Οι διαχρονικές «άφατες θλίψεις»

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Βασίλης Δημ. Χασιώτης 

«Με άφατη θλίψη και ψυχική οδύνη, ολόκληρος ο ελληνικός λαός παρακολουθεί και βιώνει πραγματικά το γεγονός και τις τραγικές συνέπειες του σιδηροδρομικού δυστυχήματος της 28-2-2023, στην περιοχή των Τεμπών». Μ’ αυτή τη φράση ξεκινά η παραγγελία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προς τον επικεφαλής της Εισαγγελίας Εφετών Λάρισας στον οποίο παραγγέλλει την διενέργεια έρευνας για το άνω συμβάν.

Σε τρείς μήνες, θα κλείσω το 69ο έτος της ηλικίας μου.

Έξη δεκαετίες ζωής, δεν μπορώ πια να θυμηθώ, πόσες φορές βίωσα ως κάτοικος και ως πολίτης αυτής της χώρας, «άφατες θλίψεις» που είχαν ως γενεσιουργό αίτιο -πέραν των οποιονδήποτε άλλων «ατομικών ευθυνών»- το πολιτικό σύστημα της πατρίδας μου. Από πράξεις ή/και παραλείψεις του. Ούτε καν, επίσης, θυμάμαι πόσες φορές αυτές οι ευθύνες παρέμειναν πολιτικές, χωρίς ποτέ να διερευνηθούν και ως προς τη μη πολιτική τους διάσταση, εννοώ την ποινική. Ομοίως ούτε καν θυμάμαι πόσες «κατεπείγουσες» εισαγγελικές παραγγελίες έχω βιώσει : όμως, δεν θυμάμαι τις εξελίξεις τους, ιδίως εκείνων που ερευνούσαν ευθύνες «προς πάσα κατεύθυνση»…

Αν, όπως το είχε διατυπώσει ο Μένανδρος, «το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού», τότε, αν πρέπει, όχι να διασώσω κάποια ατομική σοφία, που ούτως ή άλλως δεν διαθέτω, τουλάχιστον να μην χαρακτηριστώ ως απολύτως ανόητος, οφείλω να μην φανώ (πόσο μάλλον να προσποιηθώ) πως «εκπλήσσομαι» για το μέγεθος της ανικανότητας αν όχι και της αδιαφορίας του πολιτικού προσωπικού του κυρίαρχου πολιτικού μας συστήματος εξουσίας, και πάντως εκείνου που διαχρονικά άσκησε την πολιτική εξουσία σε τούτον τον τόπο, τουλάχιστον αυτού που βίωσα στη διάρκεια του βίου μου, όταν διάφορα τραγικά και ταυτόχρονα θανατηφόρα δυστυχήματα συμβαίνουν ως απόρροια των δικών του  πράξεων ή/και παραλείψεων των, ή, εν πάση περιπτώσει, ως απόρροια και αυτών των πράξεων ή/και παραλείψεων.

Το τελευταίο τραγικό και ταυτόχρονα πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών αποτελεί συνδυασμό ανθρωπίνου λάθους στο επίπεδο των αρμόδιων σιδηροδρομικών υπαλλήλων, στο σταθμό της Λάρισας και όχι μόνο, όμως, ταυτόχρονα, είναι απόρροια κυρίως της εγκληματικής αμέλειας των αρμοδίων εκείνων σιδηροδρομικών εταιρειών αλλά και κρατικών υπηρεσιών, όπου εκείνοι μεν που όφειλαν να είχαν εγκαταστήσει τα απαραίτητα συστήματα ασφάλειας, δεν τα εγκατέστησαν, εκείνοι δε που όφειλαν να ασκούν εποπτεία και να παρέμβουν όταν διαπίστωναν πως η άνω εγκατάσταση δεν γίνονταν, δεν παρενέβαιναν, πολύ δε περισσότερο όταν όχι μόνο ήταν διαθέσιμα μα και οι εργαζόμενοι δια των συνδικάτων τους στους σιδηροδρόμους, επίμονα επεσήμαναν τους κινδύνους από την έλλειψή τους να θρηνήσουμε θύματα εξαιτίας ακριβώς της απουσίας τους. Όμως, όπως προκύπτει από τα ρεπορτάζ που παρακολουθούμε, οι «αρμόδιοι» όταν δεν κώφευαν, καθησύχαζαν διαβεβαιώνοντας πως οι σιδηρόδρομοι είναι απολύτως ασφαλείς.

