Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου, 2022

Οι Έλληνες πεινάνε και αυτοί γλεντάνε – Απιστευη χλιδή ενώ οι πολίτες ψυχορραγούν οικονομικά από το σκληρότατο lockdown

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Ευριπίδης Στυλιανίδης: «Η σημασία των Ιταλικών εκλογών για την Ευρώπη»

Η σημασία των ιταλικών εκλογών είναι καθοριστική για ολόκληρη...

Πλαφόν απο την Μεγάλη Βρετανία και την Ολλανδια σε ηλεκτρικό ρευμα και αεριο

Στην Ελλάδα ..ίσως στα καυσόξυλα.της Ιωάννας ΛιουταΗ Μεγάλη...

Γιώργος Βενετσανος: Κύριε Ερντογάν, σας ευχαριστούμε

Γραφει ο Γιώργος ΒενετσανοςΚύριε Ερντογάν σας ευχαριστούμεΑξιότιμε κύριε Πρόεδρε,...

Ελληνόφωνες ή ελληνικές πολιτικές;

Αν η Ελλάδα έχει κάποιο εχθρό, αυτός είναι εκείνος...

Ένα αξεπέραστο μήνυμα στο τέλος της Οδύσσειας

του Χρυσόστομου Τσιρίδη. .Από τον ΟΜΗΡΟ, ΓΕΝΑΡΧΗ του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ και ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΥ Πολιτισμού.

Σταθερότητα-κανονικότητα και άλλα «αφηγήματα»

Γίνεται πολύς λόγος για την επάνοδο στην κανονικότητα και...

Ποιος θα είναι ο επόμενος πρωθυπουργός

H Ελλάδα έχει εισέλθει σε μια πολύπλευρη και πολυεπίπεδη...

Βασίλισσα Ελισάβετ: Τί είναι αυτό που κάνει την διαφορά – Το μυστικό

Του Χρυσόστομου ΤσιρίδηΕικόνα Διαδικτύου. Έξυπνο μοντάζ με τίτλο: 10...

Κάθε φίλος του Ερντογάν είναι αυτόματα εχθρός της ανθρωπότητας

Στο σημερινό διάγγελμα Πούτιν, δεν ακούστηκε τίποτε το διάφορο,...

Η Γεωπολιτική, η Γεωστρατηγική και η ευκολία της κριτικής

Δρ Μάρκος Τρούλης, ΔιεθνολόγοςΟι επιστημονικοί όροι έχουν τη δική...

Η διχόνοια της Ελλάδας και οι κατάρες της Εκάβης

1184 πχ. Η Τροία έπεσε και οι έλληνες επιβιβάζονται...

Βασιλισσα Ελισαβετ: Τελος εποχής

Η Μ. Βρετανία και συλλήβδην το Ην. Βασίλειο διάγουν...

Επιστρέψαμε στην Ελλάδα των συσσιτίων και των καυσοξύλων

Ρε για δες πως αλλάζει ο άνθρωπος! Ελέγετο παλαιότερα...

Μικρασιατική καταστροφή: Το ανεπούλωτο “τραύμα” του Ελληνισμού

Του Γεωργίου Παπασίμου​Εκατό χρόνια από την Μικρασιατική...

Γιώργος Βενετσάνος: Ξαφνικά χάσαμε την ενέργεια;

Γραφει ο Γιώργος ΒενετσανοςΑπό τώρα λένε σε τοπική αυτοδιοίκηση...

Πριν από χρόνια ο Θεόδωρος Παγκαλος είχε πει πως οι Έλληνες που έκαναν την επανάσταση του 1821 ήταν ένα μάτσο αγράμματων και αδαών χωριατών οι οποίοι ακριβώς για αυτό το λόγο αποφάσισαν να δημιουργήσουν ένα σχίσμα από την Οθωμανική αυτοκρατορία.

ΝΕΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ: Μειζον πολιτικό θέμα με τον Ιερωνυμο – Γιατί ο Αρχιεπισκοπος δεν παραβρέθηκε στο δείπνο στο προεδρικό;

Σήμερα, φτάσαμε να γιορτάζουμε τα 200 χρόνια από τον ξεσηκωμό εκείνων των ανθρώπων που διψούσαν για ελευθερια και κατάφεραν με το αίμα τους να φτιάξουν ένα ελεύθερο κράτος στο οποιο κατά καιρούς οι κυβερνώντες απέχουν παρά πολυ από το πνεύμα των αγώνων εκείνων των ανθρώπων.

