Είναι από τις λίγες φορές που οι αριθμοί λένε την αλήθεια
Ο αγροτικός και κτηνοτροφικός τομέας, που κράτησε όρθια τη χώρα για πάνω από 150-160 χρόνια, βρίσκεται πλέον στο καναβάτσο. Η κατάσταση δεν μοιάζει αναστρέψιμη και η τάση δεν είναι μόνο ελληνική, αλλά πανευρωπαϊκή.
Βασιλης Γαλουπης από την Δημοκρατία
Ο πρωτογενής τομέας της Ελλάδας βρίσκεται πλέον υπό εξαύλωση και καμία κυβέρνηση εδώ και τουλάχιστον 30 χρόνια δεν έχει κάνει το παραμικρό για να κρατήσει όρθιο τον Ελληνα αγρότη και κτηνοτρόφο.
Οι Βρυξέλλες έχουν βρει τη μέθοδο της απορρύθμισης διά των επιδοτήσεων και των επιλεκτικών καλλιεργειών, το χρήμα των Ευρωπαίων φορολογουμένων «βρομίζεται» και με μεθόδους τύπου ΟΠΕΚΕΠΕ και όλη η κάποτε ακμάζουσα γηραιά ήπειρος βομβαρδίζεται από αμφίβολης ποιότητας προϊόντα. Από τις ανεξέλεγκτες βορειοαφρικανικές χώρες, τα πιο ασθενή κράτη της Ασίας με τους μηδενικούς μισθούς και τα πιο εξαθλιωμένα μέρη της Λατινικής Αμερικής.
Μέχρι και το 1980 ο πρωτογενής τομέας της χώρας (γεωργία, κτηνοτροφία, αλιεία, μελισσοκομία κ.ά.) άντεχε. Η συμβολή επί του ΑΕΠ εξακολουθούσε να κρατιέται πάνω από το 25%.
Ηταν ακριβώς εκείνη η εποχή που η τότε ΕΟΚ έκανε τις μεγαλύτερες μεταρρυθμίσεις του προϋπολογισμού της. Και το 1987 ακούσαμε για πρώτη φορά τα λεγόμενα «πακέτα Ντελόρ». Επί δεκαετίες πολλοί δεν είχαν αντιληφθεί καν ότι ο Ζακ Ντελόρ ήταν άνθρωπος κι όχι μια… νομισματική μονάδα τύπου ECU.
Ο κοινοτικός προϋπολογισμός διπλασιάστηκε μέσα σε έξι χρόνια, από 18.400 εκατομμύρια ECU το 1980 σε 36.200 εκατ. ECU το 1987, όταν και ανακοινώθηκε το πρώτο «πακέτο Ντελόρ». Τα ταμεία δεν γέμιζαν. Σύντομα το πρώτο εύκολο θύμα έγινε ο αγροτικός τομέας. Με περιορισμό των γεωργικών δαπανών και «αντίδωρο» τις επιδοτήσεις.
Μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’80 ο ελληνικός πρωτογενής τομέας μετρούσε ήδη τα πρώτα απανωτά πλήγματα, που συνεχίστηκαν ακόμα πιο έντονα τις επόμενες δεκαετίες.
Η πορεία προς τον μαρασμό ήταν μαθηματικά βέβαιο ότι θα συμβεί. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές είχαν ανάλογα αποτελέσματα και στις άλλες χώρες της Ε.Ε., με ελάχιστες εξαιρέσεις. Το 2024 η γεωργία συνέβαλε το 1,3% στο ΑΕΠ της Ε.Ε. Περίπου 229 δισ. ευρώ, όσο περίπου το ΑΕΠ της Ελλάδας.
Πρακτικά, η Ευρώπη βλέπει τον πρωτογενή της τομέα να πεθαίνει. Και οι πολίτες διαπιστώνουν πως οι τιμές αυξάνονται, παρότι τα προϊόντα -συνήθως κατώτερης ποιότητας- έρχονται από χώρες χωρίς ευρώ αλλά και δίχως σοβαρά μέτρα ασφαλείας στην παραγωγή για τους Ευρωπαίους καταναλωτές.
