3.000 ΕΥΡΩ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΓΙΑ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΑΠΟΝΟΜΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ:
ΜΗΝΥΣΗ ΤΟΥ 2019 ΟΔΗΓΗΣΕ ΣΕ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟ 2024 – ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΕΚΡΙΝΕ ΟΤΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΥΠΕΡΒΑΣΗ ΕΥΛΟΓΗΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ
Με την απόφαση 1695/2026 το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών έκρινε ότι η χρονική απόσταση από την κατάθεση της μήνυσης μέχρι και την πρωτόδικη καταδίκη που είχε διάρκεια 4,5 χρόνια, υπερέβη την εύλογη διάρκεια της δίκης.
Σε αυτή την υπόθεση εκπροσωπήσαμε την αιτούσα, δηλαδή την μηνύτρια, η οποία επικαλούμενη τον ειδικό Ν.4239/2014 διαμαρτυρήθηκε για την καθυστέρηση καταδίκης της αντιδίκου της. Η μήνυση είχε κατατεθέσει στις αρχές του 2019 και η καταδίκη σε πρώτο βαθμό επήλθε στα μέσα του 2024.
Η απόφαση είναι τελική και το ποσό άμεσα εισπρακτέο, καθώς ο ειδικός νόμος ορίζει ότι δεν υπόκειται σε ένδικα μέσα.
Παραδοσιακά σε αυτές τις υποθέσεις το Ελληνικό Δημόσιο έρχεται στο δικαστήριο και διεκτραγωδεί την κακή οικονομική κατάσταση της Χώρας, φέρνοντας όμως στοιχεία από την μνημονιακή εποχή, κάτι που εμείς αντικρούσαμε με το δικόγραφο προσθήκης – αντίκρουσης, υποστηρίζοντας την βελτίωση μετά την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας.
Αυτό κρίθηκε δεκτό με την απόφαση, για πρώτη φορά, καθώς το Δικαστήριο έκρινε ως εξής:
” Για τον καθορισμό του ύψους του χρηματικού ποσού που δικαιούται η αιτούσα, λαμβάνεται υπόψη το ως άνω χρονικό διάστημα της υπερβάσεως του ευλόγου χρόνου εκδικάσεως της υποθέσεως, η νομική παράδοση και βιοτικό επίπεδο της Ελλάδος (απόφαση ΕΔΔΑ της 26ης Μαρτίου 2006 Scordino κατά Ιταλίας, απόφαση της 10ης Οκτωβρίου 2004 Dubjakava κατά Ιταλίας). Στο πλαίσιο αυτό, είναι γεγονός ότι με την από 22 Ιουνίου 2018 συμφωνία της Ευρωομάδας, η Χώρα εξήλθε από το τριετές (3) πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, πλην όμως η ευρωπαϊκή εποπτεία, όχι τόσο αυστηρή όσο στο παρελθόν συνεχίζεται, η δημοσιονομική κατάσταση της Χώρας, αν και βελτιώθηκε, κατόπιν επιδεινώθηκε από την πανδημία και άλλους εξωτερικούς παγκόσμιους παράγοντες, οι οποίοι προκάλεσαν ακρίβεια, σοβαρή αύξηση του πληθωρισμού και ανατιμήσεις ακόμη και βασικών προϊόντων παγκοσμίως.
Συνεπώς, σύμφωνα με τα ανωτέρω και συνεκτιμώντας το σύνολο των ως άνω πλήρως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει κατά μερική ουσιαστική παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως, να επιδικασθεί στην αιτούσα το ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, για την ηθική βλάβη που υπέστη από την καθυστέρηση απονομής της δικαιοσύνης, αναφορικώς με το χρόνο εκδικάσεως σε πρώτο βαθμό της προμνησθείσης ποινικής υποθέσεως, στην οποία ήταν διάδικος, συγκεκριμένα παριστάμενη προς υποστήριξη της κατηγορίας”.
Ωστόσο και μετά από αυτή την απόφαση τα Δικαστήρια εξακολουθούν να αφίστανται από την νομολογία του ΕΔΔΑ, το οποίο πέρσι καταδίκασε για μία ακόμη φορά την Ελλάδα ότι οι αποζημιώσεις που επιδικάζονται για τις καθυστερήσεις δεν ανταποκρίνονται στα πρότυπα των αποζημιώσεων του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, το οποίο έχει καθιερώσει τα 1.000 ευρώ ανά έτος.