Δεν εξηγείται διαφορετικά η πλουσιοπάροχη φιέστα της χλιδής της πολιτικής εξουσίας εν μέσω σκληρότατου lockdown που έχει καταστρέψει οικονομικά τους Έλληνες, ενώ παράλληλα εκατοντάδες οικογένειες πενθούν τους ανθρώπους τους που έχουν χαθεί από τον Κορωνοϊο.

Όταν άνθρωποι πεινάνε λόγω του lockdown καθώς δεν έχουν ούτε δουλειά, ούτε παροχές από το κράτος καθώς τους ανέργους η κυβέρνηση του Κυριακου Μητσοτακη τους έχει ξεχασμένους αλλά και ούτε πρόσβαση σε σημεία όπου έπαιρναν φαγητό ή σε συγγενείς και φίλους που τους βοηθούσαν, λόγω της απαγόρευσης των μετακινήσεων.

Πόσο πολύ ταιριάζουν τα λόγια του ποιητήΓεωργίου Στρατήγη …..

F01890A9 424B 4C21 9E53 DBCAAAB21552

Ένας Σπετσιώτης γέροντας, σκυφτός από τα χρόνια,
με κάτασπρα μακριά μαλλιά, με πύρινη ματιά,
σαν πλάτανος θεόρατος γυρμένος απ’ τα χιόνια,
περνούσε πάντα στο νησί τα μαύρα γηρατειά.
Είναι από κείνη τη γενιά κι ο γέρο καπετάνος
που ακόμα και στον ύπνο του την έτρεμε ο Σουλτάνος.

Είναι από κείνους που έχυσαν το αθάνατό τους αίμα,
από τους χίλιους που έβγαλες, πατρίδα μου χρυσή,
είναι από κείνους που έβαλαν στην κεφαλή σου στέμμα
και άγνωστοι σβηστήκανε στο δοξαστό νησί.
Είχες αστέρια ολόλαμπρα στον ουρανό σου κι άλλα,
μα εκείνα που δεν έλαμψαν ήσανε πιο μεγάλα.

Σαν έγραψαν με το δαυλό της ιστορίας μόνοι,
χωρίς γι’ αυτούς τους ήρωες μια λέξη αυτή να πει,
με την πληγή τους για σταυρό κι ατίμητο γαλόνι,
άλλοι στα δίχτυα εγύριζαν και άλλοι στο κουπί.
Κι οι στολοκάφτες των Σπετσών, τ’ ατρόμητα λιοντάρια,
με τις βαρκούλες έπιαναν στο περιγιάλι ψάρια.

Ο γέρος μας παράπονο ποτέ δε λέει κανένα,
μα καπετάνους σαν ιδεί μες στα βασιλικά,
εκείνους που ‘χε ναύτες του με μάτια βουρκωμένα
στα περασμένα εγύριζε και στα πυρπολικά,
και ξαπλωμένος δίπλα μου, μου ‘λεγε εκεί στην άμμο
πόσα καράβια εκάψανε στην Τένεδο, στη Σάμο.

«Παιδί μου, τώρα εγέρασα, παιδί μου θ’ αποθάνω»,
στο τέλος πάντα μου ‘λεγε μ’ έν’ αναστεναγμό,
«Ένας Ματρόζος δεν μπορεί να κάνει το ζητιάνο,
μα να βαστάξω δεν μπορώ της πείνας τον καημό.
Κλαίω που αφήνω το νησί, θα πάω στην Αθήνα,
πριν πεθαμένο μ’ εύρετε μια μέρα από την πείνα…

Μου λεν, ο καπετάν Κωνσταντής, απ’ τα Ψαρά κει πέρα,
πως υπουργός εγίνηκε μεγάλος και τρανός,
κι αν θυμηθεί πως τη ζωή τού έσωσα μια μέρα
απ’ έξω από την Τένεδο, μπορούσε ο Ψαριανός
να κάνει τίποτε για με κι ίσως να δώσουν κάτι
σ’ εκείνον που ‘χε τάλαρα τη στέρνα του γεμάτη».