Είναι πρακτικά αδύνατον με τέτοιο τεράστιο όγκο εισαγωγών που είναι πια αναγκασμένη να κάνει η Ε.Ε. από τις πλέον ανεξέλεγκτες χώρες του κόσμου, με τις εξευτελιστικές τιμές παραγωγής και τα μεροκάματα σκλαβιάς, να γίνονται μαζικοί και κυρίως αποτελεσματικοί έλεγχοι. Είναι κυρίως ενδεικτικοί, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Οι μόνοι που πλουτίζουν είναι οι χονδρέμποροι που φέρνουν τα προϊόντα στην Ευρώπη.
Κάπως έτσι ο Ελληνας αγρότης και ο κτηνοτρόφος έγιναν «εχθροί», μέσω κοινωνικού αυτοματισμού. Οι κυβερνήσεις τούς αντιμετώπιζαν ως «βαρίδια» που μόνο απαιτούν, άλλες επαγγελματικές ομάδες «εκπαιδεύονταν» από την πλειονότητα των ΜΜΕ να τους κατηγορούν για την απομύζηση ευρωπαϊκών κονδυλίων. Ακόμα και το νέο αίμα που μπήκε στον αγροτοκτηνοτροφικό κλάδο από το 2010 λόγω της οικονομικής κρίσης δεν άλλαξε την αποκαρδιωτική εικόνα.
Ο πρωτογενής τομέας στην Ελλάδα παράγει μόνο το 3%-3,3% του εθνικού ΑΕΠ, μόλις περίπου 15 δισ. ευρώ ετησίως. Η συνολική χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση ανέρχεται στα 28,2 εκατ. στρέμματα, μειωμένη κατά 18,8% από το 2009 (34,8 εκατ.). Στην Ε.Ε. η συνεισφορά στο ΑΕΠ είναι ακόμα μικρότερη, στο 1,3%. Στις ΗΠΑ η συμβολή του αγροτικού τομέα επί του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος είναι στο 1%. Αντίθετα, σε χώρες όπως η Αιθιοπία ξεπερνάει το 45%.
Ο πρωτογενής τομέας παραγωγής εξακολουθεί να αποτελεί ως βασική απασχόληση πηγή εισοδήματος για ένα μεγάλο τμήμα του παγκόσμιου πληθυσμού, αλλά όχι της Ευρώπης. Χώρες όπως η Ελλάδα έχουν εξελιχθεί σε μια Βαβέλ real estate και τουριστικών υπηρεσιών, ανίκανες πλέον να «οικοδομήσουν» οτιδήποτε άλλο στην οικονομία τους.
Τα επίσημα στοιχεία, από την έκδοση «Στατιστικαί Μελέται 1821-1971» του Εθνικού Κέντρου Κοινωνικών Ερευνών
που εκδόθηκε το 1972 από τον Σύλλογο Υπαλλήλων της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας της Ελλάδος «για τα 150 χρόνια από την Παλιγγενεσία της Ελλάδας», είναι ένας καθρέφτης που βασίζεται σε αριθμούς που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν:
– Το 1838 ο οικονομικά ενεργός πληθυσμός ανδρών της Ελλάδας έφτανε τους 233.273, σε συνολικό πληθυσμό 651.000. Σύμφωνα με την απογραφή εκείνης της χρονιάς, από όσους εργάζονταν οι 95.069 ήταν γεωργοί και οι 27.366 κτηνοτρόφοι. Δηλαδή, ένα ποσοστό 55% ασχολούνταν με τον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα. Από τον αγροτοκτηνοτροφικό τομέα ζούσε το 89% του ελληνικού λαού, συμπεριλαμβανομένων των συζύγων και των παιδιών των γεωργών.
– Το 1907 ο πληθυσμός της Ελλάδας έφτανε τα 2,6 εκατ. και στον πρωτογενή τομέα απασχολούνταν το 45% του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας, με τη βιοτεχνία να κερδίζει πια έδαφος σιγά σιγά και να είναι στο 25%.
