Όπλα ναι, αλλά και πολυδιάστατη διπλωματία

Γραφει ο Γιώργος Βενετσανος

Κεφάλαιο 1ο η επιτυχία: Τι θρίαμβος, τι μεγαλοστομίες, τι επιτυχίες, χορτάσαμε κορώνες για την αγορά των νέων πολεμικών σκαφών, που θα κάνουν τους ταραχοποιούς γείτονες μας να τρέμουν. Παρά όμως τους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς, η πραγματικότητα είναι άλλη, ήδη από τα μέσα Ιουλίου του 2020 ο πρωθυπουργός είχε ταχθεί από την αντίθετη πλευρά των σημερινών του επιλογών.

Δηλαδή είχε ακυρώσει την υπογραφή της έτοιμης από τότε ελληνογαλλικής συμφωνίας, η οποία περιλάμβανε και την προμήθεια των φρεγατών Belhara (και μάλιστα με ναυπήγηση στην Ελλάδα) και από τότε και κάτω από την ασφυκτική πίεση της Πρεσβείας των ΗΠΑ, προσανατολιζόταν στην προμήθεια των ακατάλληλων αμερικανικών φρεγατών MMSC, που έκαναν μόνο για σκάφη ακτοφυλακής.

Επόμενος, η αγορά αυτών των νέων σκαφών από την Γαλλία πρόκειται μεν για μια επιτυχία της Ελλάδας, η οποία όμως δεν μπορεί να χρεωθεί σε εύστοχους χειρισμούς της ελληνικής πλευράς. Τα γεγονότα δείχνουν ότι την τελική επιτυχία μας την πρόσφερε η Γαλλία με την σφοδρότατη αντίδρασή της στη συμφωνία AUKUS η οποία έφερε σε δύσκολη θέση τις ΗΠΑ, που αναγκαστικά πλέον προχωρήσαν σε κίνηση κατευνασμού προς την Γαλλία.

Έτσι υποχωρήσαν από την απαίτησή που είχαν να μας πουλήσουν με το έτσι θέλω τις φρεγάτες MMSC. Κατόπιν αυτού, η Ελλάδα φέρθηκε ως ανεξάρτητο πολιτικά κράτος προχωρώντας στην υπογραφή της συμφωνίας, που ήταν ήδη έτοιμη πριν από ενάμιση περίπου χρόνο.
Κεφάλαιο 2ο μόνο εξοπλισμοί; Αν έχουμε καταλάβει ορθά, η σκέψη της σημερινής ηγεσίας είναι να στηριχθεί στην αγορά προστασίας παρά στο να απλωθεί σε στρατηγική ασφάλειας, που είναι ένα τελείως ξεχωριστό μοντέλο, το οποίο περιλαμβάνει: εξωτερική πολιτική, με ενεργητική διπλωματία και ανάπτυξη, έτσι ώστε Ελλάδα να μην καλύπτει το διπλωματικό της κενό μόνο με εξοπλισμούς.

Στον γεωπολιτικό μας περίγυρο υπάρχουν καινούργια δεδομένα. Οι ΗΠΑ ήδη έχουν ανατρέψει την πολιτική τους αποχωρώντας εν μέρει από την περιοχή, η Τουρκία έχει εμπλοκή στην κρίση σε Συρία, Λιβύη, Αζερμπαϊτζάν, ακόμη και στα βάθη της αφρικάνικης ηπείρου κ.α. Αυτό απαιτεί από την πολιτική μας ηγεσία την αντιμετώπιση του ζητήματος από όλες τις πλευρές.

Η Ελλάδα ναι μεν με τους εξοπλισμούς βελτιώνει το αίσθημα ασφάλειας, πλην όμως δεν μπορεί και δεν θα δώσει λύσεις σε διπλωματικά προβλήματα με φρεγάτες ή οτιδήποτε άλλο. Από την άλλη η Τουρκία αν είχε την πίστη ότι θα της ήταν εύκολο να λύση το πρόβλημα της Ανατολικής μεσογείου και του αιγαίου με την ισχύ των όπλων, θα είχε κάνει το απονενοημένο βήμα εδώ και καιρό, αλλά τα πράγματα ευτυχώς για όλους μας δείχνουν ότι δεν μπορεί επιβληθεί ο ισχυρότερος.

