Ανθρωπισμός χωρίς Εθνική Αυτοχειρία
Του Ιάκωβου Ποθητού
Κανένας άνθρωπος με στοιχειώδη παιδεία και χριστιανική αγωγή δεν μπορεί να κλείσει τα μάτια μπροστά στον πόνο του συνανθρώπου του. Η αναζήτηση ενός καλύτερου αύριο, η φυγή από τον πόλεμο ή την εξαθλίωση, είναι μια πανανθρώπινη αλήθεια που η Ελλάδα —μια χώρα προσφύγων και μεταναστών— τη γνωρίζει καλά.
Ο ανθρωπισμός και η φιλοξενία είναι γραμμένα στο DNA μας.
Όλοι οι Έλληνες αναγνωρίζουν το δικαίωμα των αλλοδαπών να αναζητήσουν μια καλύτερη ποιότητα ζωής και ένα ελπιδοφόρο μέλλον. Όμως, ταυτόχρονα, αξιώνουν από αυτούς να σέβονται και να τιμούν τη χώρα που τους φιλοξενεί. Δεν είναι ανεκτό μεμονωμένα άτομα ή ομάδες μεταναστών να αναπτύσσουν εγκληματική δραστηριότητα και να παραμένουν στο απυρόβλητο.
Όταν η Δικαιοσύνη αποφανθεί για την ενοχή τους, η απέλασή τους πρέπει να είναι άμεση και να μη δίνονται «συγχωροχάρτια». Η αντίθετη τακτική αποτελεί κακό παράδειγμα για τους υπόλοιπους νομοταγείς μετανάστες, ενώ καλλιεργεί την εντύπωση ότι η Ελλάδα είναι μια χώρα όπου ο καθένας μπορεί να παρανομεί χωρίς συνέπειες.
Υπό αυτή την έννοια, ο ανθρωπισμός δεν μπορεί να ταυτίζεται με την εθνική και πολιτισμική μας αυτοχειρία.
Τις τελευταίες δεκαετίες, αργά αλλά σταθερά, γινόμαστε μάρτυρες μιας αθόρυβης ανατροπής. Θεσπίζονται νόμοι, λαμβάνονται αποφάσεις και διαμορφώνονται συμπεριφορές που τείνουν να αλλάξουν ριζικά τον τρόπο ζωής μας, τα ήθη, τα έθιμα και την κοινωνική μας συνοχή. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι αυτή η αλλαγή επιχειρείται με έναν τρόπο λαθεμένο: αυτόν της μονόπλευρης επιβολής και της υποχώρησης της δικής μας ταυτότητας, χωρίς να απαιτείται η ανάλογη δέσμευση από την άλλη πλευρά.
Το Άρθρο 3 του Συντάγματος, που αναφέρεται στις «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας», αναγνωρίζει την Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία ως την επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα. Πρόκειται για μια ιστορική και κοινωνική παραδοχή που δηλώνει ποια πίστη πρεσβεύει η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού. Παράλληλα, το Άρθρο 13, που κατοχυρώνει την πλήρη θρησκευτική ελευθερία, διευκρινίζει ρητά ότι κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη συμμόρφωση στους νόμους του Κράτους επικαλούμενος τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις. Επομένως, επικλήσεις στο Κοράνι ή σε ήθη άλλων πολιτισμών δεν επιτρέπεται να αποτελούν ελαφρυντικά όταν κάποιοι κατηγορούνται για σοβαρές εγκληματικές πράξεις.
Η ελευθερία της πίστης είναι θεμέλιο της δημοκρατίας μας.
Όταν όμως, στο όνομα μιας κακώς εννοούμενης «πολυπολιτισμικότητας», το κράτος υποχωρεί από τις δικές του θρησκευτικές και ιστορικές παραδόσεις για να μην «προσβάλει» τους φιλοξενούμενους, τότε δεν μιλάμε για ανεξιθρησκεία, αλλά για ιδεολογικό εξαναγκασμό των γηγενών. Η ενσωμάτωση απαιτεί αμοιβαιότητα. Σέβομαι την πίστη σου, αλλά απαιτώ να σεβαστείς απόλυτα τον πολιτισμό, τους νόμους και την ιστορία της χώρας που σε υποδέχεται.
Το ίδιο ισχύει και με το κρίσιμο ζήτημα της ιθαγένειας και της δημογραφικής αλλοίωσης. Σε μια περίοδο που η Ελλάδα «γερνάει» επικίνδυνα και οι νέοι μας μεταναστεύουν στο εξωτερικό, η διαχείριση του πληθυσμού απαιτεί ύψιστη προσοχή. Η απόδοση της ύψιστης τιμής, της πολιτογράφησης ενός μετανάστη σε Έλληνα πολίτη, δεν μπορεί να είναι μια απλή γραφειοκρατική διαδικασία. Ναι, έχουν μπει πλέον γραπτές εξετάσεις, αλλά η ιθαγένεια δεν είναι απλώς «απαντήσεις σε ένα φυλλάδιο». Είναι η βαθιά γνώση και αποδοχή της γλώσσας, της γραφής, του Συντάγματος και των αξιών αυτού του τόπου. Είναι η απόφαση να γίνεις οργανικό κομμάτι αυτού του έθνους, όχι απλώς προσωρινός κάτοικος μιας γεωγραφικής ζώνης.
Οι μεγάλες χώρες της Δύσης, που πειραματίστηκαν επί δεκαετίες με την ανεξέλεγκτη πολυπολιτισμικότητα, σήμερα ανακρούουν πρύμναν, βλέποντας τη δημιουργία γκέτο και την κοινωνική διάσπαση. Ας μην επαναλάβουμε τα ίδια λάθη.
Μια σοβαρή, σύγχρονη χώρα οφείλει να είναι δίκαιη και ανθρώπινη.
Ταυτόχρονα, όμως, οφείλει να είναι αυστηρή και ανυποχώρητη στην προστασία της εθνικής της ταυτότητας. Αν μια κοινωνία χάσει τη μνήμη, τα έθιμα και τη γλώσσα της για να γίνει μια «ουδέτερη περιοχή», τότε παύει να είναι πατρίδα. Και μια χώρα χωρίς πατρίδα δεν μπορεί να προσφέρει ασφάλεια σε κανέναν —ούτε στους Έλληνες, ούτε στους ξένους.
