Ελληνοτουρκικά: Στρατηγικό βάθος Τουρκίας και θολά νερά της Χάγης

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Με αμείωτη ένταση, κοινή φρασεολογία και επιχειρήματα επωδό υπό την επίφαση αντικειμενικότητας και ρεαλισμού, συνεχίζεται η επιχείρηση εξαπάτησης της ελληνικής κοινής γνώμης ώστε να αποδεχθεί μία εφ᾽ όλης της ύλης διαπραγμάτευση με την Τουρκία, με ήδη δεδομένη την εθνική ζημία και με αφορμή ένα υποτιθέμενο παράθυρο ευκαιρίας που άνοιξε μετά τους σεισμούς.

Γράφουν οι:
Ιωάννης Ιντζές, Παναγιώτης Παύλος*

Νέο απόκτημα στο οπλοστάσιο όσων ομνύουν υπέρ της προσφυγής στη Χάγη, η εκτενέστατη παρέμβαση στην Καθημερινή της Κυριακής (30/7/23), όπου τέσσερεις «ειδικοί» συμπράττουν με σκοπό την άμβλυνση των εθνικών αντανακλαστικών, με σαθρά και εν πολλοίς ανυπόστατα επιχειρήματα. Στο παρόν κείμενό μας επιλέγουμε ορισμένα εκ των κεντρικών σημείων της παρέμβασης των κ.κ. Διακόπουλου, Λιάκουρα, Υφαντή και Φίλη (εφεξής ΔΛΥΦ)και παρεμβαίνουμε κριτικά με γνώμονα το εθνικό συμφέρον και την ενημέρωση του ελληνικού λαού.

1. Αρχικά παρέχεται μία γενική ανάλυση για τους λόγους που η Τουρκία εγκατέλειψε τη «διπλωματία του καταναγκασμού» και της πίεσης προς τη χώρα μας, και πώς η «νέα» στάση της επηρεάζεται από τον πόλεμο στην Ουκρανία και την οικονομική κατάστασή της. Δεν αναφέρεται όμως ότι στην εξίσωση της επαναπροσέγγισης των δύο χωρών σημαντικό ρόλο έπαιξαν και οι συντονισμένες πιέσεις από ΗΠΑ και Γερμανία, οι οποίες θέλουν την Τουρκία σε ρόλο καλού συμμάχου στο ΝΑΤΟ και όχι ενός επιτηδείου ουδέτερου που διευκολύνει τη Ρωσία. Δεν θυμήθηκαν ίσως τις δηλώσεις του Αμερικανού Πρέσβη Τσούνη στοφετινό Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών όπου δήλωσε ότι μετά τις εκλογές θα γίνει μια «ειλικρινής» προσπάθεια και από τις δύο πλευρές ώστε να υπάρξει σημαντική πρόοδος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, και ότι οι ΗΠΑ είναι πρόθυμες να μεσολαβήσουν. Ανάλογες δηλώσεις είχε κάνει και ο Γενς Πλέτνερ, Σύμβουλος του Γερμανού καγκελάριου. Και όλα αυτά χωρίς να παραβλέπεται ότι η Τουρκία εξακολουθεί να παραμένει μία αναθεωρητική χώρα.

2. «Η κούρσα εξοπλισμών, που ξεκίνησε λόγω της διαφοράς μας για την υφαλοκρηπίδα […] έχει κοστίσει μέχρι σήμερα περισσότερο από το όποιο προσδοκώμενο κέρδος θα μας απέφεραν τυχόν πλουτοπαραγωγικοί πόροι της υφαλοκρηπίδας. Αν αυτό το ποσό επενδυόταν στο κράτος πρόνοιας, στις υποδομές και σε άλλους κοινωφελείς σκοπούς, θα μπορούσε να παραγάγει πολλαπλάσιο αποτέλεσμα σε οικονομία και κοινωνία».

