Τό Σάββατο του Λαζάρου ηταν η αφετηρία γιά τίς διακοπές του Πάσχα
Δημήτρης Καπράνος
Τότε πηγαίναμε σχολειο καί τό Σάββατο. Τό πενθήμερο βρισκόταν ακόμη πολύ μακρυά. Του Λαζάρου, λοιπόν, ειχε εκκλησιασμό κι ύστερα, πάλι στό σχολειο, γιά νά φύγουμε κάπως νωρίτερα, αφου καί οι δάσκαλοι ήθελαν νά τακτοποιήσουν τίς δουλειές τους.
Φυσικά, οι σημερινοί νέοι δέν μπορουν νά φαντασθουν τήν ζωή δίχως πενθήμερο, δίχως σουπερ-μάρκετ, δίχως κυκλοφοριακό κομφούζιο, δίχως «μποτιλιάρισμα» στά διόδια. Δέν μπορουν νά διανοηθουν ότι στίς μεγάλες πόλεις, υπηρχαν (σέ κάποιες πλατειες) χωροι όπου πωλουνταν αρνάκια ζωντανά, τά οποια θά σφάζονταν από τόν αγοραστή στό σπίτι (!) γιά νά σερβιρισθουν στό πασχαλινό τραπέζι. Βαρβαρότητα, οπωσδήποτε, αλλά ηταν σχεδόν «έθιμο». Όπως καί οι ζωντανές γαλοπουλες, πού πωλουνταν τά Χριστούγεννα γιά νά καταλήξουν στό ταψί!
Άλλες εποχές, χρόνια πού σέ κάθε γειτονιά υπηρχαν δύο καί τρία παντοπωλεια, πού τά προϊόντα δέν ηταν συσκευασμένα, εκτός από τίς κονσέρβες.
Θραύση έκαναν τήν Μεγάλη Εβδομάδα τά καλαμαράκια κονσέρβα! Ποτέ μου δέν τά συμπάθησα κι άς τά έτρωγα, αφου έπρεπε κάτι νά βάλουμε στό στομάχι μας. Η κονσέρβα ηταν γεμάτη μέ ένα μαυρο υγρό, πού τό λέγαμε μελάνι καί τά καλαμαράκια μαλακά, σάν πλαστικά. Τά μαγείρευαν οι μανάδες μας μέ διαφορετικούς τρόπους γιά νά νοστιμίσουν καί νά τά καταναλώσουμε πιό ευχάριστα. Στήν νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας προτιμουσα τά «σκορδομακάρονα». Άσπρα, μέ λίγο λάδι καί τριμμένο σκόρδο. Ποιός νοιαζόταν άν θά φάει σκόρδο τότε; Μεγάλο σουξέ ειχε καί η τοματόσουπα, πού μέ λίγο αλάτι καί πιπέρι, μας φαινόταν «ντελικατέσσεν». Λίγα πράγματα, αλλά πολύς χωρος! Αλάνες, πλατειες, πρασινάδα.
Βλέπω καμμιά φορά εικόνες του Πειραια, τραβηγμένες από ψηλά καί αναρωτιέμαι πως γέμισε η πόλη τσιμέντο. Του Λαζάρου, λοιπόν, άρχιζε τό πανηγύρι των διακοπων. Πρίν απ’ όλα, έβγαιναν οι μπάλλες στόν δρόμο, στήναμε τά γκόλ-πόστ μέ πέτρες καί άρχιζε τό μάτς. Κάπου-κάπου, φωνάζαμε «αυτοκίνητο!» καί σταματούσαμε γιά νά περάσει από τόν χωματόδρομο κάποιο αυτοκίνητο, από τά ελάχιστα πού κυκλοφορουσαν στίς γειτονιές. Βέβαια, έχουν περάσει από τότε κάμποσα χρόνια, αλλά οι παιδικές αναμνήσεις γίνονται πιό έντονες, ιδιαίτερα όταν τίς διηγεισαι στά εγγόνια σου, καί μένουν μέ τό στόμα ανοιχτό.
Του Λαζάρου εόρταζε καί ο γείτονάς μας, ο Λάζρος, πού ηταν «έμπορας»
Δηλαδή ειχε ένα κλειστό ημιφροτηγάκι, από εκεινα τά «Μόρρις» μέ τήν ξύλινη επένδυση καί γύριζε τίς γειτονιές πουλωντας διάφορα, γυναικεια κυρίως, είδη. Πολλές φορές έπαιζε «διαιτητής» στούς ποδοσφαιρικούς μας αγωνες. Φυσικά, δέν είχαμε γήπεδα μέ φυσικό ή πλαστικό χορτάρι, αλλά χωματόδρομους καί οικόπεδα μέ φυσικό χαλίκι, πού όταν έπεφτες κάτω ειχε τούς μώλωπες καί τίς γραντζουνιές σίγουρες!
«Κοίτα πως έγινες πάλι» ηταν η συνήθης υποδοχή στό σπίτι, αφου φθάναμε πάντα μέσα στόν ιδρωτα καί τό χωμα καί πολλές φορές μέ τά γόνατα καί τούς αγκωνες ματωμένους. Τώρα, τά παιδιά έχουν τά γήπεδα «πέντε επί πέντε», έχουν τά γυμναστήρια. Αυτά, εμεις τά βλέπαμε μόνο στόν κινηματογράφο. Αλλά άν τά είχαμε, δέν θά θυμόμασταν εκεινα τά χρόνια.
Καλή Μεγάλη Εβδομάδα, συμπατριωτες.
