Για μία ακόμα φορά, οι πρόσφατες τραγωδίες με τις δύο μαθήτριες στην Ηλιούπολη και την 24χρονη γυναίκα στον Πειραιά συγκλόνισαν την ελληνική κοινωνία.
Τρία νέα παιδιά. Τρεις ζωές που χάθηκαν τόσο άδικα και τόσο νωρίς. Και κάθε φορά, μετά την πρώτη παγωμένη σιωπή, έρχεται το ίδιο ερώτημα:
«Πώς δεν το κατάλαβε η οικογένεια;»
- Γράφει η Κέλλυ Χολέβα (MSc), Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοθεραπεύτρια
Η απάντηση δύσκολη. Γιατί η ανθρώπινη ψυχή δεν φωνάζει πάντα, όταν πονά. Μερικές φορές σωπαίνει. Ίσως, αυτή να είναι και η πιο σκληρή αλήθεια γύρω από την αυτοκτονία. Πολύ συχνά, δεν μοιάζει να έρχεται. Δεν προειδοποιεί με τρόπο που να καταλαβαίνουν όλοι. Δεν έχει πάντα κλάματα, φωνές ή ξεκάθαρες εκκλήσεις βοήθειας. Καμιά φορά κρύβεται πίσω από ένα χαμόγελο, μια «κανονική» μέρα, μια συνηθισμένη κουβέντα.
Υπάρχουν παιδιά που γελούν κανονικά, πηγαίνουν σχολείο, δουλειά, βγαίνουν με φίλους, ανεβάζουν φωτογραφίες, κι όμως μέσα τους δίνουν έναν αόρατο πόλεμοπου κανείς δεν βλέπει. Έναν πόλεμο με τη μοναξιά, την πίεση, την απογοήτευση, την αίσθηση ότι δεν αντέχουν άλλο.
Οι νέοι σήμερα μεγαλώνουν σε έναν κόσμο γεμάτο απαιτήσεις. Πρέπει να είναι καλοί μαθητές, να αποδείξουν πράγματα, να πετύχουν, να δείχνουν δυνατοί, να είναι κοινωνικοί και χαρούμενοι. Εξάλλου, στα social media όλοι φαίνονται χαρούμενοι… Η πραγματικότητα, όμως, είναι εντελώς διαφορετική. Χιλιάδες παιδιά νιώθουν απελπιστικά μόνα. Κι όταν νιώσουν ότι λυγίζουν, συχνά φοβούνται να το πουν. Μη φανούν αδύναμα. Μην τα παρεξηγήσουν. Μην τα κρίνουν. Μην γίνουν «βάρος».
Αποδεδειγμένα, η αυτοκτονικότητα στους νέους συνδέεται συχνά με βαθιά συναισθήματα μοναξιάς, απόρριψης, εσωτερικής πίεσης, σχολικού άγχους, χαμηλής αυτοεκτίμησης ή ψυχικών διαταραχών που δεν έχουν διαγνωστείέγκαιρα. Πίσω από τη σιωπή τους, κάποιες φορές μπορεί να κρύβονται σημαντικές δυσκολίες ή σοβαρά ζητήματα ψυχικής υγείας, όπως βαθιά συναισθηματική εξάντληση, αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη ή συναισθηματικό burnout, που πολλές φορές περνούν απαρατήρητα ακόμα και από τους πιο κοντινούς ανθρώπους.
Και οι οικογένειες; Οι περισσότερες δεν αδιαφορούν. Αντίθετα, αγαπούν βαθιά τα παιδιά τους. Μέσα, όμως, στην πίεση της καθημερινότητας, στις δουλειές, στην κούραση και στους γρήγορους ρυθμούς, χάνεται συχνά η ουσιαστική επικοινωνία.
Και μέσα στο ίδιο σπίτι, οικογένειες συχνά απομακρύνονται χωρίς να το καταλάβουν. Οι συζητήσεις γίνονται βιαστικές. «Πώς πήγε το σχολείο;», «Διάβασες;», «Όλα καλά;». Και η απάντηση σχεδόν πάντα η ίδια:
«Καλά».
Μόνο που πολλές φορές δεν είναι καλά.
Τα σημάδια που συχνά περνούν απαρατήρητα
Πριν από μια αυτοκτονική πράξη, συνήθως υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια, όχι πάντα κραυγαλέα, αλλά υπαρκτά.
Ανάμεσα σε αυτά μπορεί να είναι:
- απότομη απομόνωση από φίλους και οικογένεια,
- αλλαγές στον ύπνο ή στη διατροφή,
- απουσία χαράς, συνεχής θλίψη ή έντονος εκνευρισμός,
- εκφράσεις απελπισίας όπως «δεν αντέχω άλλο», «κουράστηκα», «τίποτα δεν έχει νόημα»,
- εγκατάλειψη στόχων και ενδιαφερόντων,
- αυτοκαταστροφικές συμπεριφορές,
- σκοτεινές αναρτήσεις στα social media,
- ξαφνική ηρεμία μετά από περίοδο έντονης ψυχικής πίεσης.
