Ο Άρατος, η «Διοσημεία» και η Σύγχρονη Επιστημονική Αξιολόγηση
Η συγκεντρωμένη γνώση του Θεόφραστου και του Εύδοξου από την Κνίδο συμπυκνώθηκε με λογοτεχνική αριστοτεχνία στο διδακτικό έπος Φαινόμενα και στο δεύτερο μέρος του, τα Διοσημεια («Θεϊκά Σημάδια, Προγνώσεις»). Συγγραφέας ήταν ο Άρατος από τους Σόλους της Κιλικίας (περίπου 315–245 π.Χ.). Ο Άρατος, ιατρός στο επάγγελμα, είχε σπουδάσει πλάι στον ποιητή Φιλητά στην Κω, είχε επαφές με τον στωικό φιλόσοφο Ζήνωνα, και τελικά βρέθηκε στην αυλή του Μακεδόνα βασιλιά Αντίγονου Β’ Γονατά (γύρω στο 276 π.Χ.), ο οποίος και του ζήτησε να μετατρέψει σε ποίηση τα πεζά συγγράμματα του Εύδοξου.
Απο το arxaiaellinika.gr
Η δημοφιλία του Αράτου στον ελληνορωμαϊκό κόσμο υπήρξε απολύτως πρωτοφανής. Το έργο του χρησιμοποιήθηκε ως βασικό εγχειρίδιο εκμάθησης αστρονομίας, γνώρισε άπειρα σχόλια και μεταφράστηκε στα λατινικά, συνδέοντας αμετάκλητα τον έναστρο ουρανό με τον καιρό. Ο Άρατος καταγράφει με ποιητική χάρη τα σημάδια του Θεόφραστου: περιγράφει πώς τα βόδια κοιτούν ψηλά μυρίζοντας τον αέρα, τα μυρμήγκια μεταφέρουν βιαστικά τα αυγά τους, οι σαρανταποδαρούσες ανεβαίνουν στους τοίχους και τα γεράκια κρώζουν πριν την καταιγίδα. Δίνει μεγάλη προσοχή στην παρατήρηση του ήλιου, προτρέποντας τον αναγνώστη να «σαρώσει προσεκτικά τον ήλιο… ένα σκούρο σημάδι (dark stain) σημαίνει βροχή που έρχεται, ενώ κάθε ερύθημα (blush) είναι σημάδι ισχυρού ανέμου».
Η επιστημονική αξιολόγηση των σημείων του Αράτου αποδεικνύει την απόλυτη ορθότητα των αρχαίων παρατηρήσεων. Η σύγχρονη μετεωρολογία μπορεί να επιβεβαιώσει με ακρίβεια τους φυσικούς μηχανισμούς πίσω από τους ποιητικούς στίχους:
| Περιγραφή του Αράτου (Στίχοι) | Αρχαία Πρόγνωση | Σύγχρονη Μετεωρολογική / Επιστημονική Ερμηνεία | Πηγή |
| Δακτύλιος (άλως) γύρω από τη Σελήνη (811-817) | Βροχή / Άνεμος | Η άλως προκαλείται από κρυστάλλους πάγου στα θυσανόστρωτα νέφη (cirrostratus), που συνήθως προηγούνται της άφιξης ενός θερμού μετώπου, καθιστώντας τη βροχή εξαιρετικά πιθανή. | |
| Κόκκινη Σελήνη (796-798) | Καταιγίδα / Άνεμος | Η διάχυση του φωτός στον ορίζοντα λόγω υψηλής συγκέντρωσης υγρασίας ή σκόνης υποδεικνύει ασταθείς ατμοσφαιρικές συνθήκες. | |
| Καθαρή, Λαμπερή Σελήνη (783-784) | Καλοκαιρία | Αντανακλά στάσιμες, αντικυκλωνικές συνθήκες με υψηλή πίεση και καθαρή ατμόσφαιρα. | |
