχείρισης των μετρητών, η οποία περιλαμβάνει την καταμέτρηση, τη φύλαξη και τη διανομή, μεταβιβάζεται δωρεάν στους ιδιώτες εμπόρους.
Είναι προφανές ότι το τραπεζικό σύστημα τρίβει τα χέρια του. Για κάθε «χτύπημα» της κάρτας στο POS του παντοπωλείου για την ανάληψη μετρητών, οι τράπεζες και οι εκκαθαριστές των συναλλαγών (providers) θα συνεχίσουν να καταγράφουν κινήσεις στα συστήματά τους, διατηρώντας την κυριαρχία τους πάνω στο οικονομικό σύστημα, χωρίς να ξοδεύουν ούτε ένα ευρώ για υποδομές.
Ο κίνδυνος στην ασφάλεια
Μία από τις πιο επικίνδυνες και αποσιωπημένες πτυχές αυτής της προωθούμενης επιλογής είναι το ζήτημα της ασφάλειας. Τα τραπεζικά καταστήματα και τα ATM διαθέτουν θωρακισμένα συστήματα, κάμερες ασφάλειας, ειδικά συστήματα καταστροφής χαρτονομισμάτων σε περίπτωση παραβίασης (χρωμοκάψουλες) και φυλάσσονται από εξειδικευμένο προσωπικό. Οι χρηματαποστολές γίνονται με θωρακισμένα οχήματα και πάνοπλους συνοδούς.
Τι από όλα αυτά διαθέτει το παντοπωλείο ή το καφενείο ενός χωριού; Απολύτως τίποτα. Το ταμείο τους είναι ένα απλό συρτάρι ή μια κοινή ταμειακή μηχανή. Με τη θεσμοθέτηση της ανάληψης μετρητών χωρίς αγορά, η κυβέρνηση μετατρέπει ουσιαστικά κάθε μικρό κατάστημα της επαρχίας σε έναν απροστάτευτο στόχο για εγκληματικές ομάδες. Όταν θα γίνει ευρέως γνωστό ότι ο μπακάλης του χωριού υποχρεούται ή συνηθίζει να κρατά μεγάλα ποσά σε μετρητά στο ταμείο του για να εξυπηρετεί τις αναλήψεις των συγχωριανών του, το κατάστημά του γίνεται αυτόματα μαγνήτης για ληστείες.
Ο επαγγελματίας της περιφέρειας καλείται να ζει με τον μόνιμο φόβο να μετατραπεί σε στόχο, χωρίς καμία απολύτως κρατική προστασία. Η αστυνομική παρουσία στην επαρχία είναι ήδη δραματικά υποβαθμισμένη, με τα περισσότερα αστυνομικά τμήματα της περιφέρειας να υπολειτουργούν ή να έχουν κλείσει. Το να ζητάς λοιπόν από τον ηλικιωμένο καφετζή να εκτελεί χρέη ταμία τράπεζας, χωρίς καμία υποδομή ασφάλειας, συνορεύει με την πολιτική ανευθυνότητα και την εγκληματική αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή.
Ο θάνατος της επαρχίας
Η ερώτηση του βουλευτή του ΠΑΣΟΚ, Γιάννη Τσίμαρη, έφερε στην επιφάνεια ένα πρόβλημα που καίει την ελληνική περιφέρεια και ιδιαίτερα νομούς όπως αυτός των Ιωαννίνων, με δεκάδες απομακρυσμένα και ορεινά χωριά. Η απάντηση της κ. Αλαμπάση, αντί να καθησυχάσει, επιβεβαίωσε τους χειρότερους φόβους. Η κυβέρνηση δεν έχει κανένα σχέδιο για την ανακοπή της ερήμωσης της υπαίθρου. Αντίθετα, επιταχύνει τη διαδικασία, αποκόπτοντας τους κατοίκους από το χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Η πρόσβαση σε μετρητά δεν είναι πολυτέλεια· είναι προϋπόθεση επιβίωσης για τις μεγαλύτερες ηλικιακά ομάδες που ζουν στην επαρχία, οι οποίες δεν είναι εξοικειωμένες με το e-banking και τις ψηφιακές εφαρμογές. Όταν μια κυβέρνηση στερεί από τον πολίτη τη δυνατότητα να διαχειρίζεται το εισόδημά του στον τόπο του, του στέλνει ένα ξεκάθαρο μήνυμα: «Φύγε». Αυτή η πολιτική οδηγεί μαθηματικά στο σβήσιμο των χωριών μας, στη συγκέντρωση του πληθυσμού στα μεγάλα αστικά κέντρα και στην πλήρη εγκατάλειψη της παραγωγικής υπαίθρου.
Το ΠΑΣΟΚ, μέσω της ερώτησης του βουλευτή του, ανέδειξε το τεράστιο κενό που δημιουργείται, αλλά η κυβερνητική απάντηση αποδεικνύει ότι ηγείται μιας πολιτικής που βλέπει την κοινωνία μόνο μέσα από τους δείκτες των λογιστικών φύλλων των τραπεζών. Το «μπαλάκι» των ευθυνών πετάχτηκε για άλλη μία φορά στην εξέδρα, ή μάλλον στο counter του μικρού επαγγελματία.
