Πίσω από τη διπλωματική κινητικότητα των τελευταίων ημερών, αναδύεται ένας βαθύς και κυνικός γεωπολιτικός υπολογισμός της κυβέρνησης Ερντογάν
σύμφωνα με ανάλυση του Nordic Monitor. Η Τουρκία δεν αντιμετωπίζει το Ιράν απλώς ως γείτονα, αλλά ως στρατηγική ασπίδα. Η επιβίωση του θεοκρατικού καθεστώτος στην Τεχεράνη αποτελεί πλέον προτεραιότητα εθνικής ασφάλειας για τον Τούρκο Πρόεδρο, ο οποίος βλέπει στο πρόσωπο των Μουλάδων έναν απαραίτητο σύμμαχο κατά της δυτικής και ισραηλινής επιρροής.
Παρά τις πρόσφατες εκτοξεύσεις ιρανικών πυραύλων κατά τουρκικού εδάφους, η Άγκυρα επιλέγει μια στάση που ξενίζει: την υποβάθμιση των προκλήσεων
Κυβερνητικοί κύκλοι έφτασαν στο σημείο να υιοθετήσουν θεωρίες περί «επιχειρήσεων ψευδούς σημαίας» από το Ισραήλ, προκειμένου να μην διαταραχθεί ο άξονας με την Τεχεράνη. Αυτή η «στρατηγική ασάφεια» εξυπηρετεί, σύμφωνα με τον αρθρογράφο Αμπντουλάχ Μποζκούρτ δύο στόχους:
–Τη διατήρηση των δικτύων παράκαμψης κυρώσεων που πλουτίζουν την τουρκική ελίτ.
–Την αποφυγή μιας φιλοδυτικής μετάβασης στο Ιράν, η οποία θα άφηνε τον Ερντογάν ως τον «τελευταίο ισλαμιστή ηγέτη» υπό τον έλεγχο της Δύσης.
Μέσω ενός απόλυτα ελεγχόμενου επικοινωνιακού μηχανισμού, η Τουρκία προετοιμάζει ψυχολογικά την κοινή γνώμη για μια μελλοντική σύγκρουση με το Ισραήλ. Η ρητορική έχει ξεφύγει από την κριτική για τη Γάζα και πλέον παρουσιάζει το Ισραήλ ως άμεση απειλή για την εδαφική ακεραιότητα της Τουρκίας.
Προπαγάνδα: Αναλυτές όπως ο Τουργκάι Γκιουλέρ δηλώνουν δημόσια ότι «μετά το Ιράν, είναι η σειρά της Τουρκίας».
Εσωτερική Καταστολή: Κάθε διαφωνία ή κριτική βαφτίζεται «συνεργασία με τη Μοσάντ», νομιμοποιώντας την περαιτέρω συγκέντρωση εξουσίας στα χέρια του Προέδρου.
Η ανάδειξη της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας (drones Bayraktar, πύραυλοι TAYFUN, μαχητικό KAAN) δεν αφορά μόνο την αποτροπή. Χρησιμοποιείται ως εργαλείο πειθούς ότι μια αναμέτρηση με το Ισραήλ θα ήταν «σύντομη και νικηφόρα».
Για τον Ερντογάν, το πολιτικό του μέλλον είναι πλέον άρρηκτα συνδεδεμένο με την τύχη του Ιράν. Φοβάται ότι αν το καθεστώς της Τεχεράνης καταρρεύσει, η διεθνής κοινότητα θα στρέψει την προσοχή της αποκλειστικά στη δική του αυταρχική διακυβέρνηση. Η γραμμή μεταξύ «πολιτικού θεάτρου» και γεωπολιτικής πραγματικότητας έχει θολώσει επικίνδυνα, καθιστώντας την Τουρκία έναν απρόβλεπτο παίκτη εντός του ΝΑΤΟ.
