Η Παραπομπή Βουλευτών για «Εξαπάτηση των Ψηφοφόρων»

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Βασίλης Δημ. Χασιωτης 

Η εισαγγελεύς του Αρείου Πάγου, ως γνωστόν, κάλεσε για εξηγήσεις 11 βουλευτές των «Σπαρτιατών» ως υπόπτους για «εξαπάτηση των ψηφοφόρων», η δε Βουλή, ήρε την ασυλία τους γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο.

Προσωπικά, δεν ενθυμούμαι στο παρελθόν, μια (σχεδόν) ολόκληρη κοινοβουλευτική ομάδα ενός κόμματος να παραπέμπεται στη δικαιοσύνη για «εξαπάτηση των ψηφοφόρων». 

Είναι όμως η «πρώτη φορά» που οι ψηφοφόροι έχουν εξαπατηθεί;

Ασφαλώς όχι είναι η απάντηση!

Αν η «εξαπάτηση των ψηφοφόρων» από ένα κόμμα του 3,5% είναι τόσο σημαντικό ζήτημα, και είναι ανεξαρτήτως μεγέθους κόμματος, το οποίο ούτε άσκησε στο παρελθόν κυβερνητική εξουσία, ούτε θα ασκήσει στο μέλλον, τότε, η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, οφείλει, υποχρεούται, να ασχοληθεί με το ζήτημα αυτό, και για εκείνα τα κυβερνητικά κόμματα τα οποία τουλάχιστον από τον Μάιο του 2010 και μέχρι το 2018, συστηματικά εξαπατούσαν όχι ένα 3,5% του εκλογικού σώματος, μα τον ελληνικό λαό στο σύνολό του, τόσο με ψευδείς υποσχέσεις (ότι θα «έσκιζαν», θα «καταργούσαν» τα Μνημόνια κ.λπ.), όσο και αποκρύπτοντας πως η πραγματική εξουσία είχε ήδη εκχωρηθεί σε ξένες Δυνάμεις, με αποκλειστικό στόχο τα κόμματα εκείνα να καταλάβουν την εξουσία όπερ και είχαν πετύχει.

Κατά την άνω περίοδο εγκαθίδρυσης των Μνημονίων, αμφιβάλλω αν υπάρχει ένας μόνο Έλληνας, εξ εκείνων των εκατομμυρίων που ψήφιζαν κόμματα (εξουσίας) με μόνη την υπόσχεση ότι θα έδιναν ένα τέλος στα Μνημόνια που να μην είχε θεωρήσει εαυτόν εξαπατηθέντα.

Δικαιούμαι να ερωτήσω, όχι το πού βρίσκονταν τότε η Δικαιοσύνη, όταν η «εξαπάτηση των ψηφοφόρων» είχε αναχθεί σε «εξαπάτηση του έθνους», αλλά, αν ακόμα και σήμερα, οφείλει αναδρομικά να διερευνηθούν οι ποινικές ευθύνες εκείνης της εξαπάτησης. Και τούτο διότι, εκείνη η «εξαπάτηση», δεν είχε ως μόνη συνέπεια κάποιοι βουλευτές να βρίσκονται στη Βουλή εισπράττοντας τις καθόλου ευκαταφρόνητες βουλευτικές αποζημιώσεις και κάποια κόμματα (εξουσίας) να λαμβάνουν τις όποιες επίσης καθόλου ευκαταφρόνητες κρατικές επιχορηγήσεις, αλλά, άσκησαν και κυβερνητική εξουσία, εφαρμόζοντας πολιτικές, (τα Μνημόνια), οι οποίες ξεκάθαρα επιβάλλονταν από ξένα Κέντρα, και ξεκάθαρα είχαν ως επιπτώσεις την οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση ενός ολόκληρου λαού, ακόμα δε και θανάτους (αυτοκτονίες), αλλά και την ουσιαστική κατάλυση της ίδιας της λειτουργίας της Δημοκρατίας και κρίσιμων πολιτειακών της οργάνων. Επιπτώσεις που διαρκούν μέχρι σήμερα και θα διαρκέσουν για αρκετές δεκαετίες στο μέλλον.

Όμως, ουδέποτε η Δικαιοσύνη ασχολήθηκε με εκείνη την ΕΞΟΦΘΑΛΜΗ «εξαπάτηση των ψηφοφόρων», ως εάν όλα να έβαιναν καλώς και νόμιμα.

