Τοξικός Λαϊκισμός και Τεχνητοί Διαχωρισμοί: Ώρα για μια Κοινή Περπατησιά
Πώς η απαξίωση του πολιτικού λόγου συντηρεί μια παγίδα διχασμού εις βάρος των ίδιων των πολιτών.
Γράφει ο Ιάκωβος Ποθητός
Πόσο χαμηλά μπορεί να πέσει τελικά ο πολιτικός διάλογος; Είναι πλέον κοινή διαπίστωση ότι η σύγχρονη πολιτική σκηνή στερείται οράματος. Στη θέση των επιχειρημάτων και των δημιουργικών προτάσεων, κυριαρχούν οι ύβρεις, η τοξικότητα και οι άστοχοι χαρακτηρισμοί κατά των αντιπάλων. Αντί για την ειλικρινή αποτύπωση της πραγματικότητας — της μόνης βάσης πάνω στην οποία μπορεί να χτιστεί η βελτίωση της ποιότητας ζωής των πολιτών — παρακολουθούμε συχνά το χτίσιμο ψεύτικων ελπίδων. Η υπεύθυνη ανάλυση της οικονομικής κατάστασης και των σταθερών βημάτων που απαιτούνται για την ανάπτυξη και την πρόοδο θυσιάζεται στον βωμό της παροχολογίας και των επιδομάτων, που αν εφαρμοστούν αλόγιστα, απειλούν να οδηγήσουν τη χώρα σε νέο οικονομικό αδιέξοδο.
Η ίδια ανακολουθία παρατηρείται και στα μεγάλα κοινωνικά ζητήματα.
Ακούμε συχνά υποκριτικές διακηρύξεις για τα προβλήματα της νέας γενιάς, για μέτρα ανάσχεσης του brain drain και για τη δημιουργία συνθηκών επιστροφής όσων έφυγαν στο εξωτερικό. Την ίδια στιγμή, όμως, απουσιάζει μια αποτελεσματική, ριζική πολιτική για την αντιμετώπιση της μάστιγας των ναρκωτικών, αλλά και για το εθνικό δράμα των τροχαίων δυστυχημάτων στους δρόμους, όπου καθημερινά χάνονται ανθρώπινες ζωές, στην πλειονότητά τους νέοι άνθρωποι. Η πολιτεία δείχνει να αδυνατεί να προσφέρει στους νέους τις πραγματικές ευκαιρίες που δικαιούνται για να δικαιωθούν οι κόποι και οι αγώνες τους στα θρανία και στα πανεπιστήμια.
Παράλληλα, η ρητορική περί «ισχυρής Ελλάδας» έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την εικόνα της εγκατάλειψης στην ελληνική περιφέρεια. Ο πρωτογενής τομέας συρρικνώνεται, η εγχώρια παραγωγική βάση υποχωρεί και πλουτοπαραγωγικές περιοχές της χώρας παραχωρούνται συχνά σε ξένα συμφέροντα, αντί να αξιοποιούνται με τον βέλτιστο τρόπο προς όφελος της κοινωνίας και των πολιτών.
Το τραγικότερο, ωστόσο, όλων είναι η επιμονή του πολιτικού συστήματος να συντηρεί διαχωρισμούς του παρελθόντος.
Αναβιώνουν τεχνητές πολώσεις που πριν από πολλές δεκαετίες ίσως είχαν ιστορικό νόημα, αλλά σήμερα αποτελούν κούφια λόγια. Ορισμένοι σφετερίζονται κατ’ αποκλειστικότητα τον τίτλο των «προοδευτικών» ή των «δημοκρατικών» δυνάμεων. Η πρακτική αυτή αποτελεί ευθεία προσβολή για τους υπόλοιπους πολίτες, καθώς τους κατατάσσει αυθαίρετα στην αντίπερα όχθη. Αναρωτιέται, λοιπόν, κανείς: Πώς αυτοχαρακτηρίζονται προοδευτικοί και με ποιο δικαίωμα; Πώς επικαλούνται τη δημοκρατία, όταν απευθύνονται σε συμπολίτες τους με άλλη πολιτική στάση, χρησιμοποιούν προσβλητικούς και απαράδεκτους χαρακτηρισμούς; Αυτή είναι η δημοκρατία που οραματίζονται;
Έχει έρθει η στιγμή να συνειδητοποιήσουμε την αλήθεια:
όσοι καλλιέργησαν και συντήρησαν αυτές τις διχαστικές ιδέες στην κοινωνία βγήκαν κερδισμένοι, καθώς είτε κατέλαβαν την εξουσία είτε έγιναν μέρος της. Αντίθετα, οι πολίτες παρέμειναν μόνοι και απροστάτευτοι απέναντι στα καθημερινά τους προβλήματα, ανεξάρτητα από το αν ανήκαν στους «προοδευτικούς» ή όχι.
Είναι πλέον καιρός να αφήσουμε πίσω μας τους χαρακτηρισμούς που διχάζουν και δηλητηριάζουν την κοινωνική συνοχή.
Οφείλουμε να βρούμε μια κοινή περπατησιά με τον γείτονα, τον συνάδελφο στο εργοστάσιο ή στο γραφείο, τον συμπολίτη μας στο σχολείο. Ας κλείσουμε τα αυτιά μας στις πολιτικές «σειρήνες» που χωρίζουν τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς με μοναδικό κριτήριο την κομματική τους ταυτότητα. Αντίθετα, ας ανοίξουμε τα αυτιά και την κρίση μας για να αξιολογήσουμε προσεκτικά τον λόγο του κάθε πολιτικού. Ας ελέγξουμε το παρελθόν του, το πόσο κοντά στάθηκε στην κοινωνία και αν οι υποσχέσεις του κρύβουν αλήθειες ή τον γλυκό στην αρχή, αλλά εξαιρετικά πικρό στη συνέχεια, καρπό της εξαπάτησης.