Αναφορικώς με τα όσα ακούω για τη διερεύνηση των ευθυνών, από το επίπεδο του σταθμάρχη  έως τις εμπλεκόμενες με το δυστύχημα σιδηροδρομικές εταιρείες και την πολιτική ηγεσία, λυπούμαι να πω πως προσωπικά δεν αναμένω «να φτάσει το μαχαίρι στο κόκκαλο». Προσωπικά αναμένω, πως όταν φτάσουμε στο επίπεδο των ευθυνών των πολιτικών προσώπων που υπό την οιανδήποτε ιδιότητά τους και ανεξαρτήτως της θέσης τους στην κλίμακα της κρατικής και δημόσιας εξουσίας αποδειχτεί πως και γνώστες ήταν (ή θα όφειλαν να ήταν) των άνω ελλείψεων και κυρίως των κινδύνων που εγκυμονούσαν, εκεί, είτε θα παραμείνουμε στο επίπεδο των καθαρά πολιτικών ευθυνών, είτε θα δοθεί στην ευθύνη τους ο χαρακτήρας της μη κακουργηματικής πράξης, ήτοι, αυτή της πλημμέλειας, αν φτάσουμε ποτέ στο σημείο αυτό. Η τυχόν διάψευσή μου στην εκτίμησή μου αυτή, θα αποτελέσει για μένα μια ευχάριστη εξέλιξη.

Στο παρόν άρθρο θα εστιάσω σε δύο ζητήματα.

Το ένα έχει να κάνει με το πώς προσωπικά εξέλαβα και ερμήνευσα τις δηλώσεις του πρωθυπουργού και του παραιτηθέντος υπουργού Υποδομών και Μεταφορών σε συνδυασμό με την παραγγελία του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου για την διερεύνηση των αιτίων και την απόδοση ευθυνών για το παραπάνω δυστύχημα.

Το δεύτερο έχει να κάνει με μια εισαγγελική παραγγελία για ένα πολύ ευρύτερο από άποψη ευθυνών, συνεπειών και θυμάτων έγκλημα, η οποία όμως παραγγελία, ουδέποτε εκδόθηκε.

Σε ό,τι αφορά το πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα στα Τέμπη.

Θα αναφερθώ στην κοινή επισήμανση των δηλώσεων τόσο του άνω παραιτηθέντος υπουργού Υποδομών και Μεταφορών (κ. Κώστα Καραμανλή) όσο και του Πρωθυπουργού.

Ο παραιτηθείς υπουργός δήλωσε τη στιγμή της παραίτησής του :

«…Είναι γεγονός ότι παραλάβαμε τον ελληνικό σιδηρόδρομο σε κατάσταση που δεν ταιριάζει στον 21ο αιώνα. Σε αυτά τα 3,5 χρόνια, κάναμε κάθε προσπάθεια για να βελτιώσουμε αυτή την πραγματικότητα. Δυστυχώς, οι προσπάθειες αυτές δεν ήταν αρκετές για να αποτρέψουν ένα τέτοιο δυστύχημα… Όταν συμβαίνει κάτι τόσο τραγικό, δεν είναι δυνατόν να συνεχίζουμε σαν να μην συνέβη. Είμαι λίγα χρόνια στην πολιτική, αλλά θεωρώ απαραίτητο στοιχείο της Δημοκρατίας μας οι πολίτες της χώρας μας να εμπιστεύονται το πολιτικό σύστημα. Αυτό λέγεται πολιτική ευθύνη…».

