Ο Χάρης Ρώμας είναι ο μεγαλύτερος καλλιτεχνικός απατεώνας που πέρασε από την χώρα.
Δεν είναι άποψη, είναι η αλήθεια. Δεν είναι υποκειμενικό, είναι αντικειμενικό.
Όλη του η καριέρα είναι μια πλοκή. Κάποιος στριφνός, συντηρητικός, μισάνθρωπος άντρας ερωτεύεται μια προοδευτική, ανοιχτή, εξωστρεφή τύπισσα και με το εύκολο εργαλείο «τα ετερώνυμα έλκονται» στο τέλος παντρεύονται, τα βρίσκουν, κτλ. Δεν υπάρχει εξέλιξη χαρακτήρων, δεν υπάρχει ανάλυση. Είναι απλώς καρικατούρες, καρτούν, στερεότυπα που σαν πλανήτες γυρίζουν γύρω γύρω από τον ίδιο ήλιο, την προχειρότητα. Ο Κωνσταντίνος κι η Ελένη, ο Πώπωτας κι η Χαρά, ο Κλέονας Βεζύρης κι η Καποδίστρια, ο διευθυντής του Δεληγιάννειου με την καινούργια καθηγήτρια. Ακόμα και στους «μεν και δεν» αυτό μεταφέρεται σε ζευγάρια. Οι συντηρητικοί κι οι προχωρημένοι. Στο μεν και δεν το ένα ζευγάρι θέλει να διώξει το άλλο από την πολυκατοικία στο Κωνσταντίνου κι Ελένης θέλει να διώξει ο ένας τον άλλον από το σπίτι. Στο πιο απαράδεκτο του σήριαλ το Λίφτινγκ πήγε να σπάσει αυτή τη μανιέρα και τελικά έβαλε ξανά τον Κατακουζηνό για να ανεβάσει τα νούμερα. Ναι, τόσο θλιβερός.
Κι ίσως μου πεις ότι εντάξει κι οι ελληνικές ταινίες αυτό έκαναν
Η Βασιλειάδου την άσχημη, ο Κωνσταντάρας τον γοητευτικό πενηντάρη, η Βλαχοπούλου την τρελοκερκυραία, ο Χατζηχρήστος τον βλάχο και πάει λέγοντας. Ναι, αλλά ο Ρώμας το είχε πάει επίπεδα μακριά. Δεν ήταν μόνο η βασική πλοκή ίδια, αλλά κι όλοι οι ρόλοι. Όλοι. Ο Σεραφείμ Σίλας του Λίφτινγκ με τα κακά ελληνικά έγινε Φατσέας στο Καφέ της Χαράς, ο γκομενιάρης Μάνθος Φουστάνος του Κωνσταντίνου κι Ελένης έγινε ο Χρήστος Βασιλόπουλος στο Δεληγιάννειο Παρθεναγωγείο, η ψωνάρα ηθοποιός γκαρσόνα Β έγινε ο Πουλόπουλος στο Καφέ της Χαράς, εκεί από το θέατρο το πήγε στο τραγούδι, υπήρχε βέβαια κι ο ψωνισμένος σκηνοθέτης του Λίφτινγκ, η «παρθενόπη» Ματίνα Μανταρινάκη έγινε η δασκάλα του Καφέ της Χαράς και η πιο ρομαντική εκδοχή της η Άννα Κουρή στο Παρθεναγωγείο. Δεν τελειώνει πραγματικά. Παίζει να άλλαζε μόνο τα ονόματα. Η έννοια της τεμπελιάς σε όλο της το μεγαλείο. Φασόν ήθελε η τηλεόραση αυτές τις δεκαετίες, φασόν έφτιαχνε το δίδυμο Ρώμας Χατζησοφιά.
Το πόσο πρόχειρα ήταν γυρισμένο φαινόταν κι από τα χοντρά σεναριακά λάθη. Το αγαπημένο μου από όλα είναι ότι σε ένα επεισόδιο ο Κατακουζηνός οδηγεί κι αργότερα 2 επόμενα επεισόδια στήνονται στο πώς θα μάθει να οδηγεί και πόσο ανεπίδεκτος μαθήσεως ήταν. Γονατογραφήματα. Ο ορισμός. Προφανώς ειδικά στα αυτοτελή επεισόδια οι αντιφάσεις πάνε κι έρχονται, λάθη σε διευθύνσεις σπιτιών, λάθη σε πρόσωπα, ατάκες που κουτουλάνε η μια με την άλλη, τα ίδια πρόσωπα που εμφανίζονται σε άλλους ρόλους, στον ίδιο ρόλο να εμφανίζονται άλλα πρόσωπα, οι πρωταγωνιστές ξεχνάνε τη ζωή τους, το τι είπαν, τι τους αρέσει, τι έκαναν σε προηγούμενες σκηνές κι επεισόδια. Βλέπεις όλον αυτόν τον εμπαιγμό ξεροκαταπίνοντας την αξιοπρέπειά σου.