Τα οποία προβλήματα θα λυθούν με διπλωματικούς τρόπους και εδώ είναι που η χώρα πρέπει να θωρακιστεί με ενεργητική διπλωματία ή οποία να προλαβαίνει αλλά και να λύνει τα οποία προβλήματα ανακύπτουν. Αυτό σημαίνει ότι από μόνοι τους οι εξοπλισμοί όχι μόνο δεν οικοδομούν αρχιτεκτονική ασφάλειας, αλλά κοστίζουν στον λαό δισεκατομμύρια, εκτοξεύοντας παράλληλα σε δυσθεώρητα ύψη το δημόσιο χρέος. Ελπίζω τουλάχιστον οι νέοι εξοπλισμοί να είναι χωρίς μεσάζοντες αλλά μέσω διακρατικών συμφωνιών, και αυτό γιατί στο παρελθόν είχαμε φαινόμενα που δεν τιμούν την πολιτική της χώρας και οι συνήθεις ύποπτοι πάντα καιροφυλακτούν.

Η άμυνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης: Ας περάσουμε όμως στο ευρωπαϊκό μέτωπο, είδαμε τις δηλώσεις Μητσοτάκη και Μακρόν όπου και οι δυο υπερθεμάτισαν, (βασισμένοι και στην ελληνική αγορά) για την δημιουργία ευρώ στρατού για να υπάρχει μια ενιαία ευρωπαϊκή στρατηγική ασφάλειας και βεβαίως να αποκτήσει επιτέλους η Ευρώπη αμυντική ανεξαρτησία.

Μακάρι να γίνονταν και αύριο που λέει ο λόγος, φαίνεται όμως ότι ακόμη δεν είναι ώριμες οι συνθήκες από το σύνολο των κρατών μελών. Οπότε για την ώρα τουλάχιστον, τα λόγια περί ενιαίας αμυντικής θωράκισης της Ευρώπης ακούγονται σαν ένα εντυπωσιακό πυροτέχνημα. Βεβαίως η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει τις δυνατότητες για να γίνει κάτι τέτοιο, και για την πραγματοποίηση του απαιτείται να υπάρχει μια ισχυρή πολιτική, που θα λαμβάνει υπόψη της τις διαθέσεις και συνεισφορά του κάθε μέλους– κράτους, την αμυντική βιομηχανία, καθώς και το μέλλον της στρατιωτικής συνεργασίας μεταξύ των κρατών -μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης που θέλουν να συμμετάσχουν ιδιαίτερα στην Κοινή Πολιτική Ασφάλειας και Άμυνας (PESCO), αν γίνουν όλα αυτά έχει καλώς, αλλιώς δεν πρόκειται να κουνηθεί φύλλο.

Δυστυχώς η σημερινή Ευρωπαϊκή Ένωση πάσχει πολλαπλά, από την οικονομία της μέχρι και τις πολίτικες της αποφάσεις, ενώ ακόμα και στο μείζον θέμα της υγείας έχει προβλήματα. Πρόσφατο, η συμπεριφορά των μελών της σε σχέση με τον covid 19. Αν δεν λυθούν αυτά ίσως ευρωπαϊκός στρατός να είναι το τελευταίο που θα ήθελαν να τους απασχολήσει.

Επομένως οι μεγαλόστομες δηλώσεις που ακούσαμε, δεν μπορούμε να πούμε ότι θα τύχουν ανταπόκρισης.

Ντουφέκι και παζάρι ή όχι; Η Ελλάδα οφείλει ως μικρή χώρα, εκτός από την ενίσχυση της άμυνας της να κινηθεί και διπλωματικά σε πολλά μέτωπα εξασφαλίζοντας είτε φιλικές ή ουδέτερες στάσεις σε σχέση με τα εθνικά μας ζητήματα και βεβαίως να μην ακολουθεί το κακό παράδειγμα άλλων χωρών, που διολισθαίνουν σε μέτωπα με χώρες όπως είναι η Ρωσία, Κίνα και Ιράν.