Η (τελευταία) δήλωση του πρωθυπουργού αναφέρει μεταξύ άλλων :

«…Δεν μπορούμε, δεν θέλουμε και δεν πρέπει να κρυφτούμε πίσω από το ανθρώπινο σφάλμα. Αν το έργο της Τηλεδιοίκησης είχε ολοκληρωθεί, αυτό το δυστύχημα θα ήταν πρακτικά αδύνατο να είχε συμβεί Τέλος, θα προτείνω σε όλα τα κόμματα να δεσμευτούμε από τώρα ότι, στην επόμενη Βουλή, θα συσταθεί Ειδική Επιτροπή που θα διερευνήσει την πονεμένη ιστορία των ελληνικών σιδηροδρόμων όλη την τελευταία εικοσαετία. Όσα δεν έγιναν τόσα χρόνια πρέπει να τα κάνουμε τώρα και γρήγορα…»

Ώστε :

«Δυστυχώς, οι προσπάθειες αυτές δεν ήταν αρκετές για να αποτρέψουν ένα τέτοιο δυστύχημα…» ομολογεί ο παραιτηθείς υπουργός και το ερώτημα είναι :

(α) ποιες ήταν αυτές οι διαχρονικές προσπάθειες που έγιναν που σε κάθε περίπτωση όμως πρέπει να έχουν σχέση με την ασφάλεια των σιδηροδρόμων;

(β) γιατί οι παραπάνω διαχρονικές προσπάθειες που έγιναν χαρακτηρίζονται ως μη «αρκετές», από πότε παραμένουν στο επίπεδο του «μη αρκετού» και τι ενέργειες γίνονταν (διαχρονικά) για να καταστούν «αρκετές»;

(γ) πώς επέτρεπε η (εκάστοτε) Κυβέρνηση, όντας εν γνώσει των ελλείψεων και των κινδύνων στην ασφάλεια των σιδηροδρόμων την κυκλοφορία των τρένων;

Θα μείνω ιδιαίτερα στην ομολογία του Πρωθυπουργού, πως «Αν το έργο της Τηλεδιοίκησης είχε ολοκληρωθεί, αυτό το δυστύχημα θα ήταν πρακτικά αδύνατο να είχε συμβεί…» και πως «…Όσα δεν έγιναν τόσα χρόνια πρέπει να τα κάνουμε τώρα και γρήγορα…». Όμως, κι εδώ, το τι θα γίνει από εδώ και πέρα είναι άλλο πράγμα, και το γιατί δεν έγιναν μέχρι σήμερα όσα γνωρίζαμε ότι έπρεπε να γίνουν και δεν έγιναν είναι άλλο πράγμα. Ο πρωθυπουργός αναγνωρίζει τις συνέπειες όλων των διαχρονικώνενεργειών στο ζήτημα της ασφάλειας των σιδηροδρόμων που έπρεπε να γίνουν αλλά δεν έγιναν. Τα ερωτήματα που τίθενται εδώ, είναι τα ίδια με αυτά που θέσαμε παραπάνω στην περίπτωση του παραιτηθέντος υπουργού Υποδομών και Μεταφορών, όμως, στην προκειμένη περίπτωση μιλάμε για τον πρωθυπουργό που έχει αυξημένες εξουσίες σε σχέση με έναν υπουργό, και η παρέμβαση του οποίου προς πάσα κατεύθυνση (στο υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, στη Ρυθμιστική Αρχή Σιδηροδρόμων και προς το σύνολο (κρατικών και ιδιωτικών) σιδηροδρομικών επιχειρήσεων, θα ήταν καθοριστική. Δεν γνωρίζω αν έγιναν αυτές οι παρεμβάσεις, όμως, από τις άνω δηλώσεις αυτό δεν προκύπτει. «…Όσα δεν έγιναν τόσα χρόνια πρέπει να τα κάνουμε τώρα και γρήγορα…» δηλώνει ο πρωθυπουργός. Τα ανωτέρω, ασφαλώς, δεν αφορούν τον σημερινό πρωθυπουργό, αλλά και τους προηγούμενους εντός της θητείας των οποίων εμπίπτει το πρόβλημα.