Πέντε έξι ημέρες ύστερα εμπήκε στο βαπόρι
κι ακουμπιστός περίλυπος επάνω στο ραβδί,
ως που στην Ύδρα έφθασε, εγύριζε στην πλώρη
το λατρευτό του το νησί ο γέροντας να δει.
Και σκύβοντας τα κύματα δακρύβρεχτος ερώτα,
πως φεύγει τώρ’ απ’ το νησί και πως ερχόταν πρώτα.

«Εδώ τι θέλεις, γέροντα;» ρωτά τον καπετάνο
στο υπουργείον εμπροστά κάποιος θαλασσινός
ντυμένος στα χρυσά. «Παιδί μου, είναι πάνω
ο Κωνσταντής;». «Ποιος Κωνσταντής;». «Αυτός… ο Ψαριανός».
«Δε λεν κανένα Ψαριανό, εδώ είναι Υπουργείο,
να ζητιανέψεις πήγαινε μες στο φτωχοκομείο!».

Ο γέρος ανασήκωσε το κάτασπρο κεφάλι
και τα μαλλιά του εσάλεψαν σαν χαίτη λιονταριού
και με σπιθόβολη ματιά μες απ’ τα στήθια βγάνει
με στεναγμό βαρύγνωμο φωνή παλληκαριού :
«Αν οι ζητιάνοι σαν κι εμέ δεν έχυναν το αίμα,
οι καπετάνοι σαν και σε δεν θα φορούσαν στέμμα!»

Τότε ο Κανάρης που άκουσε φιλονικία κάτου,
στο παραθύρι πρόβαλε να δει ποιος τον ζητεί
και το νησιώτη βλέποντας λαχτάρησε η καρδιά του
και να ‘ρθει επάνω διέταξε με τον υπασπιστή.
Κάτι η φωνή του γέροντα του εξύπνησε στα στήθη,
κάτι που μοιάζει με όνειρο μαζί και παραμύθι.

Τον κοίταξε τα μάτια του μες στα μακριά του φρύδια,
που μοιάζανε σαν αετούς κρυμμένους στη φωλιά,
στον καπετάνο εφάνηκαν με την φωτιά την ίδια,
όταν τα εφώτιζε ο δαυλός τα χρόνια τα παλιά.
Κι ένας τον άλλο κοίταζε κατάματα οι δυο γέροι,
ο ημίθεος τον γίγαντα, ο ήλιος το αστέρι.

«Δεν με θυμάσαι, Κωνσταντή;» σε λίγο του φωνάζει,
«γρήγορα συ με ξέχασες, μα σε θυμάμαι εγώ!…».
«Ποιος το ‘λπιζε να δει ποτές», ο γέροντας στενάζει,
«τον καπετάνο ζήτουλα, το ναύτη υπουργό!…».
Και σκύβοντας την κεφαλή στα διάπλατά του στήθη,
τη φτώχεια του ελησμόνησε, τη δόξα του εθυμήθη.

«Ποιος είσαι, καπετάνο μου; Και ποιο ‘ναι το νησί σου;»,
ο Ψαριανός τον ερωτά με πόνο θλιβερό,
«πενήντα χρόνια, μια ζωή, περάσανε, θυμήσου
απ’ της καλής μου εποχής, εκείνης τον καιρό.
Μήπως στην Σάμο ήσουνα την εποχή εκείνη;
Στην Κω, στην Αλεξάνδρεια, στη Χιο, στη Μυτιλήνη;»

Απ’ έξω απ’ την Τένεδο …πενήντα πέντε χρόνια
επέρασαν απ’ την στιγμήν εκείνη, σαν φτερό.
Σαν να σε βλέπω Κωνσταντή, δε θα ξεχάσω αιώνια…
Ακόμα στο μπουρλότο σου καβάλα σε θωρώ…
Χρόνος δεν ήταν που ‘καψες στη Χιο τη ναυαρχίδα
κι ήταν η πρώτη μου φορά εκείνη που σε είδα…

Απ’ έξω απ’ την Τένεδο, θυμάσαι; Μια φρεγάδα
σ’ έβαλε εμπρός μ’ αράπικου αλόγου γληγοράδα
μ’ οχτώ βατσέλα πίσω της εμοιάζαν περιστέρια
κι εσύ γεράκι γύρω τους… επάνω στο μπουρλότο,
που την κορβέτα τίναξες πρωτύτερα στ’ αστέρια,
σαν δαίμονας μες στον καπνό γλυστρούσες και στον κρότο.