| Χαμηλή πτήση των πτηνών (918-919) | Βροχή | Η απότομη πτώση της βαρομετρικής πίεσης πριν από μια καταιγίδα δυσκολεύει την άνωση (lift) των πουλιών, ενώ παράλληλα η υψηλή υγρασία αναγκάζει τα έντομα (τη λεία τους) να πετούν χαμηλότερα. | |
| Ξαφνικός Νότιος Άνεμος (888-889) | Βροχή | Μεταφορά θερμών, υγρών αερίων μαζών, χαρακτηριστικό της αστάθειας πριν από την έλευση ενός μετώπου κακοκαιρίας. | |
| Τα σύννεφα διαλύονται νωρίς το πρωί (848-850) | Καλοκαιρία | Πτώση της νυχτερινής υγρασίας και παρουσία σταθερής θερμοκρασιακής αναστροφής (stable inversion). |
Αυτή η λεπτομερής αστρομετεωρολογική παράδοση (η οποία αργότερα επηρέασε και Άραβες επιστήμονες, όπως ο Αλ-Κίντι, που βασίστηκε στις ίδιες αριστοτελικές αρχές των τεσσάρων στοιχείων ) αποτελεί τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στην αρχαιότητα και το παρόν.
Η Επιβίωση στη Λαϊκή Παράδοση (Μερομήνια)
Οι παραπάνω παρατηρήσεις δεν χάθηκαν με την πτώση του αρχαίου κόσμου. Ενσωματώθηκαν βαθιά στη λαϊκή πρόγνωση (paradosiaki provlepsi) και στα παραδοσιακά παρατηρήματα (γνωστά και ως «μερομήνια») των Ελλήνων κτηνοτρόφων και αγροτών μέχρι τους σύγχρονους χρόνους. Οι αγρότες (όπως καταγράφεται σε λαογραφικές μαρτυρίες από την Κρήτη και αλλού) παρακολουθούν παραδοσιακά τον κύκλο γύρω από το φεγγάρι: «αν είν’ αλάργω (μακριά), είν’ του νερού, κι αν είν’ κοντά, τ’ αέρα». Η γνώση ότι οι αστραπές πάνω από τον βορρά προμηνύουν βροχή, η παρατήρηση της Πούλιας (των Πλειάδων, ακριβώς όπως πρότεινε ο Ησίοδος 2.700 χρόνια πριν) ότι αν βασιλεύει στις 17-18 Νοεμβρίου με συννεφιά ο καιρός θα είναι ήπιος, και το φαινόμενο των πουλιών που τσακώνονται στον ουρανό, παραμένουν ζωντανά σημάδια ερμηνείας της φύσης. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τα γνωμικά της υπαίθρου επιτελούν τον ίδιο ακριβώς ρόλο που επιτελούσε η διδακτική ποίηση του Ησιόδου και η προγνωστική πραγματεία του Θεοφράστου.

Συμπεράσματα
Μέσα από την ενδελεχή και κριτική εξέταση των αρχαίων ελληνικών κειμένων, των φιλοσοφικών πραγματειών, των επών και του πλούσιου επιγραφικού και νομισματικού υλικού, αναδεικνύεται η πολυπλοκότητα με την οποία η αρχαιοελληνική σκέψη διαχειρίστηκε το φαινόμενο της βροχής, συνδυάζοντας την αγωνία για την επιβίωση στο εύθραυστο μεσογειακό κλίμα με την υψηλή πνευματική αναζήτηση.