Και δεν έμενε μόνο σε αυτό. Μακάρι να τελείωνε μόνο στα λάθη, στην ίδια υπόθεση και στους ίδιους ρόλους. Έφτιαχνε και τα ίδια επεισόδια, ακριβώς. Κολλάει η Βάνα Δάγκα στα χαρτιά στους Μεν και Δεν, κολλάει κι ο Κατακουζηνός με τον τζόγο στο Κωνσταντίνου κι Ελένης, αμνησία ο Δάγκας και γίνεται καλός, αμνησία ο Κωνσταντίνος κι η Ελένη για να τα φτιάξουνε, Μιτσουγιάσα ο Δάγκας, Τακαμούρι η Βλαχάκη, η τέλεια ξαδέρφη της Μανταρινάκη, η γειτόνισσα που ερωτεύονται όλοι, ο τέλειος γείτονας ο Ερρίκος Πετιλόν, που ερωτεύονται όλες, φορτώνεται άδικα ένα παιδί στον Μάινα και στον Ρώμα, φορτώνεται άδικα ένα παιδί στον Κατακουζηνό, ένας μαφιόζος κυνηγάει να σκοτώσει τον Κατακουζηνό, ένας πρώην φυλακισμένος προσπαθεί να σκοτώσει τον Δάγκα, ο ροκάς πατέρας της Νανάς Σταμάτη ερωτεύεται την αρχόντισσα μάνα της Βάνας, ο πλούσιος θείος του Κωνσταντίνου ερωτεύεται την λαϊκιά θεία της Ελένης, τρώνε κατά λάθος «χόρτο» το ζεύγος Δάγκα με τον αρχίμπατσο στους Μεν και Δεν, τρώνε αντί για θυμαρορίγανη «χόρτο» στο Κωνσταντίνου κι Ελένης. Κι όλα αυτά από μνήμης. Είμαι σίγουρος ότι υπάρχουν δεκάδες άλλα πανομοιότυπα επεισόδια.
Δε θα πιάσω καν την ποιότητα του χιούμορ, γιατί ας πούμε ήταν άλλη εποχή κι οκ το χιούμορ μας δεν είχε κατέβει ακόμα από τα δέντρα. Αλλά μην κοροϊδευόμαστε, η φάση ήταν εύκολα αστεία με στερεότυπα για ομοφυλόφιλους, τρανς, μετανάστες, παχύσαρκους, «αγάμητες» κι άσχημες γυναίκες και πολλά, πολλά, πάρα πολλά, ακραία πολλά επαναλαμβανόμενα κακοφτιαγμένα και πρόχειρα λογοπαίγνια. Μεταξύ μας, δεν ξέρω γιατί έχουμε τόσο άλλα μέτρα κι άλλα σταθμά για τον Σεφερλή και για τα σήριαλ του Ρώμα. Από το ίδιο εργοστάσιο έχουν βγει.
Αυτό ήταν το φαινόμενο Ρώμας και για αυτό έγκωσε το πράγμα μέσα σε 10-15 χρόνια, γι αυτό έσβηνε τόσο σταθερά μέσα στο χρόνο και πλέον έχει μείνει μόνο μια μαύρη τρύπα, γι αυτό δε μπορεί να κάνει ξανά επιτυχία. Ήταν το safe space μιας γενιάς που χωνόταν εθιστικά στην τηλεόραση χωρίς απαιτήσεις, χωρίς μέτρο σύγκρισης, με καχυποψία και φόβο στο καινούργιο. Εδώ ήξερες τι θα δεις, τι θα ακούσεις, πού θα πάει το πράγμα. Δεν υπήρχε καμία έκπληξη, καμιά πρωτοπορία, τίποτα το διαφορετικό. Η καλύτερη παρέα όσο τρως τις φακές το μεσημέρι κι όσο έχεις ανοιχτή την τηλεόραση και κάνεις κάτι άλλο, δεν είχε σημασία να χάσεις κάτι, ούτε δε θα καταλάβαινες την πλοκή ούτε θα έχανες κανένα φοβερό αστείο. Εκεί που το είχες αφήσει, εκεί θα ήταν.
Και πιο πολύ από την ποιότητα εμένα με ενοχλούσε η κοροϊδία
Κάνε κάτι κακό, αλλά πρόσεξε το, φρόντισε το, χάιδεψε του λίγο τα μαλλιά, κόψε του τα νύχια. Δεν υπήρχε τέτοια μέριμνα. Ήξερε ότι πουλάει το ίδιο πράγμα, ήξερε ότι το σενάριο είναι γεμάτο τρύπες και λάθη, έγραφε πρόχειρα, έπαιζε πρόχειρα κι έλεγε αφού το τρώνε, γιατί να το φτιάξω; Σαν καντίνα που πουλάει χαλασμένο κρέας.
Ακούω συχνά για το Κωνσταντίνου κι Ελένης ότι είναι «το καλύτερο σήριαλ όλων των εποχών» και σκέφτομαι πόσο κακοποιημένα αισθητικά και πολιτισμικά έχουμε μεγαλώσει σε αυτόν τον τόπο. Από την άλλη λες είναι αυτή η ριμάδα η νοσταλγία. Δεν είναι οι ατάκες, δεν είναι η πλοκή, δεν είναι οι καρικατούρες, είναι ότι ήσουν παιδί, έφηβος, φοιτητής και τότε δεν είχαμε οικονομική κρίση, το ενοίκιο δεν κόντευε να φτάσει το χιλιάρικο, δεν χρειαζόταν να δουλέψεις 12 ώρες την ημέρα, τα όνειρα δεν έφταναν μέχρι ένα τριήμερο στην Ναύπακτο. Είναι που τότε ήσουν νέος και τώρα δεν είσαι. Άλλοι αναπολούν και την Χούντα, η δική μας γενιά και καλά είναι.
ΥΓ Η μόνη περίπτωση που έγραψαν κάτι ενδιαφέρον, αλλά το άφησαν εκεί, ήταν ο «Κακός Βεζύρης».

Μιλωντας γι αυτους δεν τιθεται θεμα χιουμορ. Αυτοι ειναι απλως γελοιοι. Υπαρχουν ομως και οι “Δυο Ξενοι” , αριστουργημα, Παντα υπαρχει το καλο και το κακο, τους γελοιους και τους προβοκατορες (για τον αδωνη λεω) μπορουμε να μην τους σχολιαζουμε καν, καντε πως δεν υπαρχουν και θα σταματησουν να υπαρχουν.