Ασφαλώς στο ζήτημα της «ασφάλειας» πρέπει να περιληφθεί και το εξαιρετικά κρίσιμο γεγονός πως η ασφάλεια των σιδηροδρόμων απαιτεί όχι μόνο την εφαρμογή της σύγχρονης τεχνολογίας πάνω στο ζήτημα αυτό, απαιτεί και ένα ελάχιστο επίπεδο στελέχωσης των υπηρεσιών των σιδηροδρομικών εταιρειών, διότι και στο επίπεδο αυτό μάθαμε από τα ρεπορτάζ που στο δίκτυο λειτουργούσε το ένα τρίτο περίπου των προβλεπόμενων θέσεων, με ό,τι αυτό σημαίνει. Χθες (6/3) κιόλας στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων του Star, παρουσιάσθηκε έγγραφο με ημερομηνία 23/1/2023 του τότε σταθμάρχη προς την Διοίκηση του ΟΣΕ, το οποίο αφορούσε τον Σιδηροδρομικό Σταθμό Παλαιοφαρσάλου, και στο οποίο μεταξύ άλλων αναφέρονταν πως «…το προσωπικό… εργάζεται πέραν του κανονικού ωραρίου, όπου μερικές φορές, φθάνει δύο και τρεις ημέρες συνεχόμενα… Επισημαίνουμε ότι η εσωτερική και πνευματική κόπωση αδυνατεί τον κάθε εργαζόμενο  να έχει τη σύνεση και τη διαρκώς τεταμένη προσοχή που χρειάζεται θέτοντας σε κίνδυνο την ομαλή και ασφαλή διεξαγωγή της κυκλοφορίας των αμαξοστοιχιών…» (https://www.star.gr/eidiseis/ellada/616197/temph-to-eggrafo-poy-proeidopoioyse-gia-atyxhma).

Επίσης, θεωρώ απαραίτητο να επισημάνω πως κατά την δική μου αντίληψη των πραγμάτων, φέρουν ευθύνη και εκείνες οι σιδηροδρομικές εταιρείες που δεν έχουν μεν την ευθύνη των υποδομών, έχουν όμως την ευθύνη της ασφαλούς μεταφοράς των επιβατών αλλά και των εργαζομένων στις αμαξοστοιχίες, επιβατικών αλλά και εμπορικών. Και τούτο διότι, εφόσον ήταν σε γνώση και σ΄ αυτές οι κίνδυνοι που ελλόχευαν από την έλλειψη των συστημάτων ασφαλείας στους σιδηροδρόμους, όφειλαν να μην κινούν τους συρμούς τους προκειμένου να διασφαλίσουν τις ζωές επιβατών και εργαζομένων σ’ αυτούς και σε κάθε περίπτωση, κάθε είδους διαφήμιση προς το κοινό πως τα τρένα προσφέρουν, υπό το καθεστώς των άνω ελλείψεων «ασφαλείς μεταφορές», θα πρέπει να θεωρηθεί παραπλανητική.

Έρχομαι τώρα στο δεύτερο θέμα του παρόντος άρθρου που έχει να κάνει με μια εισαγγελική παραγγελία για ένα πολύ ευρύτερο από άποψη ευθυνών, συνεπειών και θυμάτων έγκλημα, η οποία όμως παραγγελία, εξ όσων γνωρίζω, ουδέποτε εκδόθηκε.

Κατ’ αρχήν να θυμίσω τα κρίσιμα σημεία της παραγγελίας του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εκδόθηκε για το άνω σιδηροδρομικό δυστύχημα των Τεμπών, και που θα αποτελέσουν τη βάση στην επιχειρηματολογία μας.

