Την παραίτησή της από τη θέση της αναπληρώτριας τομεάρχη Δικαιοσύνης του ΠΑΣΟΚ ανακοίνωσε η Άννα Παπαδοπούλου,
σε μια εξέλιξη που έρχεται να προστεθεί σε ένα κύμα εσωκομματικών αποχωρήσεων στο κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η ίδια φέρεται να βρίσκεται κοντά στο εγχείρημα του νέου πολιτικού φορέα που προετοιμάζει ο Αλέξης Τσίπρας, χωρίς ωστόσο να υπάρχει μέχρι στιγμής επίσημη επιβεβαίωση.
Δεύτερη αποχώρηση σε σύντομο διάστημα
Η παραίτησή της αποτελεί τη δεύτερη αποχώρηση στελέχους μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, μετά την παραίτηση του Αντώνη Σαουλίδη τη Μεγάλη Εβδομάδα. Ο τελευταίος είχε διατελέσει μέλος τόσο της Κεντρικής Επιτροπής όσο και του Πολιτικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ, γεγονός που είχε προκαλέσει τότε πολιτικό σχολιασμό για τις εσωτερικές ισορροπίες στο κόμμα.
Οι λόγοι της αποχώρησης
Σε άρθρο της στην «Εφημερίδα των Συντακτών», η Άννα Παπαδοπούλου επιχειρεί να εξηγήσει τους λόγους που την οδήγησαν στην αποχώρηση, ασκώντας παράλληλα έντονη κριτική στη λειτουργία του πρόσφατου συνεδρίου του ΠΑΣΟΚ. Όπως υποστηρίζει, η διαδικασία δεν εξελίχθηκε σε ουσιαστική πολιτική συζήτηση, αλλά χαρακτηρίστηκε από εσωκομματικούς συσχετισμούς και οργανωμένες ισορροπίες ισχύος.
Η ίδια κάνει λόγο για έλλειψη πραγματικής αυτοκριτικής, αλλά και για απουσία ουσιαστικού διαλόγου σχετικά με τη στρατηγική συνεργασίας των προοδευτικών δυνάμεων. Κατά την εκτίμησή της, η επιλογή της «αυτόνομης πορείας» δεν ενισχύει την πολιτική προοπτική του κόμματος, αλλά αντίθετα το οδηγεί σε συνθήκες πολιτικής απομόνωσης.
«Το πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ δεν λειτούργησε ως μια πραγματική πολιτική διαδικασία», αναφέρει χαρακτηριστικά στο άρθρο της, επισημαίνοντας ότι δεν υπήρξαν ουσιαστικές ψηφοφορίες επί θέσεων ούτε βαθιά επεξεργασία των στρατηγικών επιλογών της παράταξης. Παράλληλα, τονίζει ότι κυριάρχησαν προκαθορισμένες ισορροπίες και «μάχη μηχανισμών» με στόχο —όπως υποστηρίζει— την ενίσχυση της ηγετικής ομάδας.
Σε πιο αιχμηρό τόνο, σημειώνει ότι τα συνέδρια δεν μπορεί να περιορίζονται σε ομιλίες κορυφαίων στελεχών ή να λειτουργούν ως προεκλογικές συγκεντρώσεις, αλλά θα πρέπει να αποτελούν πεδίο ουσιαστικού πολιτικού διαλόγου και διαμόρφωσης θέσεων. Παράλληλα, ασκεί κριτική στην έλλειψη αυτοκριτικής για τη χαμηλή δημοσκοπική επίδοση του κόμματος, κάνοντας λόγο για μια εικόνα «κολλημένης βελόνας» και για αδυναμία συγκρότησης πλειοψηφικού ρεύματος ακόμη και σε μια πολιτικά ευνοϊκή συγκυρία.
Άννα Παπαδοπούλου: Ολόκληρο το άρθρο
«Ανασύνθεση της προοδευτικής παράταξης
Άννα Παπαδοπούλου*
Αν υπάρχει ένας πραγματικά προοδευτικός δρόμος, αυτός περνά μέσα από την ανασυγκρότηση του χώρου με όρους εμπιστοσύνης, ξεκινώντας από τη βάση της κοινωνίας. Γιατί η κοινωνία δεν αναζητά απλώς διακηρύξεις.
