ΤΡΟΠΑΡΙΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΙΑΝΗΣ:
Το βράδυ της Μεγάλης Τρίτης, ψάλλεται στις Εκκλησίες ο όρθρος της Μεγάλης Τετάρτης. Το τελευταίο τροπάριο στην ακολουθία είναι αυτό της ευσεβούς και λογίας ποιητρίας του Βυζαντίου, Κασσιανής.
Κύριε, η εν πολλαις αμαρτίαις περιπεσουσα γυνή,
Κύριε, η γυναίκα που έπεσε σε πολλές αμαρτίες,
τήν σήν αισθομένη θεότητα, μυροφόρου αναλαβουσα τάξιν,
σαν ένοιωσε τη θεότητά σου, γίνηκε μυροφόρα
οδυρομένη, μύρα σοι, πρό του ενταφιασμου κομίζει.
και σε άλειψε με μυρουδικά πριν από τον ενταφιασμό σου
Οίμοι! λέγουσα, ότι νύξ μοι υπάρχει, οιστρος ακολασίας,
κι έλεγε οδυρόμενη: Αλλοίμονο σε μένα, γιατί μέσα μου είναι νύχτα κατασκότεινη
ζοφώδης τε καί ασέληνος έρως της αμαρτίας.
και δίχως φεγγάρι, η μανία της ασωτείας κι ο έρωτας της αμαρτίας.
Δέξαι μου τάς πηγάς των δακρύων,
Δέξου από μένα τις πηγές των δακρύων,
ο νεφέλαις διεξάγων της θαλάσσης τό ύδωρ·
εσύ που μεταλλάζεις με τα σύννεφα το νερό της θάλασσας.
κάμφθητί μοι πρός τούς στεναγμούς της καρδίας,
Λύγισε στ’ αναστενάγματα της καρδιάς μου,
ο κλίνας τούς ουρανούς τη αφάτω σου κενώσει.
εσύ που έγειρες τον ουρανό και κατέβηκες στη γης.
Καταφιλήσω τούς αχράντους σου πόδας,
Θα καταφιλήσω τα άχραντα ποδάρια σου,
αποσμήξω τούτους δέ πάλιν τοις της κεφαλης μου βοστρύχοις·
και θα τα σφουγγίσω πάλι με τα πλοκάμια της κεφαλής μου·
ων εν τω παραδείσω Εύα τό δειλινόν,
αυτά τα ποδάρια, που σαν η Εύα κατά το δειλινό,
κρότον τοις ωσίν ηχηθεισα, τω φόβω εκρύβη.
τ’ άκουσε να περπατάνε, από το φόβο της κρύφτηκε.
Αμαρτιων μου τά πλήθη καί κριμάτων σου αβύσσους
Των αμαρτιών μου τα πλήθη και των κριμάτων σου την άβυσσο,
τίς εξιχνιάσει, ψυχοσωστα Σωτήρ μου;
ποιος μπορεί να τα εξιχνιάση, ψυχοσώστη Σωτήρα μου;
Μή με τήν σήν δούλην παρίδης, ο αμέτρητον έχων τό έλεος.
Μην καταφρονέσης τη δούλη σου, εσύ που έχεις τ’ αμέτρητο έλεος.