Προσωπικά, τότε ανέμενα να δω την Δικαιοσύνη να αίρεται στο ύψος των περιστάσεων και να εγκαλεί τις πολιτικές δυνάμεις, ιδίως εκείνες που συγκροτούσαν και το Σύστημα Εξουσίας της χώρας, όταν το ΨΕΥΔΟΣ αποτελούσε τον πλέον ορατό παράγοντα χάρη στον οποίο αναδεικνύονταν κυβερνήσεις, και μάλιστα ένα ΨΕΥΔΟΣ με πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, διότι εκμεταλλεύονταν κατά τον πλέον αισχρό και απάνθρωπο τρόπο τον πόνο και την ανέχεια ενός ολόκληρου λαού, που έβλεπε τα εισοδήματά του και την περιουσία του που είχε γίνει με κόπο, αγώνες και αίμα μιας ολόκληρης ζωής να εξανεμίζονται μπροστά στα μάτια του.

Η Δικαιοσύνη όμως, τότε, όχι μόνο δεν έβλεπε καμία «εξαπάτηση ψηφοφόρων», αλλά, και νομιμοποιούσε με αποφάσεις της τις πολιτικές που παράγονταν από κυβερνήσεις που είχαν καταλάβει την εξουσία ακριβώς χάρη στην «εξαπάτηση των ψηφοφόρων» και που νομοθετούσαν με έναν τρόπο που ουσιαστικά είχε καταργήσει κάθε έννοια όχι νομιμότητας, μα και αυτής της απλής σοβαρότητας, όταν νομοσχέδια που όλοι γνώριζαν πως επιβάλλονταν από τους δανειστές και εισάγονταν στη Βουλή για ψήφιση δια χειρών ελληνικών κυβερνήσεων, πάντα με την διαδικασία του κατεπείγοντος, νομοσχέδια εκατοντάδων σελίδων, ψηφίζονταν χωρίς καλά-καλἀ να είχε δοθεί επαρκής χρόνος ούτε για μια ανάγνωση.

Αλλά, ενώ όλοι έβλεπαν ότι ένα λαός είχε πέσει θύμα εξαπάτησης (ως ψηφοφόρος) συστηματικά και ανερυθρίαστα, ουδεμία Εισαγγελία είχε ποτέ ενεργοποιηθεί, για το αδίκημα της «εξαπάτησης ψηφοφόρων» εκείνης της περιόδου που δικαίως μπορεί να θεωρηθεί και ως η κορωνίδα όλων των εξαπατήσεων ψηφοφόρων τουλάχιστον μεταπολιτευτικά.

Μάλιστα δε, αν δεν θέλουμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάκτυλό μας, στην περίπτωση των ψηφοφόρων των «Σπαρτιατών», αμφιβάλω αν υπήρξε ΕΣΤΩ ΚΑΙ ΕΝΑΣ ψηφοφόρος που να αγνοούσε το ποιος ακριβώς ήταν ο ουσιαστικός παράγων που ένα κόμμα του 0,6% λίγο πριν τις εκλογές εκτινάχτηκε στο 4% κοντά μόλις ο έγκλειστος στις φυλακές Ηλίας Κασιδιάρης έδωσε την πολιτική του στήριξη στο κόμμα αυτό. Και ασφαλώς, δεν ήταν μόνο οι ψηφοφόροι των «Σπαρτιατών» που ΔΕΝ τελούσαν εν αγνοία για το ποιος είναι ο πραγματικός παράγων, ο πραγματικός αρχηγός που έδωσε εκλογική δύναμη στο παραπάνω κόμμα και το έστειλε στη Βουλή, μα και ουδείς Έλληνας τελούσε εν αγνοία για το γεγονός αυτό. Ειλικρινά, αγνοώ ποιοι είναι οι εξαπατηθέντες, αν υπάρχουν εν τέλει εξαπατηθέντες. Ούτε ασφαλώς η ηγεσία της δικαιοσύνης αγνοούσε, τότε, προεκλογικά, πώς και γιατί το κόμμα των «Σπαρτιατών» εισήλθε στη Βουλή.

Παρόλα αυτά όμως, θα αφήσω και μια χαραμάδα θετικής ματιάς για την παραπομπή των «Σπαρτιατών». Δεν αφορά τους ίδιους, αφορά το πολιτικό σύστημα γενικότερα. Το ότι κλήθηκαν «για εξηγήσεις» οι άνω βουλευτές, δεν σημαίνει ότι θα τους αποδοθεί και κατηγορία. Ίσως ναι ίσως όχι. Αν ναι, τότε θα έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, το σκεπτικό του δικαστηρίου που είτε θα τους καταδικάσει, είτε θα τους αθωώσει είτε θα τους απαλλάξει «λόγω αμφιβολιών». Αυτό το σκεπτικό περιμένω να δω. Και νομίζω πως και πολλοί πολιτικοί θα αναμένουν αυτό το σκεπτικό, με εύλογο ενδιαφέρον. Εκτός και αν οι εξηγήσεις που θα δοθούν από τους «Σπαρτιάτες» θα είναι επαρκείς και πειστικές ώστε να μη παραπεμφθούν, οπότε μάλλον θα μείνουμε με την απορία, το τι η Δικαιοσύνη θα αποφάσιζε αν παραπέμποταν και δικάζονταν.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