Με δεδομένο ότι η κούρσα των εξοπλισμών δρομολογήθηκε μετά την τουρκική εισβολή και Κατοχή της Κύπρου το 1974, αναρωτιέται κανείς τί πρεσβεύουν οι ΔΛΥΦ; Έπρεπε ίσως να καταργούσαμε την ασφάλεια, την άμυνα της χώρας και τον Στρατό της απλώς επειδή κόστισε 400 δις ευρώ σε 50 χρόνια; Τη στιγμή, μάλιστα, που οι αμυντικοί Π/Υ κατά το μείζον αφορούν λειτουργικά έξοδα (μισθοδοσία, συντήρηση, εφοδιασμός κλπ) και κατά το έλασσονα γορά εξοπλισμού. Η παιδαριώδης συλλογιστική ότι θα μπορούσαν να δοθούν στην κοινωνία, θυμίζει το παλαιό ΚΚΕ που στις αντιμιλιταριστικές του διαφημίσεις αντιπαρέβαλε το πολλαπλάσιο κόστος απόκτησης αρμάτων και Α/Φ έναντι της ανέγερσης σχολείων και νοσοκομείων. Είναι δυνατόν «ειδικοί», με θεσμικό μάλιστα ρόλο στο Υπουργείο Εξωτερικών, ή πρώην Σύμβουλοι Εθνικής Ασφαλείας, να θεωρούν ότι υπάρχει κράτος που μπορεί να ασκεί εξωτερική πολιτική χωρίς ισχυρό Στρατό που θα διασφαλίζει την άμυνά του; Το γεγονός ότι από το 1974 μέχρι σήμερα δεν είχαμε πόλεμο, δεν οφείλεται και στην αποτρεπτική ισχύ του Στρατού μας;

3. «Σε λίγα χρόνια δεν θα έχουν νόημα τα κοιτάσματα υδρογονανθράκων, ακόμη και αν αυτά υπάρχουν και είναι εκμεταλλεύσιμα, λόγω της κλιματικής κρίσης και συνακόλουθα της αναπόφευκτης πράσινης μετάβασης».

Είναι αστείο να ακούγονται τέτοιοι ισχυρισμοί, τη στιγμή π.χ. που η Νορβηγία ναι μεν πρωτοστατεί στην πράσινη ανάπτυξη και τις εναλλακτικές μορφές ενέργειας, πλην όμως προηγουμένως όχι μόνον δεν μείωσε αλλά φρόντισε να αυξήσει την ενεργειακή παραγωγή των κοιτασμάτων της ΑΟΖ της, και πλέον, μετά την καταστροφή του αγωγού Nordstream,έχει αναδειχθεί στον μεγαλύτερο πάροχο ενέργειας της Ευρώπης. Μάλλον αγνοούν οι ΔΛΥΦ την πολιτική των αγωγών για ενεργειακή επάρκεια και την ευρωπαϊκή προσπάθεια απεξάρτησης από τη ρωσική τροφοδοσία. Είναι τραγικό κάποιοι, αντί του ρεαλισμού, να φαντασιώνονται πράσινες ουτοπίες.

4. «Πολλοί αναλυτές και δημοσιολόγοι εκφράζουν βάσιμες ενστάσεις στη διαδικασία προσέγγισης με την Τουρκία λόγω της καθ’ υποτροπήν παραβατικότητάς της, … Το πρόβλημα με τις αναλύσεις αυτές δεν είναι ότι έχουν άδικο στην επιχειρηματολογία τους, αλλά πως αδυνατούν να προτείνουν μια αξιόπιστη και ρεαλιστική εναλλακτική. Κατασκευάζουν άρτια επιχειρήματα μεν, μη διευθέτησης δε. Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: η ακινησία».

Θετικό ότι οι ΔΛΥΦ ομολογούν ότι υπάρχουν διαφωνούντες αναλυτές με άρτια επιχειρήματα. Ως εκεί όμως φθάνει η ειλικρίνειά τους. Διότι οι περισσότεροι εκ των διαφωνούντων, αν όχι όλοι, προτρέπουν να προβούμε σε μονομερή επέκταση των εθνικών ΧΥ στα 12 ν.μ., να ασκήσουμε τα κυριαρχικά δικαιώματά μας, να οριοθετήσουμε ΑΟΖ με την Κύπρο, να ανασχέσουμε τον επιχειρούμενο, μέσω του τουρκικού προξενείου Κομοτηνής, εκτουρκισμό της Θράκης, και να καταγγείλουμε διεθνώς την Τουρκία για το casusbelli, το Turkaegeanκαι πλείστα άλλα. Και βεβαίως, να προβούμε σε συστηματική εκμετάλλευση των θαλάσσιων περιοχών μας (αλιεία, εξορύξεις, ενέργεια, κλπ). Αυτό λέγεται εξωτερική πολιτική, αυτό πρέπει να είναι το νέο αναπτυξιακό πρότυπό μας, και σίγουρα αυτό δεν είναι ακινησία.