Σε καμαρώνω από μακριά… κι οι ναύτες κι ο λοστρόμος
μ’ εξώρκιζαν να φύγουμε τους είχε πιάσει τρόμος,
γιατί η αρμάδα ζύγωνε επάνω στο τιμόνι
θάρρος στους ναύτες σου έδινες… δεν βάσταξε η καρδιά μου,
σε μια στιγμή χανόσουνα, σε μια στιγμή και μόνη
και «όρτσα! μάινα τα πανιά!» φωνάζω στα παιδιά μου.

Στο στρίψιμο του τιμονιού μας σίμωσες… μ’ αντάρα,
ο Τούρκος κοντοζύγωνε η μαύρη μου καμπάρα
αστροπελέκια και φωτιές και κεραυνούς πετούσε,
μα σαν δελφίνι γρήγορα κι εκείνος εγλιστρούσε.
Οι ναύτες μου φωνάζανε: «Τι κάνεις καπετάνο;»
Κι εγώ τους λέω: «Τον Ψαριανό να σώσω κι ας πεθάνω…».

Και σου πετώ τη γούμενα… και δένεις το μπουρλότο…
κάνω τιμόνι δεξιά… το φλογερό το χνώτο
του Τούρκου θα σε βούλιαζε – θυμάσαι; Σου φωνάζω,
«Πρώτος απ’ όλους ν’ ανεβείς», μα δεν μ’ ακούς κι αφήνεις
άλλοι ν’ ανέβουν… έσκυψα κι απ’ τα μαλλιά σ’ αδράζω,
και σ’ έσωσα κι εφύγαμε… μα δάκρυα βλέπω χύνεις!…».

«Ματρόζε μου!» δακρύβρεχτος ο Κωνσταντής φωνάζει
και μες στα στήθη τα πλατιά σφιχτά τον αγκαλιάζει.
Κι ενώ οι δύο γίγαντες με τα λευκά κεφάλια
στ’ άσπρα τους γένεια δάκρυα κυλούσαν σαν κρυστάλλια,
δυο κορφοβούνια μοιάζανε γεμάτα από το χιόνι,
όταν του ήλιου το φιλί την άνοιξη το λειώνει.-

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Άφησε άφωνη την Κατερίνα Καινουργιου η Μαρια Σοκαλη οταν ειπε πως στα 78 της ειναι...

Υπήρξε μια απο τις πιο γοητευτικές κύριες του Ελληνικού...

Αυτός ο τύπος στο Ιράν νόμιζε πως θα χαστούκιζε γυναίκα και θα την γλίτωνε (βάλτε...

Εντυπωσιακό το σκηνικό που διαδραματίστηκε σε πολύ του Ιράν,...

Μετά από αυτή τη δήλωση, η Ελλάδα δικαιούται να χτυπήσει στρατιωτικά με κάθε τρόπο την...

Ο Τούρκος υπουργός άμυνας Χουλουσί Ακάρ αναφέρθηκε στην στρατιωτικοποίηση...

Οι 4 ηλεκτρικές συσκευές που καίνε πολύ ρεύμα

Μερικές από τις συσκευές που έχουμε όλοι στο σπίτι...

Ο Λαουτιέρης Αποστόλης Φραγκιαδακης κατερρευσε ξαφνικά και έφυγε απο τη ζωη αιφνιδίως στα 36 του...

Νέος αιφνίδιος θανατος νέου ανθρώπου. Κατερρευσε ξαφνικά μπροστά στην...

Σάλος με την επίθεση Πρετεντέρη στην Νατάσσα Μποφιλιου

Σε ανάρτηση του ο Γιαννης Πρετεντέρης αναφερει:Πρετεντέρης @ta_nea...