Για αιώνες, μία από τις σημαντικότερες πόλεις του αρχαίου κόσμου έμοιαζε να έχει εξαφανιστεί οριστικά
Θαμμένη κάτω από σκόνη, μετακινούμενους ποταμούς και εμπόλεμες ζώνες, η Αλεξάνδρεια στον Τίγρη είχε χαθεί από τη συλλογική μνήμη. Κι όμως, κάποτε αποτελούσε έναν από τους πιο κρίσιμους κόμβους εμπορίου, συνδέοντας τη Μεσοποταμία με την Ινδία και την Άπω Ανατολή.
Απο το arxaiaellinika.gr
Σήμερα, χάρη σε μια διεθνή ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον καθηγητή Stefan Hauser από το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντίας, η χαμένη αυτή μητρόπολη εντοπίζεται ξανά και αποκαλύπτει τον πραγματικό της ρόλο στην αρχαία παγκοσμιοποίηση.
Μια πόλη που ίδρυσε ο Μέγας Αλέξανδρος
Τον 4ο αιώνα π.Χ., μετά την κατάκτηση της Αχαιμενιδικής Περσικής Αυτοκρατορίας, ο Μέγας Αλέξανδρος βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα σοβαρό γεωγραφικό πρόβλημα. Η έντονη ιζηματογένεση στη νότια Μεσοποταμία μετέφερε σταδιακά την ακτογραμμή του Περσικού Κόλπου πιο νότια. Ως αποτέλεσμα, τα παλιά λιμάνια έχαναν τη λειτουργικότητά τους.
Για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, ο Αλέξανδρος ίδρυσε μια νέα πόλη-λιμάνι κοντά στη συμβολή του Τίγρη και του Καρούν, σε απόσταση περίπου 1,8 χιλιομέτρων από την τότε ακτογραμμή. Έτσι γεννήθηκε η Αλεξάνδρεια στον Τίγρη, μια πόλη σχεδιασμένη για να ελέγχει το θαλάσσιο και ποτάμιο εμπόριο.
Αργότερα, η πόλη έγινε γνωστή ως Charax Spasinou ή Charax Maishan και αναφέρεται σε ρωμαϊκές πηγές αλλά και σε επιγραφές που βρέθηκαν μέχρι και την Παλμύρα της Συρίας. Παρ’ όλα αυτά, η ακριβής της θέση παρέμενε μυστήριο για αιώνες.

Τα πρώτα σύγχρονα ίχνη εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1960. Ο Βρετανός ερευνητής John Hansman εντόπισε τεράστια τείχη και ίχνη οικισμών σε αεροφωτογραφίες της Βασιλικής Αεροπορίας. Ωστόσο, η πολιτική αστάθεια και οι ένοπλες συγκρούσεις στα σύνορα Ιράκ–Ιράν πάγωσαν κάθε έρευνα.
Η περιοχή, γνωστή σήμερα ως Jebel Khayyaber, χρησιμοποιήθηκε ακόμη και ως στρατιωτικό στρατόπεδο κατά τον πόλεμο Ιράν–Ιράκ. Μόνο μετά το 2014 οι αρχαιολόγοι μπόρεσαν να επιστρέψουν με σχετική ασφάλεια.
Όταν οι πρώτες ομάδες έφτασαν στο σημείο, αντίκρισαν κάτι εντυπωσιακό: τείχη που εκτείνονταν για χιλιόμετρα και σε ορισμένα σημεία έφταναν τα οκτώ μέτρα ύψος.
Μια τεράστια μητρόπολη χωρίς ανασκαφές
Λόγω των συνεχιζόμενων κινδύνων, οι ερευνητές βασίστηκαν αρχικά σε μη επεμβατικές μεθόδους. Πραγματοποίησαν εκτενείς επιφανειακές έρευνες, περπατώντας περισσότερα από 500 χιλιόμετρα και καταγράφοντας χιλιάδες θραύσματα κεραμικών και οικοδομικών υλικών.