5. «Μονομερείς ενέργειες από πλευράς μας θα δικαίωναν τις τουρκικές αντιδράσεις, θα εξομοίωναν τις συμπεριφορές και θα μετέφεραν τη διαδικασία επίλυσης από το «πεδίο του δικαίου» στο «πεδίο της ισχύος».

Εδώ οι ΔΛΥΦ έχουν αντιστρέψει τις διατυπώσεις του τραγικού ανακοινωθέντος της Μαδρίτης, μεταξύ Ντεμιρέλ και Σημίτη το 1997, το οποίο όμως και παραβιάστηκε πάραυτα από την Τουρκία και έχει περιορισμένη νομική ισχύ. Γιατί, άραγε, δεν αναφέρουν ποιές είναι αυτές οι τυχόν «μονομερείς ενέργειές» μας; Μήπως η επέκταση των εθνικών ΧΥ; Ήη οριοθέτηση της ΑΟΖ; Από πού προκύπτει ότι η άσκηση κυριαρχικών δικαιωμάτων είναι μονομερής ενέργεια που θα προκαλέσει την Τουρκία; Μήπως από το casusbelli;Άρα, για ό,τι λαμβάνει χώρα στο Αιγαίο προαπαιτείται συναίνεση; Να αναμένουμε δηλαδή και ότι οι ΗΠΑ θα ζητήσουν την έγκριση της Τουρκίας για την επικείμενη ενίσχυση της παρουσίας τους στο Αιγαίο; Όταν π.χ. η Τουρκία κηρύσσει παράνομες ΝΟΤΑΜ, όταν υπογράφει Τουρκολυβικό μνημόνιο, όταν θέτει ζητήματα γκρίζων ζωνών, αμφισβητούμενων νήσων, αποστρατικοποίησης νησιών, εμείς συναινούμε; Η απειλή χρήσης βίας (casusbelli) δεν είναι απαγορευμένη από τον ΟΗΕ; Ή, μήπως, όλα τα ανωτέρω συμβαίνουν επειδή η Ελλάδα δεν προσέρχεται ως τώρα σε μια εφ᾽ όλης της ύλης διαπραγμάτευση για την επίλυση όλων των «misunderstandings»;

6. «Διατηρούμε μεν ακέραια τα «κυριαρχικά μας δικαιώματα» σε θεωρητικό (αλλά και φαντασιακό) επίπεδο, στην πράξη όμως, όσο δεν οριοθετούμε, δεν έχουμε τίποτα πέραν των 6 ν.μ. κυριαρχίας. Προσδοκούμε ΑΟΖ που φθάνει μέχρι την Κύπρο, αλλά προσώρας δεν μπορούμε καν να διεξάγουμε σεισμικές έρευνες στη μέση του Θερμαϊκού Κόλπου»

Εδώ η υποκρισία των εκπροσώπων του κατευνασμού χτυπάει κόκκινο. Διότι χρησιμοποιούν ως επιχείρημα μια κατάσταση για την οποία οι ομοϊδεάτες τους ευθύνονται αποκλειστικά! Ποιος φταίει που ούτε καν στον Θερμαϊκό που περικλείεται από ελληνικά μόνον παράλια δεν κλείσαμε κόλπους, ούτε χαράξαμε γραμμές βάσης, για να προχωρήσουμε σε γεωτρήσεις; Ο κουλουρτζής του Λευκού Πύργου; Ή η ίδια αβελτηρία, παθητικότητα, ηττοπάθεια και μίζερη αδιαφορία που διέπει και το σκεπτικό «έντιμου συμβιβασμού», που στην ουσία εκχωρεί όσα δεν θέλει να διαφυλάξει;

7. «Επίσης, είναι αλυσιτελής η πρόταση για άμεση οριοθέτηση ΑΟΖ με την Κύπρο προκειμένου να φέρουμε την Άγκυρα προ τετελεσμένων. Είναι προφανές ότι όμορες χώρες, όπως η Αίγυπτος, σημαντικός περιφερειακός δρών και εκ των σημαντικότερων αραβικών κρατών, με τις οποίες επιθυμούμε μια σχέση εμπιστοσύνης και λειτουργική, θα προβληματίζονταν, ενώ στα μάτια της διεθνούς κοινότητας θα εμφανιζόμασταν περιφρονητικοί έναντι προνοιών του Δικαίου της Θάλασσας που κατά τα άλλα επικαλούμαστε».

