Από τους Αγγειοπλάστες στους Λασπολόγους: Η Συνενοχή της Κατανάλωσης
Του Ιάκωβου Ποθητού
Από την αρχαιότητα, η λάσπη υπήρξε ένα υλικό δημιουργίας. Άνθρωποι της βιοπάλης, χτίστες και αγγειοπλάστες, τη χρησιμοποιούσαν με μόχθο για να στηρίξουν σπίτια ή να πλάσουν αντικείμενα χρήσιμα για την καθημερινή ζωή. Η λάσπη στα χέρια του τεχνίτη ήταν ευλογία.
Στις μέρες μας, όμως, η έννοια της λάσπης έχει μεταλλαχθεί. Έχει αναδειχθεί μια άλλη, σκοτεινή κατηγορία «επαγγελματιών»: εκείνοι που τη χρησιμοποιούν όχι για να χτίσουν, αλλά για να κατεδαφίσουν. Για να βλάψουν ανθρώπους, να ακυρώσουν πορείες και να σπιλώσουν υπολήψεις.
Είναι οι εργολάβοι της δολοφονίας χαρακτήρων. Άνθρωποι που εκτοξεύουν κατηγορίες χωρίς ίχνος απόδειξης, τυλιγμένοι στην ασφάλεια της ανωνυμίας ή της πολιτικής σκοπιμότητας. Το πιο χυδαίο χαρακτηριστικό τους; Δεν σταματούν μπροστά σε κανέναν ηθικό φραγμό. Αδιαφορούν αν πίσω από τον κάθε «αντίπαλο» που στοχοποιούν υπάρχει μια οικογένεια, υπάρχουν ηλικιωμένοι γονείς που καρδιοχτυπούν, υπάρχουν παιδιά που πληγώνονται ανεπανόρθωτα στην καθημερινότητά τους και στο σχολείο για ένα απόλυτο ψέμα.
Απέναντι σε αυτούς, η ευθύνη είναι ξεκάθαρη και ασυγχώρητη.
Όμως, αρκεί να δείχνουμε μόνο αυτούς με το δάχτυλο; Εδώ γεννιέται ο μεγάλος προβληματισμός, που αφορά τη δεύτερη —και πιο κρίσιμη— πλευρά: την ίδια την κοινωνία.
Οι λασπολόγοι υπάρχουν επειδή υπάρχει κοινό που τους συντηρεί. Αν δεν υπήρχε ζήτηση, δεν θα υπήρχε και προσφορά. Η κοινωνία μας σήμερα δείχνει μια νοσηρή, σχεδόν ηδονοβλεπτική προτίμηση να καταναλώνει, να αναπαράγει και να «γεύεται» ειδήσεις που παρουσιάζουν επώνυμους ανθρώπους να διαπράττουν αθέμιτες πράξεις. Πριν καν αποφανθεί η Δικαιοσύνη, πριν καν επιβεβαιωθούν τα γεγονότα, το «λαϊκό δικαστήριο» των μέσων κοινωνικής δικτύωσης έχει ήδη βγάλει καταδικαστική απόφαση.
Η ψυχολογία εξηγεί αυτή τη θλιβερή ροπή της μάζας. Είναι ο φθόνος που μεταμφιέζεται σε ηθική αγανάκτηση. Είναι η κρυφή χαιρεκακία του μικρού ανθρώπου, που νιώθει μια προσωρινή, ψεύτικη ανακούφιση όταν βλέπει κάποιον επιτυχημένο να γκρεμίζεται από το βάθρο του. Είναι η εύκολη αποποίηση της προσωπικής ευθύνης: ασχολούμαστε με τις υποτιθέμενες αμαρτίες των άλλων για να ξεχάσουμε τα χάλια της δικής μας ζωής.
Όταν όμως γινόμαστε συνένοχοι στην κατανάλωση της λάσπης, λασπώνουμε με τα ίδια μας τα χέρια, όχι μόνο τα ρούχα μας, αλλά και την ψυχή μας. Κάθε φορά που κάνουμε ένα «κλικ» σε μια ανυπόστατη φήμη, κάθε φορά που αναπαράγουμε ένα κακόβουλο σχόλιο «γιατί έτσι ακούστηκε», χρηματοδοτούμε και συντηρούμε τη βιομηχανία της σπίλωσης.
Ο προβληματισμός, λοιπόν, είναι διπλός και αμείλικτος.
Από τη μία πλευρά, οι λασπολόγοι πρέπει να καταλάβουν ότι η λάσπη, ακόμα κι αν στεγνώσει και πέσει, αφήνει πάντα έναν μόνιμο λεκέ στην ψυχή εκείνου που την εκτόξευσε. Από την άλλη πλευρά, εμείς, ως πολίτες, πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η σιωπηλή ανοχή και η περιέργειά μας εκτρέφουν το τέρας.
Αν θέλουμε μια καθαρή κοινωνία, πρέπει να σταματήσουμε να αγοράζουμε το προϊόν τους. Η πνευματική ανδρεία δεν φαίνεται μόνο στο να λες την αλήθεια, αλλά και στο να αρνείσαι να γίνεις καταναλωτής του ψεύδους.