Ειδικά, κατά την περίοδο της εφηβείας, πολλά από τα παραπάνω σημάδια συγχέονται εύκολα με τη «φάση της ηλικίας». Ένας έφηβος μπορεί να κλείνεται στο δωμάτιό του και οι γονείς να θεωρούν ότι απλώς μεγαλώνει. Μπορεί να γίνει απότομος ή σιωπηλός και να χαρακτηριστεί «δύσκολος χαρακτήρας». Κάποιες φορές, όμως, πίσω από αυτή τη συμπεριφορά κρύβεται μια κραυγή βοήθειας που δεν εκφράστηκε ποτέ καθαρά.
Γιατί οι οικογένειες δεν το αντιλαμβάνονται εγκαίρως;
Η σύγχρονη καθημερινότητα απομακρύνει συναισθηματικά ακόμα και ανθρώπους που ζουν στο ίδιο σπίτι. Οι γονείς εργάζονται εξαντλητικά, τα παιδιά περνούν ώρες στο διαδίκτυο και ο ουσιαστικός διάλογος συχνά περιορίζεται σε πρακτικά ζητήματα.
Παράλληλα, πολλοί νέοι φοβούνται να μιλήσουν. Δεν θέλουν να «βαρύνουν» τους γονείς τους, ντρέπονται για όσα νιώθουν ή πιστεύουν ότι κανείς δεν θα τους καταλάβει. Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμα και σήμερα, ορισμένοι εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν την ψυχική υγεία με προκατάληψη, με αποτέλεσμα αρκετοί άνθρωποι να κρύβουν την κατάθλιψη και την απόγνωσή τους μέχρι την τελευταία στιγμή.
Σύμφωνα με πρόσφατα στοιχεία, η αυτοκτονία παραμένει μία από τις βασικές αιτίες θανάτου στους νέους 15–29 ετών στην Ευρώπη, ενώ οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η ψυχική επιβάρυνση στους εφήβους αυξάνεται ανησυχητικά.
Τι θα μπορούσαν να κάνουν οι οικογένειες;
Καμία οικογένεια δεν μπορεί να ελέγξει τα πάντα. Υπάρχουν όμως κινήσεις που μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά:
- να ακούν χωρίς ειρωνεία ή κριτική,
- να μην υποτιμούν ποτέ εκφράσεις απελπισίας,
- να δίνουν χώρο στα παιδιά να μιλούν ανοιχτά,
- να παρατηρούν ξαφνικές αλλαγές συμπεριφοράς,
- να ζητούν έγκαιρα βοήθεια από ειδικό ψυχικής υγείας,
- να ενισχύουν τη συναισθηματική σύνδεση μέσα στο σπίτι.
Η πρόληψη δεν ξεκινά τη στιγμή της κρίσης. Ξεκινά πολύ νωρίτερα: από την παρουσία, την επικοινωνία και την αίσθηση ότι κάποιος ακούει πραγματικά.
Οι τραγωδίες των τελευταίων ημερών δεν πρέπει να αντιμετωπιστούν ως ακόμη μία είδηση που θα ξεχαστεί γρήγορα. Είναι μια υπενθύμιση ότι πολλοί νέοι άνθρωποι παλεύουν σιωπηλά με σκοτεινές σκέψεις, ενώ γύρω τους όλα δείχνουν «φυσιολογικά».
Όμως, αλήθεια, ποιος γονιός μπορεί εύκολα να πιστέψει ότι το παιδί του σκέφτεται να βάλει τέλος στη ζωή του;
Και ίσως εκεί βρίσκεται το μεγαλύτερο δράμα. Όχι στην αδιαφορία. Αλλά στην αδυναμία να φανταστεί κανείς ότι ο άνθρωπός του υποφέρει τόσο βαθιά. Σήμερα, είναι σημαντικό, περισσότερο από ποτέ, να μάθουμε να ρωτάμε τους ανθρώπους μας αν είναι καλά, όχι από συνήθεια, αλλά αληθινά.
Οι νέοι δεν έχουν ανάγκη από τέλειους γονείς, ούτε από τέλειες λύσεις. Αλλά από την παρουσία, το ενδιαφέρον, την αληθινή ακρόαση. Έναν ασφαλή χώρο να μιλήσουν χωρίς φόβο. Μια αγκαλιά χωρίς κριτική. Κάποιον που θα ακούσει πραγματικά, αντί να απαντήσει βιαστικά «θα περάσει».
Γιατί μερικές φορές, μια κουβέντα μπορεί να σώσει μια ζωή.
«Είσαι καλά;»
Καμιά φορά, μια απλή ερώτηση μπορεί να ανοίξει μια πόρτα που είχε κλείσει για καιρό:
«Θες να μου πεις τι σε βαραίνει;»
Και να είμαστε έτοιμοι να ακούσουμε την απάντηση.
Ίσως, τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο μάθημα πίσω από αυτές τις τραγωδίες. Να μάθουμε να κοιτάμε λίγο πιο βαθιά τους ανθρώπους μας. Να μηθεωρούμε δεδομένο ότι επειδή κάποιος χαμογελά, είναι και καλά.
Γιατί υπάρχουν νέοι άνθρωποι που χάνονται σιωπηλά, ενώ δίπλα τους όλοι πίστευαν ότι «δεν είχαν κανένα πρόβλημα».