Πρώτον, η βροχή στην αρχαία Ελλάδα συνιστά έναν πολυδιάστατο συμβολικό τόπο. Αρχικά, λατρεύτηκε ως η επιτομή της υπέρτατης θεϊκής δύναμης, του απόλυτου εργαλείου πολιτικής και πλανητικής εξουσίας. Η κρατική και λαϊκή θρησκεία ανήγαγε τον Δία (μέσα από την τεράστια δεξαμενή των επιθέτων του: «Υέτιος», «Όμβριος», «Μαιμάκτης», «Αφέσιος») σε απόλυτο ρυθμιστή του καιρού. Η προσέγγιση του θείου επιτυγχανόταν μέσω ικετευτικών ύμνων, ταπεινών προσευχών (όπως μαρτυρεί το «υσον, υσον» των Αθηναίων που επαινεί ο Μάρκος Αυρήλιος) και μεγαλειωδών, κρατικά επιχορηγούμενων τελετουργικών αναλογικής μαγείας (όπως αποδεικνύουν το ιερό βελανιδιάς στο όρος Λύκαιον και η ιερή άμαξα με την υδρία στην Κραννώνα της Θεσσαλίας).
Δεύτερον, η επική και διδακτική ποίηση, από τον Όμηρο έως τον Ησίοδο, ερμήνευσε τη βροχή ως φορέα κοσμικής δικαιοσύνης και, ταυτόχρονα, ως ένα αδυσώπητο «ρολόι» γεωργικών δραστηριοτήτων. Η αστρική παρατήρηση επιδίωκε να συγχρονίσει την εύθραυστη ανθρώπινη δράση και τη ναυτιλία με τους αδυσώπητους ρυθμούς των ουρανίων σωμάτων, οργανώνοντας την κοινωνία γύρω από τον φόβο και την ανάγκη των μετεωρολογικών αλλαγών.
Τρίτον, η ριζοσπαστική μετατόπιση από τη θεοκρατία στην αιτιοκρατίααποτελεί τη μεγαλύτερη γνωσιολογική επανάσταση της αρχαιότητας. Οι Ίωνες Προσωκρατικοί (Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης) απέδειξαν τη δυνατότητα της ανθρώπινης διάνοιας να κατανοήσει την ατμόσφαιρα καθαρά υλιστικά. Η εισαγωγή εννοιών όπως η αραίωση, η συμπύκνωση και η πανσπερμία του Αναξαγόρα, άνοιξαν τον δρόμο για τη φυσική φιλοσοφία. Η διαδρομή αυτή κορυφώθηκε στο σύγγραμμα των Μετεωρολογικών του Αριστοτέλη. Εκείνος πρώτος περιέγραψε με απίστευτη προσέγγιση τη θερμοδυναμική του υδρολογικού κύκλου, την ιδέα της συναγωγής θερμότητας και την αναλογία του φαινομένου με την τεχνητή απόσταξη, τοποθετώντας τη βροχή στα στέρεα επιστημονικά της θεμέλια.
Τέλος, η επιστήμη έγινε πράξη. Το έργο στοχαστών όπως ο Θεόφραστος (Περί Σημείων) και ποιητών όπως ο Άρατος (Φαινόμενα και Διοσημεία) γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα στην αφηρημένη φιλοσοφική επιστήμη και τις πιεστικές, πρακτικές ανάγκες της καθημερινότητας. Κατέγραψαν με απόλυτη ορθότητα τα βιολογικά και ατμοσφαιρικά σημάδια που προμηνύουν τις καιρικές μεταβολές, δημιουργώντας εφαρμοσμένα συστήματα μετεωρολογικής πρόγνωσης, τα οποία επιβιώνουν αυτούσια μέχρι σήμερα μέσα από τις λαϊκές παραδόσεις των γεωργών και των ναυτικών μας.
Η ιστορία της ερμηνείας της βροχής στην αρχαία Ελλάδα δεν είναι, συνεπώς, μονάχα η ιστορία της απαρχής της μετεωρολογίας· είναι, πρωτίστως, η ιστορία της ίδιας της εξέλιξης του δυτικού ανθρώπινου πνεύματος. Μια ανηφορική πορεία από τον δεισιδαίμονα φόβο του αγνώστου και την ολοκληρωτική εξάρτηση από το θείο, προς την κυριαρχία της συστηματικής παρατήρησης, του ελέγχου του περιβάλλοντος και του απελευθερωτικού ορθολογισμού.