– Η κατάσταση δεν άλλαξε πολύ ούτε στις αμέσως επόμενες δεκαετίες. Το 1920 ο αγροτοκτηνοτροφικός τομέας απασχολούσε το 48%, με τον συνολικό πληθυσμό της χώρας να είναι στα 5 εκατ. Οι αγρότες και οι κτηνοτρόφοι ξεπερνούσαν πλέον τα 3,3 εκατ. Το 1940 ήταν στα 3,8 εκατ.
– Μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στη δεκαετία του ’50, ο συνολικός πληθυσμός της χώρας αυξήθηκε από 7,6 εκατ. σε 8,3 εκατ., όμως ο αγροτικός παρέμεινε ουσιαστικά αναλλοίωτος στα 3,6 εκατ., όπως και πριν από τον πόλεμο.
– Ακολούθησαν τα κύματα μετανάστευσης προς το εξωτερικό, οι δεκαετίες του ’80 και του ’90, το κοινό νόμισμα του ευρώ. Οι συνέπειες ήταν πως, σύμφωνα με τη Eurostat για την απασχόληση στον αγροτικό τομέα αλλά και την αλιεία το 2012, οι απασχολούμενοι στον αγροτικό κλάδο και ύστερα από διαρκή πτώση τις τελευταίες δεκαετίες έφταναν τους 400.000, σε σχέση με τα 3,6 εκατ. του 1961. Οι τάσεις παραμένουν πτωτικές κάθε χρόνο.
Οπως σημειώσαμε και πρόσφατα, στην Ελλάδα τη 10ετία του 2000 οι αγρότες μειώθηκαν κατά 35%! Από το 17% το 2000 βρέθηκαν στο 11% του ενεργού πληθυσμού το 2009, ποσοστό που σήμερα είναι μικρότερο. Η συμμετοχή του αγροτικού τομέα στη συνολική Ακαθάριστη Προστιθέμενη Αξία από 6,6% έπεσε στο 3% το ίδιο διάστημα (2000-2010) και το αγροτικό εισόδημα μειώθηκε κατά 19%.
Η πρώτη απογραφή επί Καποδίστρια
Για ιστορικούς λόγους αλλά κι επειδή η προβολή της ταινίας του Σμαραγδή αποτελεί ήδη σημαντικό γεγονός, το 1828 επί κυβερνήσεως Ιωάννη Καποδίστρια διενεργήθηκε η πρώτη ολοκληρωμένη απογραφή του πληθυσμού στην Ελλάδα. Δεν αποτελεί, όμως, μια πραγματική απογραφή με τη σημερινή στατιστική έννοια της λέξης, αλλά μια όσο γίνεται πιο λεπτομερή απαρίθμηση των κατοίκων της Ελλάδας.
Σύμφωνα με τις σχετικές αναφορές, «κατά την απογραφήν ταύτην εξηκριβώθη αναδρομικώς και ο πληθυσμός της Ελλάδος κατά το έτος 1821. Η ως άνω απογραφή διενεργήθη επί σκοπώ παροχής ωρισμένων πληροφοριών αιτηθεισών υπό των διαμενόντων εις Πόρον αντιπροσώπων των συμμάχων κρατών (“Πρόεδροι των συμμάχων Αυλών”). Ο τρόπος διενεργείας της απογραφής ταύτης δεν είναι επακριβώς γνωστός, πάντως αυτή έλαβε χώραν διά των λεγομένων “εκτάκτων επιτρόπων” της κυβερνήσεως, αιτίνες συνέλεξαν διά καταγραφής τας πληροφορίας».
Ο πληθυσμός της Ελλάδας κατά τα έτη 1821 και 1828 ανήλθε, κατόπιν των διενεργηθεισών μεταγενεστέρως σχετικών διορθώσεων, σε 938.765 και 753.400 κατοίκους αντιστοίχως.
Η μεταρρύθμιση που έμεινε στη μέση και το αδιέξοδο
Μετά το 2000 και την εισαγωγή του ευρώ οι κυβερνήσεις ατόνησαν ακόμα περισσότερο το ενδιαφέρον τους για τον εκσυγχρονισμό της αγροτικής παραγωγής. Οι προστατευτικοί μηχανισμοί της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ενωση λειτούργησαν επίσης αποτρεπτικά. Οι στρεβλώσεις κυριάρχησαν, αρκετοί συνεταιρισμοί «βούλιαξαν» και ο Ελληνας αγρότης βρέθηκε να παλεύει κάτω από αντίξοες συνθήκες, με τους μεγαλεμπόρους να καραδοκούν για να τους αρπάξουν την παραγωγή για ψίχουλα.