Γεωγραφικά βρισκόμαστε στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων, άρα χρειάζεται να έχουμε πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική η οποία να περιλαμβάνει μερικούς βασικούς άξονες:

α) Επί ίσοις όροις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΝΑΤΟ.
β) Επί ίσοις όροις σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και ΗΠΑ.
γ) Βαλκανική διμερής και πολυμερής συνεργασία.
δ) Οικονομική συνεργασία και φιλικές σχέσεις με την Ρωσία, Κίνα και Ιράν.
ε) φιλικές και αμοιβαία αποδεκτές πολιτικό-οικονομικές σχέσεις με τις χώρες των Αράβων.

Η Ελλάδα έχει είτε ιστορικές, είτε φιλικές επαφές, είτε στενή συνεργασία σε διάφορους τομείς με αυτά τα έθνη και τους λαούς, θα ήταν τεράστιο λάθος λοιπόν να τους βάλουμε απέναντι μας. Άρα τυχοδιωκτισμοί άλλων χωρών δεν πρέπει να μας αφορούν.

Ο εχθρός της Ελλάδος βρίσκεται αλλού και είναι αυτός που έχει κάνει μέσα σε ένα έτος:

652 παραβιάσεις των κανόνων εναέριας κυκλοφορίας από τουρκικά μαχητικά.
1.073 παραβιάσεις του ελληνικού εθνικού εναέριου χώρου.
88 αερομαχίες (εμπλοκές).
1.180 παραβιάσεις των Ελληνικών χωρικών υδάτων από σκάφη της τουρκικής ακτοφυλακής.
Αμέτρητες παράνομες πλόες τουρκικών αλιευτικών σκαφών.
Δεκάδες προκλητικές ακόμη και επιθετικές τοποθετήσεις υψηλόβαθμων Τούρκων κυβερνητικών αξιωματούχων, μηδέ εξαιρουμένου του προέδρου της χώρας.
Προκλητικότατη επιστολή στον ΟΗΕ που ζητά (αποστρατικοποίηση) στην ουσία παράδοση των νήσων του βορείου Αιγαίου.

Και εδώ γεννάτε το μέγα ερώτημα: γιατί η σημερινή κυβέρνηση κρατά υποχωρητική πολιτική που έχει δώσει γη και ύδωρ στην γείτονα για να ξεδιπλώνει την αναθεωρητική και επεκτατική της πολιτική; Τι άλλο πρέπει να κάνει η Τουρκία για να σταματήσει η Ελληνική κυβέρνηση να της δίνει άλλοθι προσερχόμενη σε δήθεν συνομιλίες; Ας εφαρμόσουν επιτέλους την πολιτική του ελευθέριου Βενιζέλου, που έλεγε σε σχέση με την γείτονα ότι πρέπει να διαπραγματεύεσαι με «ντουφέκι και παζάρι».

“Peace for our time” Θυμηθείτε πως την έπαθε η Αγγλία με την «πολιτική κατευνασμού» του Τσάμπερλεϊν που αυτός έλεγε ότι με την υπογραφή της Συμφωνίας του Μονάχου είχε πέτυχει “Peace for our time” («Ειρήνη στην εποχή μας»), ενώ ο Χίτλερ ετοίμαζέ τα αποβατικά του για να περάσει το στενό της Μάγχης. Κάτι τέτοιο βιώνει και η Ελλάδα σήμερα, μόνο που απέναντι δεν έχει Γερμανούς αλλά Τούρκους που διατηρούν σε ετοιμότητα τον μεγαλύτερο αποβατικό στόλο στην μεσόγειο, δεν έχει Χίτλερ αλλά Ερντογάν και βεβαίως ελπίζω να μην έχει στην Ελληνική πλευρά έναν Τσάμπερλεϊν.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