Αναφέρεται στην εισαγγελική παραγγελία μεταξύ άλλων :

«Με άφατη θλίψη και ψυχική οδύνη, ολόκληρος ο ελληνικός λαός παρακολουθεί και βιώνει πραγματικά το γεγονός και τις τραγικές συνέπειες του σιδηροδρομικού δυστυχήματος της 28-2-2023, στην περιοχή των Τεμπών. Η μοίρα έδειξε το χειρότερο πρόσωπό της σε κάθε έναν ξεχωριστά άλλα και σε όλους μαζί τους επιβάτες της μοιραίας αμαξοστοιχίας. Πόνος πολύς – Θλίψη ανείπωτη – Οικογένειες απορφανισμένες – Όνειρα νέων ανθρώπων οριστικά ανεκπλήρωτα. Η εντονότατη συγκίνηση και ταραχή που προκάλεσε το απροσδόκητο αυτό γεγονός σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες της Χώρας επιβάλλουν την κινητοποίηση, άμεσα και αποτελεσματικά, του κρατικού μηχανισμού σε όλα τα επίπεδα. Πρωτίστως, όμως, αυτή τη στιγμή είναι η ώρα της Δικαιοσύνης, η οποία σε όλο το εύρος της, πρέπει να επιβάλει κυριαρχικά την παρουσία της και χωρίς δισταγμό να παρέμβει καίρια, ουσιαστικά και αποτελεσματικά κατά το πρώτο διαδικαστικό στάδιο της συλλογής των αποδείξεων, οι οποίες μελλοντικά θα χρησιμεύσουν για την απόδοση των ευθυνών στους υπαίτιους, όποιοι και αν είναι, όπου και αν ανήκουν, από όπου και αν προέρχονται, ό,τι και να εκπροσωπούν… Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που, κατ’ αρχήν, οδηγούν στην απόδοση ευθυνών προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, δεν πρέπει να παγιδευτεί η δικανική κρίση σε ποινικές ευθύνες συγκεκριμένων και περιορισμένων ατόμων και μόνο. Αντίθετα, επιβάλλεται η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης από κάθε πλευρά και η απόδοση ευθυνών προς πάσα κατεύθυνση, σύμφωνα με τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και την ισχύουσα δικονομική τάξη. Είναι μακάβριο να λέγεται, αλλά, ενίοτε, ισχύει, ότι ένα δυσάρεστο γεγονός όπως ο θάνατος μπορεί να αποτελέσει την αφορμή, ώστε να γεννηθεί κάτι καλό… Η ορθή και ταχεία απονομή δικαιοσύνης θα αποτελεί  αιώνιο μνημόσυνο για τις ψυχές των νεκρών».