Κι όμως, αν δούμε το αγροτικό σε βάθος χρόνου, θα διαπιστώσουμε ότι έμεινε στη μέση μια σημαντική μεταρρύθμιση που χάθηκε μέσα στα σημεία των καιρών για να φτάσουμε στο μίζερο σήμερα.
Το 1929 η γη ήταν διαμοιρασμένη σε μικροκτηματίες. Το 37% των αγροτών είχε έκταση μέχρι 1 στρέμμα και το 35% μέχρι 3 στρέμματα. Ακόμα ένα 24% διέθετε έως 10 στρέμματα. Και μόνο το 4% είχε από 10-100 στρέμματα.
Ομως, τα αμέσως επόμενα χρόνια και μέχρι να βρεθεί η Ελλάδα στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μοιράστηκαν από το κράτος 1,7 εκατ. στρέμματα σε 305.000 αγροτικές οικογένειες. Σε συνδυασμό με την απόπειρα να εκσυγχρονιστεί η παραγωγή παρατηρήθηκε μεγάλη βελτίωση.
Ανάμεσα στο 1915-1931 τα σπαρμένα με σιτάρι εδάφη αυξήθηκαν από 736.000 σε 1.356.000 στρέμματα, με καπνά από 17.500 σε 84.400 στρέμματα και η παραγωγή σιταριού ανέβηκε κατά 200.000 τόνους. Περίπου το 70% της καλλιεργούμενης γης είχε σιτηρά, αλλά η απόδοση ήταν πολύ χαμηλή εξαιτίας της έλλειψης κεφαλαίου και γνώσεων.
Παρά ταύτα υπήρχαν ακόμα περιθώρια βελτίωσης στην εντατικοποίηση της γεωργίας. Μέχρι που βρέθηκε η Ελλάδα υπό Κατοχή. Εως τότε η χώρα είχε ανέβει και εξαγωγικά, με τη σταφίδα να έχει ετήσια παραγωγή 127.000 τόνων και τον καπνό να είναι δεύτερο εξαγώγιμο αγροτικό προϊόν, με τη Γερμανία και τις ΗΠΑ να απορροφούν πάνω από το 70% του προϊόντος.
Ακόμα και μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου και του Εμφυλίου η ελληνική αγροτιά κατάφερνε να παραμείνει ζωντανή κι ενεργή. Περίπου το 80% των εξαγωγών αποτελούνταν το 1960 από αγροτικά προϊόντα. Γινόταν μια προσπάθεια για εκσυγχρονισμό της παραγωγής, αν και ο κλάδος της γεωργίας είχε αρχίσει να φθίνει στο ακαθάριστο εθνικό εισόδημα, αφού μειώθηκε κατά πέντε μονάδες μεταξύ 1958-1965.
Ακόμα κι αν υπήρχαν ελπίδες τις δεκαετίες ’60 και ’70 για να συνεχιστεί η εξέλιξη της μεταρρύθμισης που άρχισε προπολεμικά, οι καταιγιστικές αλλαγές στη δομή της ευρωπαϊκής οικονομίας, που άρχισαν από τη δεκαετία του ’80, έβαλαν φρένο. Έκτοτε, ο αγροτοκτηνοτροφικός τομέας βρίσκεται εν μέσω μιας τέλειας καταιγίδας που διαρκώς επιδεινώνεται, δίχως διαφυγή. Το ποσοστό των νέων αγροτών το 2012 ήταν στην Ελλάδα μόλις το 7%, ενώ των ηλικιωμένων αγροτών στο 57%. Και ο μαρασμός εξακολουθεί εν μέσω πολιτικών που βγάζουν τον αγροτικό κόσμο στον δρόμο, επιζητώντας λύσεις που είναι εκτός ατζέντας για τις ελληνικές κυβερνήσεις και τις Βρυξέλλες.