Ανήκω σε εκείνους τους υποστηρικτές του ΠΑΣΟΚ, για τους οποίους η περίοδος της συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία υπήρξε καθοριστική και ταυτόχρονα τραυματική. Όχι γιατί αρνούμαι τις συνθήκες και τις πρωτοφανείς δυσκολίες εκείνης της εποχής, ούτε γιατί δεν αναγνωρίζω ότι το ΠΑΣΟΚ στάθηκε με ευθύνη και έβαλε πλάτη σε μια κρίσιμη καμπή για τη χώρα. Όμως, μέσα από αυτή τη διαδρομή άρχισε να θολώνει κάτι πιο βαθύ: η πολιτική και ιδεολογική του ταυτότητα.
Η καθαρή γραμμή που διαχώριζε τη δημοκρατική παράταξη από τις δυνάμεις της συντήρησης σταδιακά θόλωσε και αποδυναμώθηκε. Μαζί της αποδυναμώθηκε και η σχέση εμπιστοσύνης με τα μεσαία στρώματα και τις λαϊκές τάξεις, που ιστορικά εξέφραζε το ΠΑΣΟΚ. Αυτή η σύγχυση δεν έμεινε στο παρελθόν. Σε έναν βαθμό αναπαράγεται μέχρι σήμερα: μέσα από μετακινήσεις στελεχών προς τη Νέα Δημοκρατία, μέσα από συμπράξεις σε ΓΣΕΕ, Αυτοδιοίκηση, Επιμελητήρια, μέσα από την ασάφεια ως προς το πολιτικό στίγμα. Όχι εντελώς αδικαιολόγητα, στα μάτια πολλών προοδευτικών ανθρώπων το ΠΑΣΟΚ, επιδιώκοντας την εικόνα του κυβερνητισμού, δυσκολεύεται να διαφοροποιηθεί ουσιαστικά από τη Δεξιά. Σε αυτό συμβάλλει, άλλωστε, ότι απουσιάζει από τον ζωντανό κοινωνικό χώρο: από τα παλιά και νέα κινήματα, τις πρωτοβουλίες της νεολαίας, τις μαζικές διαδηλώσεις, όπου θα μπορούσε να συναντηθεί με όμορες προοδευτικές δυνάμεις και να διαμορφώσει πραγματικούς όρους σύγκλισης. Αντί για αυτό, έχει περιοριστεί σε ένα «κόμμα-studio» με παρουσία κυρίως στα ΜΜΕ, χωρίς οργανική σχέση με την κοινωνία.
Το πρόσφατο συνέδριο του ΠΑΣΟΚ δεν λειτούργησε ως μια πραγματική πολιτική διαδικασία, ικανή να ανοίξει τη συζήτηση και για τα παραπάνω θέματα. Δεν υπήρξαν συγκροτημένες ψηφοφορίες επί κειμένων, ούτε πραγματική εμβάθυνση στις στρατηγικές επιλογές της παράταξης. Αντίθετα, κυριάρχησαν προκατασκευασμένοι συσχετισμοί και μια μάχη μηχανισμών με βασικό στόχο την αναπαραγωγή και ισχυροποίηση της ηγετικής ομάδας. Τα συνέδρια, όμως, δεν είναι οι ομιλίες του αρχηγού και των πρωτοκλασάτων στελεχών, ούτε προεκλογικές συγκεντρώσεις. Είναι πεδίο ουσιαστικής πολιτικής συζήτησης και επεξεργασίας θέσεων.
Δεν υπήρξε καμία ουσιαστική αυτοκριτική για την «κολλημένη βελόνα» ούτε για το γεγονός ότι σε μια ευνοϊκή πολιτικά συγκυρία το ΠΑΣΟΚ αδυνατεί να συγκροτήσει πλειοψηφικό ρεύμα.