Αν οι άνω λόγοι, θεωρούνται -και ασφαλώς είναι- επαρκείς και ικανοί ώστε να προκαλέσουν τον άμεσο ενδιαφέρον της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου, για τους ίδιους και ακόμα ευρύτερους από άποψη συνεπειών, θα ανέμενα, την προηγούμενη δεκαετία των Μνημονίων, ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου να παρέμβει προκειμένου να διαπιστωθεί γιατί χιλιάδες συμπολίτες μας οδηγούνταν στην αυτοχειρία εξαιτίας των Μνημονίων, γιατί εκατοντάδες χιλιάδες νέοι οδηγήθηκαν στην αναγκαστική μετανάστευση στο εξωτερικό, γιατί οικογένειες διαλύθηκαν, γιατί τα Μνημόνια είχαν διαλύσει τον κοινωνικό και οικονομικό ιστό της χώρας, γιατί εκατομμύρια άνθρωποι περιήλθαν σε καθεστώς πλήρους εξαθλίωσης, γιατί εκατομμύρια άνθρωποι μέσα σε λίγα χρόνια έχασαν περιουσίες και είδαν τα εισοδήματά τους να λεηλατούνται, γιατί οι θεσμοί της ελληνικής Δημοκρατίας ουσιαστικά είχαν αλωθεί (δεν έχει κανείς παρά να διαβάσει στα πρακτικά της Βουλής τις συζητήσεις όταν ψηφίζονταν τα Μνημόνια) από ξένα κέντρα (που συγκεκριμενοποιούνταν στον θεσμό της Τρόικα), και κυρίως : γιατί ποτέ δεν έγινε σε βάθος έρευνα ώστε να αναδειχθούν οι αιτίες της  άνω εθνικής τραγωδίας, γιατί τα «λάθη» των δανειστών ποτέ δεν ερευνήθηκαν ως προς τις επιπτώσεις τους και δεν αξιώθηκαν αποζημιώσεις γι’ αυτά, γιατί δηλώσεις Ευρωπαίων ανωτάτων αξιωματούχων, ακόμη δε και πρωθυπουργών (όπως της τέως Καγκελαρίου της Γερμανίας Άνγκελα Μέρκελ) πως από τους Έλληνες ζητήθηκαν πολλά αλλά και συνεχών αναφορών πως τα Μνημόνια ενείχαν και «εκδικητικό χαρακτήρα» (και επομένως μέτρα πέραν των αναγκαίων), όλα αυτά, ή μάλλον, σε όλα αυτά, δεν υπήρχε ούτε ψήγμα ποινικού ενδιαφέροντος ώστε κάποιος αρμόδιος εισαγγελέας να καλέσει και να ερωτήσει όσους διατείνονταν πως «όλοι μαζί τα φάγαμε» αλλά και εκείνους που διατείνονταν πως «δεν τα φάγαμε όλοι μαζί αλλά μόνοι σας», τι ακριβώς εννοούν και τι στοιχεία διαθέτουν όταν ισχυρίζονται όσα ισχυρίζονται; Και φυσικά εδώ, δεν αναφέρομαι στα όσα ισχυρίζονται οι απλοί πολίτες, αναφέρομαι σ’ εκείνους που κατ΄ αντικειμενική κρίση θεωρούνται ότι γνωρίζουν πράγματα («και θαύματα»). Η «δημοσιονομική υγεία», μόνο μέσω μέτρων όπως τα Μνημόνια ήταν εφικτή; Ακόμη δε και αν τούτο υποστηρίζεται από τους υποστηρικτές τους, πόσο ανεκτό είναι αυτή η «αναγκαιότητα» της «δημοσιονομικής προσαρμογής» να δικαιολογεί νομικά κόσμος να εξωθείται στην αυτοχειρία, να ξενιτεύεται κατά εκατοντάδες χιλιάδες, οι δημοκρατικοί θεσμοί να ευτελίζονται και εξευτελίζονται από την Τρόικα;

Το ίδιο το κείμενο της εισαγγελικής παραγγελίας θα μπορούσε να είχε εκδοθεί και στη διάρκεια των Μνημονίων.

Ελαφρά τροποποιημένο, το κείμενο αυτό θα μπορούσε να ήταν κάπως έτσι σύμφωνα με την δική μου αντίληψη των πραγμάτων (εντός παρενθέσεων οι λέξεις ή οι φράσεις που ανήκουν σε μένα) :

