Η ελληνική Δικαιοσύνη βρίσκεται, για ακόμη μία φορά, στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης — όχι ως αφηρημένη έννοια θεσμικής ισορροπίας
αλλά ως το πεδίο όπου δοκιμάζεται στην πράξη η εμπιστοσύνη των πολιτών προς το κράτος δικαίου, τους θεσμούς και τη λειτουργία τους.
Οι πρόσφατες εξελίξεις σε υποθέσεις όπως το σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη και οι έρευνες γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ αναδεικνύουν ένα γνώριμο, πλην όμως πλέον οξυμένο, ερώτημα: μπορεί η Δικαιοσύνη να αποδίδει ευθύνες ουσιαστικά, με ταχύτητα, διαφάνεια και ανεξαρτησία;
Άρθρο του δικηγόρου Θεόδωρου Μαντά στο Nonpapers.gr για τη Δικαιοσύνη
Η λειτουργία της Δικαιοσύνης σε ένα κράτος δικαίου δεν αποτελεί απλώς έναν ακόμη θεσμό μεταξύ άλλων· συνιστά τον πυρήνα της ίδιας της θεσμικής νομιμοποίησης της Πολιτείας. Οι εξελίξεις στην Ελλάδα επαναφέρουν με ένταση στο προσκήνιο κρίσιμα ζητήματα που άπτονται της ανεξαρτησίας της, της αποτελεσματικότητας της ποινικής διαδικασίας και της σχέσης της με την εκτελεστική και νομοθετική εξουσία.
Η ποινική διερεύνηση του δυστυχήματος στα Τέμπη αναδεικνύει, καταρχάς, τη σημασία της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας
όπως κατοχυρώνεται τόσο στο Σύνταγμα όσο και στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο. Η καθυστέρηση στην έναρξη της δίκης, σε συνδυασμό με τις διαδικαστικές εμπλοκές που παρατηρούνται ήδη από τα πρώτα στάδια της ακροαματικής διαδικασίας, γεννά εύλογα ερωτήματα ως προς την τήρηση της αρχής της εύλογης διάρκειας της δίκης. Πρόκειται για αρχή που, όπως έχει παγίως ερμηνευθεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, δεν εξαντλείται στην ταχύτητα, αλλά εκτείνεται και στην ουσιαστική αποτελεσματικότητα της απονομής δικαιοσύνης.
Παράλληλα, οι καταγγελίες περί ελλείψεων στη δικογραφία ή περί μη αξιοποίησης κρίσιμων αποδεικτικών στοιχείων αγγίζουν τον πυρήνα της ποινικής διαδικασίας: την αρχή της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας. Κάθε υπόνοια επιλεκτικής αξιολόγησης ή πλημμελούς διερεύνησης δεν πλήττει μόνο τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά υπονομεύει συνολικά την αξιοπιστία του κράτους και του θεσμού της Δικαιοσύνης στα μάτια των πολιτών.
Αντίστοιχα, η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ εισάγει στον δημόσιο διάλογο τη διάσταση της ποινικής ευθύνης πολιτικών προσώπων και τη λειτουργία των θεσμικών εγγυήσεων που τη διέπουν. Η εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προσδίδει υπερεθνική διάσταση στη διαδικασία, ενισχύοντας την απαίτηση για διαφάνεια και λογοδοσία στη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων. Ταυτόχρονα, η ενεργοποίηση διαδικασιών όπως η άρση της βουλευτικής ασυλίας αποτυπώνει τη λεπτή ισορροπία μεταξύ της ανάγκης προστασίας της κοινοβουλευτικής λειτουργίας και της αρχής της ισότητας όλων ενώπιον του νόμου.
Στο πλαίσιο αυτό, καθίσταται εμφανής μια διαχρονική αντίφαση: η Δικαιοσύνη καλείται να λειτουργήσει ανεξάρτητα, αλλά εντός ενός περιβάλλοντος έντονης πολιτικής φόρτισης. Η δημόσια συζήτηση γύρω από εκκρεμείς υποθέσεις, οι παρεμβάσεις — έστω και σε επίπεδο δηλώσεων — πολιτικών προσώπων, καθώς και η εκτενής δημοσιογραφική κάλυψη, διαμορφώνουν ένα πεδίο στο οποίο η δικαστική λειτουργία δοκιμάζεται όχι μόνο ως προς την ουσία της, αλλά και ως προς την ανθεκτικότητά της σε εξωγενείς πιέσεις.
Η θεσμική πρόκληση, συνεπώς, δεν εξαντλείται στην έκδοση δικαστικών αποφάσεων. Επεκτείνεται στη διασφάλιση της θεσμικής εμπιστοσύνης, η οποία προϋποθέτει συνέπεια, διαφάνεια και λογοδοσία στη λειτουργία των δικαστικών οργάνων. Η επιτάχυνση της διαδικασίας δεν μπορεί να επιδιώκεται εις βάρος των δικονομικών εγγυήσεων· από την άλλη, η επίκληση της τυπικότητας δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι για υπέρμετρες καθυστερήσεις.
Εν κατακλείδι, οι τρέχουσες υποθέσεις λειτουργούν ως ένα ιδιότυπο «θεσμικό τεστ αντοχής» για τη Δικαιοσύνη στην Ελλάδα. Το διακύβευμα δεν περιορίζεται στην απόδοση ευθυνών σε συγκεκριμένα πρόσωπα, αλλά αφορά την επιβεβαίωση ότι οι θεσμοί λειτουργούν με τρόπο που ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις ενός σύγχρονου κράτους δικαίου. Διότι, τελικά, η εμπιστοσύνη των πολιτών στη Δικαιοσύνη δεν οικοδομείται με διακηρύξεις, αλλά με τη συνεπή, αδιάβλητη και οριζόντια εφαρμογή του νόμου.