Παράλληλα, η χρήση drone επέτρεψε τη δημιουργία λεπτομερούς ψηφιακού μοντέλου του εδάφους. Τα δεδομένα αποκάλυψαν μια τεράστια, προσεκτικά σχεδιασμένη πόλη. Σύμφωνα με τον Hauser, η Αλεξάνδρεια στον Τίγρη αποτελούσε το ανατολικό αντίστοιχο της Αλεξάνδρειας στην Αίγυπτο.
Και οι δύο πόλεις λειτουργούσαν ως πύλες ανάμεσα στην ενδοχώρα και τις θαλάσσιες εμπορικές οδούς.
Οι γεωφυσικές έρευνες έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Με τη χρήση μαγνητόμετρων, οι αρχαιολόγοι χαρτογράφησαν δρόμους, τείχη, κανάλια και βιομηχανικές εγκαταστάσεις χωρίς να σκάψουν ούτε εκατοστό.
Η εικόνα που προέκυψε ήταν εντυπωσιακή:
- Τεράστια οικιστικά συγκροτήματα
- Μνημειακοί ναοί
- Περιοχές εργαστηρίων με κλιβάνους
- Κεντρικό λιμάνι συνδεδεμένο με δίκτυο καναλιών
- Ένα συγκρότημα που θυμίζει παλάτι, πιθανότατα περιτριγυρισμένο από κήπους
Το πολεοδομικό πλέγμα δεν ήταν ενιαίο. Αντίθετα, οι ερευνητές εντόπισαν τουλάχιστον τέσσερις διαφορετικές κατευθύνσεις, στοιχείο που δείχνει πολλαπλές φάσεις ανάπτυξης.

Κέντρο του παγκόσμιου εμπορίου της αρχαιότητας
Από το 300 π.Χ. έως το 300 μ.Χ., το εμπόριο μεταξύ Μεσοποταμίας και Ινδίας γνώρισε τεράστια άνθηση. Οι δίδυμες πόλεις Σελεύκεια και Κτησιφώνεξελίχθηκαν σε αυτοκρατορικές πρωτεύουσες, με πληθυσμούς που έφταναν –σύμφωνα με τις πηγές– τις 600.000 κατοίκους.
Αυτή η ζήτηση τροφοδοτούσε έναν αδιάκοπο εμπορικό όγκο. Και, όπως τονίζει ο Hauser, σχεδόν όλο το εμπόριο από την Ινδία περνούσε από την Αλεξάνδρεια στον Τίγρη.
Ακόμα και όταν δημιουργήθηκαν νεότερα λιμάνια πιο νότια, τα εμπορεύματα συνέχιζαν να μεταφορτώνονται μέσω της πόλης.
Η παρακμή που έφερε η φύση
Όπως και η άνοδός της, έτσι και η πτώση της πόλης συνδέθηκε άμεσα με τη φύση. Ο Τίγρης μετατοπίστηκε σταδιακά προς τα δυτικά, αποκόπτοντας την Αλεξάνδρεια από την πλωτή οδό της.
Μέχρι τον 3ο αιώνα μ.Χ., η πόλη βρισκόταν πλέον μακριά τόσο από τον ποταμό όσο και από τον Περσικό Κόλπο, ο οποίος είχε υποχωρήσει σχεδόν 180 χιλιόμετρα νότια. Χωρίς πρόσβαση στο νερό και το εμπόριο, η Αλεξάνδρεια εγκαταλείφθηκε.
Τον ρόλο της ανέλαβε αργότερα η Βασόρα, το νέο λιμάνι της περιοχής.
Σήμερα, νέα ερευνητικά προγράμματα και μελλοντικές ανασκαφές χρηματοδοτούνται από διεθνή ιδρύματα. Σύμφωνα με τον Hauser, η Αλεξάνδρεια στον Τίγρη έχει ακόμα πολλά να αποκαλύψει.
Η επανεμφάνισή της δεν φωτίζει απλώς μια χαμένη πόλη. Αλλάζει τον τρόπο που κατανοούμε το εμπόριο, τις μετακινήσεις και την παγκοσμιοποίηση στον αρχαίο κόσμο.