Ως προς το κρίσιμο ζήτημα της στρατηγικής, το συνέδριο έδωσε μια αντιφατική απάντηση. Παρά τη σημαντική δέσμευση για μη συνεργασία με τη Νέα Δημοκρατία, απουσίασε πλήρως οποιαδήποτε συζήτηση για τη συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων. Η στρατηγική της «αυτόνομης πορείας» και της πρωτιάς με μία ψήφο αγνοεί τους πραγματικούς συσχετισμούς και καθιστά τον στόχο εξαιρετικά δύσκολο έως και μη ρεαλιστικό. Αντιθέτως, απαιτείται μια ειλικρινής αποτίμηση και μια βαθύτερη ανάλυση για την ευρύτερη ανασύνθεση της Κεντροαριστεράς, οι οποίες δεν έγιναν.
Έτσι, η ανάγκη για σύγκλιση και συνεργασία των προοδευτικών δυνάμεων, την οποία αρκετοί έχουμε υποστηρίξει με συνέπεια, δεν γίνεται αποδεκτή στο εσωτερικό του κόμματος. Αντί να ανοίξει ένας δημιουργικός διάλογος για τις προϋποθέσεις μιας ευρύτερης προοδευτικής πλειοψηφίας, κυριαρχεί μια γραμμή που, στην πράξη, οδηγεί σε πολιτική απομόνωση.
Με αυτά τα δεδομένα, το βασικό πολιτικό διακύβευμα -η διαμόρφωση μιας αξιόπιστης, πλειοψηφικής και νικηφόρας εναλλακτικής πρότασης διακυβέρνησης- παραμένει μετέωρο, όπως μετέωρη παραμένει και η προσδοκία της κοινωνίας για μια πραγματική προοδευτική διέξοδο. Σε αυτή τη συνθήκη, είναι προφανές ότι οι θέσεις που εκφράζω δεν συγκροτούν την κεντρική κατεύθυνση στο ΠΑΣΟΚ. Με σεβασμό στον χώρο, τις συντρόφισσες και τους συντρόφους, η αποχώρησή μου συνιστά μια συνεπή στάση. Η ανάγκη για προοδευτικές λύσεις στα αδιέξοδα της χώρας ίσως μας οδηγήσει να διασταυρωθούν ξανά στο μέλλον οι δρόμοι μας.
Αν υπάρχει ένας πραγματικά προοδευτικός δρόμος, αυτός περνά μέσα από την ανασυγκρότηση του χώρου με όρους εμπιστοσύνης, ξεκινώντας από τη βάση της κοινωνίας. Γιατί η κοινωνία δεν αναζητά απλώς διακηρύξεις, ζητά αξιοπιστία, καθαρό σχέδιο και απτή προοπτική. Αυτή η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλεται από κανέναν κομματικό μηχανισμό. Κερδίζεται με συνέπεια, ειλικρίνεια και πολιτικό θάρρος.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναδεικνύεται η ανάγκη για μια βαθιά ανασύνθεση του προοδευτικού χώρου ως μια νέα συλλογική προσπάθεια με κοινωνική γείωση, προγραμματική σαφήνεια και σχέσεις εμπιστοσύνης με όσους απομακρύνθηκαν ή απογοητεύτηκαν τα προηγούμενα χρόνια.
Σε αυτή την κατεύθυνση επιμένω. Με επίγνωση των δυσκολιών, αλλά και με πίστη στην αναγκαιότητα της προσπάθειας, θα συνεχίσω να στηρίζω ενεργά τις διεργασίες για την ανασύνθεση της προοδευτικής παράταξης που θα οδηγήσουν στη συγκρότηση μιας νέας προοδευτικής πλειοψηφίας, κοινωνικής και πολιτικής, ικανής να διατυπώσει μια ισχυρή και πειστική εναλλακτική πρόταση διακυβέρνησης απέναντι στη Ν.Δ.
*Δικηγόρος Αθηνών, πρώην αναπληρώτρια τομεάρχης Δικαιοσύνης ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ»
