Το πυρηνικό ζήτημα επιστρέφει στο προσκήνιο των συζητήσεων του ΝΑΤΟ σε μια εποχή που η Συμμαχία επιδιώκει να ενισχύσει την αποτροπή,
τον σχεδιασμό και την στρατιωτική αξιοπιστία. Το ανοιχτό πνεύμα ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών σε πιο άμεση εμπλοκή δείχνει ότι η πυρηνική διάσταση δεν αποτελεί πλέον ταμπού όπως ήταν κάποτε, και ότι η σύνοδος κορυφής της Άγκυρας θα μπορούσε να εδραιώσει μια ευρύτερη και πιο κατανεμημένη προσέγγιση, γράφει η ιταλική formiche.net.
Το ΝΑΤΟ προσεγγίζει τη σύνοδο κορυφής στην Άγκυρα με μια πιθανή αναθεώρηση της πυρηνικής του θέσης.
Η διακήρυξη που εγκρίθηκε από τους υπουργούς Άμυνας που συνεδρίασαν στην Ομάδα Πυρηνικού Σχεδιασμού υποδεικνύει μια σαφή κατεύθυνση.
Η Συμμαχία σκοπεύει να εκσυγχρονίσει τις πυρηνικές της δυνατότητες, να ενισχύσει τον σχεδιασμό και να επενδύσει στους πόρους και τις δυνάμεις που είναι απαραίτητες για την αποστολή αποτροπής της. Η διατύπωση παραμένει επιφυλακτική, αλλά αναμένει μια πολιτική απόφαση που θα μπορούσε να ληφθεί στη σύνοδο κορυφής του Ιουλίου.
Μια πιο κατανεμημένη αποτροπή
Η Φινλανδία, η Λιθουανία και η Πολωνία έχουν ανοίξει, σε διαφορετικό βαθμό, την πιθανότητα να αναλάβουν έναν πιο άμεσο ρόλο στην πυρηνική αποτροπή του ΝΑΤΟ. Το Ελσίνκι έχει καταργήσει την απόλυτη απαγόρευση εισαγωγής, μεταφοράς και κατοχής πυρηνικών όπλων για σκοπούς εθνικής ή συλλογικής άμυνας. Η αλλαγή αυτή καθαυτή δεν υποδηλώνει επιθυμία φιλοξενίας πυρηνικών όπλων, αλλά ανοίγει νομικό πεδίο για μια μελλοντική επιλογή.
Η Λιθουανία και η Πολωνία έχουν ξεκινήσει συζητήσεις για μεγαλύτερη συμμετοχή. Δεν έχουν ληφθεί ακόμη τελικές αποφάσεις, αλλά αναδύεται μια ομάδα συμμάχων που είναι πρόθυμη να συμμετάσχει πιο άμεσα στην πυρηνική διάσταση της κοινής άμυνας. Μετά από δεκαετίες συζητήσεων χωρίς συγκεκριμένα αποτελέσματα, αυτή η μετατόπιση διευρύνει την πολιτική και εδαφική βάση της αποτροπής.
Η συνέχεια της Συνόδου Κορυφής της Χάγης
Η πιθανή μετατόπιση της Άγκυρας ακολουθεί τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στη Σύνοδο Κορυφής της Χάγης για ενίσχυση των στρατιωτικών δαπανών και δυνατοτήτων. Και οι δύο αποφάσεις αντιμετωπίζουν την ίδια ανάγκη να καταστεί το ΝΑΤΟ πιο αξιόπιστο μέσω αυξημένων πόρων και μιας πυρηνικής στάσης κατάλληλης για το νέο στρατηγικό πλαίσιο.
Η αναθεώρηση της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην Ευρώπη καθιστά αυτή τη διαδικασία ακόμη πιο επείγουσα.
Μια πιθανή μείωση των αμερικανικών δυνάμεων δεν θα συνεπαγόταν απαραίτητα μείωση της πυρηνικής τους παρουσίας, αλλά οι ευρωπαϊκές χώρες δεν μπορούν να βρεθούν απροετοίμαστες σε περίπτωση που συμβεί αυτό, ειδικά όταν αντιμετωπίζουν έναν γείτονα εξοπλισμένο με πυρηνικές κεφαλές.
Μια νέα εξέλιξη που θα επιβεβαιωθεί
Η διακήρυξη που εγκρίθηκε από τους υπουργούς Άμυνας του ΝΑΤΟ κατά τη συνεδρίαση της Ομάδας Πυρηνικού Σχεδιασμού δεν ανακοινώνει νέες κεφαλές ή την επίσημη ένταξη άλλων χωρών σε συμφωνίες κοινής χρήσης πυρηνικών όπλων.
Ωστόσο, υποδεικνύει μια κατεύθυνση που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θα ήταν αδιανόητη και δύσκολο να διατηρηθεί. Η ενίσχυση του σχεδιασμού και το πιθανό άνοιγμα νέων συμμάχων στην πυρηνική αποστολή αυξάνουν την αξιοπιστία της συλλογικής αντίδρασης και την ισχύ της Συμμαχίας, μειώνοντας το περιθώριο εξωτερικής πίεσης.
Οι πραγματικές αποφάσεις θα εξαρτηθούν από τη σύνοδο κορυφής της Άγκυρας.
Η υπουργική συνάντηση, ωστόσο, κατέδειξε ότι το ΝΑΤΟ δεν προτίθεται να υποχωρήσει μπροστά σε έναν νέο στρατηγικό ανταγωνισμό.
Μετά τις δεσμεύσεις που αναλήφθηκαν στη Χάγη, η Συμμαχία προετοιμάζει ένα περαιτέρω βήμα προς μια πιο ευρωπαϊκή και ολοκληρωμένη κοινή άμυνα, ικανή να διατηρήσει την αποτρεπτική της ικανότητα.
—