«Με άφατη θλίψη και ψυχική οδύνη, ολόκληρος ο ελληνικός λαός παρακολουθεί και βιώνει (τις τραγικές συνέπειες της οικονομικής κρίσης). Η μοίρα έδειξε το χειρότερο πρόσωπό της σε κάθε έναν ξεχωριστά (άλλα και σε ολόκληρο το έθνος). Πόνος πολύς – Θλίψη ανείπωτη – Οικογένειες απορφανισμένες – Όνειρα νέων ανθρώπων οριστικά ανεκπλήρωτα. Η εντονότατη συγκίνηση και ταραχή που προκάλεσε το απροσδόκητο αυτό γεγονός, (μιας και ο ελληνικός λαός, διαχρονικά, ουδέποτε είχε ενημερωθεί στο βαθμό που θα έπρεπε από τις Κυβερνήσεις του, για τους πραγματικούς λόγους διαμόρφωσης του δημοσίου χρέους, επιβάλλουν την ανάδειξη αυτών των αιτιών ώστε οι πραγματικά υπαίτιοι να λογοδοτήσουν και να επωμιστούν κατά προτεραιότητα τα βάρη που τους αναλογούν). Πρωτίστως, όμως, αυτή τη στιγμή είναι η ώρα της Δικαιοσύνης, η οποία σε όλο το εύρος της, πρέπει να επιβάλει κυριαρχικά την παρουσία της και χωρίς δισταγμό να παρέμβει καίρια, ουσιαστικά και αποτελεσματικά κατά το πρώτο διαδικαστικό στάδιο της συλλογής των αποδείξεων, οι οποίες μελλοντικά θα χρησιμεύσουν για την απόδοση των ευθυνών στους υπαίτιους, όποιοι και αν είναι, όπου και αν ανήκουν, από όπου και αν προέρχονται, ό,τι και να εκπροσωπούν… (Αυτή δε η κυριαρχική παρουσία της Δικαιοσύνης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να περιοριστεί υπό το οποιοδήποτε πρόσχημα και την οποιαδήποτε δικαιολογία). Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που, κατ’ αρχήν, οδηγούν στην απόδοση ευθυνών προς συγκεκριμένη κατεύθυνση, δεν πρέπει να παγιδευτεί η δικανική κρίση σε ποινικές ευθύνες συγκεκριμένων και περιορισμένων ατόμων και μόνο. Αντίθετα, επιβάλλεται η πλήρης διερεύνηση της υπόθεσης από κάθε πλευρά και η απόδοση ευθυνών προς πάσα κατεύθυνση, σύμφωνα με τις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις και την ισχύουσα δικονομική τάξη. (Δεν θα επιτρέψουμε ποτέ να επαναληφθεί, πως για να γίνει κάτι καλό σ’ αυτή τη χώρα, πρέπει προηγούμενα να εισπράξουμε την έντονη οσμή του αίματος αθώων)».

Ο Φάκελος «Μνημόνια», δεν έχει κλείσει.

Δεν πρέπει να κλείσει.

Ούτως ή άλλως, οι Μνημονιακές δεσμεύσεις ισχύουν μέχρι το 2060.

Επώδυνες «λεπτομέρειες» των Μνημονιακών νόμων, θα τις ξαναβρούμε μπροστά μας.

Κάποια «προειδοποιητικά» κόκκινα λαμπάκια αναβοσβήνουν και δεν πρέπει να τα αγνοούμε. Το δημόσιο χρέος, που προπαγανδίστηκε το 2018 ότι δήθεν το «τακτοποιήσαμε» οριστικά τουλάχιστον για τις επόμενες 4-5 δεκαετίες, ήδη εδώ και αρκετό καιρό, μας λένε ότι είναι βιώσιμο μέχρι το 2030 (ή κάπου εκεί γύρω). Από εκεί και πέρα, τα πάντα «εξαρτώνται». Πριν δύο χρόνια, «Μιλώντας από το βήμα εκδήλωσης του Ελληνοαμερικανικού Επιμελητηρίου για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ο κ. Στουρνάρας διαβεβαίωσε ότι «παρά την αυξημένη αβεβαιότητα και τους κινδύνους σχετικά με τη μελλοντική πορεία της οικονομίας, η βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους δεν απειλείται τουλάχιστον μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2030». (https://www.kathimerini.gr/economy/ local/561180496/g-stoyrnaras- biosimo-eos-to-2030-to-dimosio-chreos). Η τρέχουσα πολιτική και κοινωνική «ηρεμία» που βιώνουμε, οφείλεται στο γεγονός πως οι απανωτές μεγάλες απογοητεύσεις του λαού από όλες εκείνες τις πολιτικές δυνάμεις που ως αξιωματικές αντιπολιτεύσεις υπόσχονταν την κατάργηση των Μνημονίων, απλά για να φέρουν ως Κυβερνήσεις τα δικά τους Μνημόνια, ακόμα πιο σκληρά και πιο άδικα την κάθε φορά, έχουν στερήσει τουλάχιστον τρεχόντως, τον λαό από κάθε εναλλακτική πολιτική επιλογή. Ο Παλαιοκομματισμός που μας οδήγησε στο «2010», είναι ο ίδιος που παρέδωσε τις τύχες της χώρας στους δανειστές διεκπεραιώνοντας τις επιλογές και απαιτήσεις τους, και είναι ο ίδιος, αφού η εγκαθίδρυση του Μνημονιακού Καθεστώτος ολοκληρώθηκε, ακολούθως, ενισχυμένος, έρχεται να μας οδηγήσει στο «μέλλον».

Η ουσιαστική διερεύνηση των αιτίων που προκάλεσαν στον υπερθετικό βαθμό και σε εθνικό επίπεδο «Πόνο πολύ – Θλίψη ανείπωτη – Οικογένειες απορφανισμένες – Όνειρα νέων ανθρώπων οριστικά ανεκπλήρωτα», που προκάλεσαν τον παγκόσμιο διασυρμό όχι μονάχα του πολιτικού προσωπικού της χώρας μα και του ίδιου του ελληνικού λαού, δεν αποτελεί «τυπική υποχρέωση» πολιτικού ενδιαφέροντος, είναι μια απαίτηση προκειμένου να διαγνωστεί η ίδια η αναγκαιότητα και η λογική των επιβληθέντων Μνημονιακών νόμων, αποτελεί μια σε εκκρεμότητα απότιση φόρου τιμής στα θύματα των Μνημονίων, στους ανθρώπους που έθεσαν τέλος στη ζωή τους διότι δεν άντεχαν την αναξιοπρέπεια στην οποία τους είχαν βυθίσει οι Μνημονιακοί νόμοι, στους νέους που ξενιτεύτηκαν εκόντες-άκοντες, στα εκατομμύρια των μισθωτών, συνταξιούχων και μικρομεσαίων επιχειρηματιών και επαγγελματιών που είδαν να λεηλατούνται τα εισοδήματα και οι περιουσίες τους, χωρίς ποτέ να τους δοθούν επαρκείς εξηγήσεις, και πιο σωστά, χωρίς ποτέ να τους δοθεί καμία εξήγηση, πέραν του «όλοι μαζί τα φάγαμε», είτε αυτό λέγονταν με αυτόν τον κυνικό τρόπο, είτε έμμεσα, αλλά με το ίδιο περιεχόμενο.

Τα Μνημόνια χαρακτηρίστηκαν από τους επικριτές τους, «εγκλήματα».

Από μόνο του αυτό, θάπρεπε να οδηγήσει την Εισαγγελία, τουλάχιστον αυτή του Αρείου Πάγου, να διερευνήσει τη φύση αυτού του καταγγελλόμενου «εγκλήματος», όχι από απλούς πολίτες, όπως εγώ, μα από ανθρώπους που θεωρούνται πως διαθέτουν επαρκή και κυρίως έγκυρη νομική (και όχι μόνο) επιστημονική επάρκεια ώστε να ισχυρίζονται ό,τι ισχυρίζονται.

Όμως, φαίνεται πως ο Μνημονιακός «άφατος πόνος», δεν έχει κανένα ποινικό ενδιαφέρον.

Μονάχα πολιτικό…

Και, μάλλον, ήταν μονόδρομος…

Επομένως, ήταν και σωτήριος, έστω και στη λογική του πικρού χαπιού…

ΔΗΜΟΦΙΛΗ