Εδώ ανακύπτει εύλογο το ερώτημα: Όταν η Κύπρος προέβη σε οριοθέτηση της ΑΟΖ της ζήτησε τη σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας; Όταν εμείς αποζητήσαμε να τα βρούμε με την Αίγυπτο στο θέμα της οριοθέτησης, ρωτήσαμε την Τουρκία; Και εάν φοβόμαστε ότι η Άγκυρα θα προσπαθούσε να παραβιάσει την όποια συμφωνία της Αθήνας με τη Λευκωσία με διάφορους τρόπους (ερευνητικά, πλωτά γεωτρύπανα κ.ά.) δεν θα έπρεπε να είμαστε σε θέση να την υπερασπιστούμε και στρατιωτικά; Ή μήπως, κατά τους ΔΛΥΦ, οφείλει η Ελλάδα να λάβει υπόψη και τη θέση της Τουρκίας ότι τα νησιά του ανατολικού και νότιου Αιγαίου, μέχρι και η Κρήτη, δεν δικαιούνται ΑΟΖ;

8. «Άλλοι πάλι ζητούν να αρχίσει και η χώρα μας να «διεκδικεί» (τι;). Να γίνουμε δηλαδή και εμείς αναθεωρητική χώρα; Και εδώ η μυωπία σε στρατηγικό αλλά και τακτικό επίπεδο είναι χαρακτηριστική».

Αυτό που αυτονόητα επαναλαμβάνεται από τους υγιώς σκεπτόμενους στην Ελλάδα είναι ότι οφείλουμε να αγωνισθούμε για τα δικαιώματά μας στην περιοχή. Δεν μιλάμε για τίποτε άλλο. Χωρικά Ύδατα, ΑΟΖ, Ζώνες Ευθύνης Έρευνας Διάσωσης, κυριαρχία νήσων, είναι δικαιώματα, όχι διεκδικήσεις από την γείτονα. Η εξομοίωση με τουρκικό αναθεωρητισμό των στοιχειωδών παραμέτρων της ελληνικής εθνικής κυριαρχίας, αγγίζει τα όρια της διαστροφικής υποτέλειας.

9. «Είναι δε παράδοξος ο θαυμασμός που ορισμένοι εκφράζουν για την τουρκική εξωτερική πολιτική και τις ενέργειες Ερντογάν. Συναγωνίζονται το πρακτορείο «Αναντολού» στην προβολή των «επιτυχιών του προέδρου».

Πολύ εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι ο Ερντογάν ασκεί εξωτερική πολιτική με γνώμονα το εθνικό συμφέρον της Τουρκίας, και μετά όλα τα υπόλοιπα. Εμείς προκρίνουμε τη Συμμαχική και Ευρωπαϊκή αλληλεγγύη(βλ. Πρέσπες, πόλεμο στην Ουκρανία, κλπ)και μετά αρκούμαστε σε ό,τι μας δώσουν. Η Τουρκία διεκδικεί τα συμφέροντά της, ακόμη και με μέσα παράλογα και παράνομα (εισβολή σε Κύπρο, Ιράκ, Συρία, κλπ). Το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί εμείς δεν την καταγγέλλουμε διεθνώς απαιτώντας κυρώσεις και φυσικά γιατί δεν εξασκούμε τα νόμιμα δικαιώματά μας; Εάν τελικά ο Ερντογάν με τις ενέργειες και τις απειλές του οδηγεί τα πράγματα εκεί που θέλει, μήπως τότε είναι ένας επιτυχημένος Πρόεδρος; Τόσο απλό είναι το ερώτημα.

10. «Επομένως, σε αυτή την ιστορική καμπή, η Τουρκία δεν μπορεί να συνεχίσει τη διπλωματία του καταναγκασμού εις βάρος της χώρας μας χωρίς υψηλό κόστος. Η Άγκυρα για το προβλεπτό μέλλον πρέπει να εξομαλύνει τη σχέση της με τη Δύση, ενδεχομένως και να την αναθερμάνει, λόγω των αναγκών της οικονομίας της».

Και γιατί αυτό θα πρέπει να γίνει αιτία «υποχώρησης» από τα κυριαρχικά δικαιώματά μας; Γιατί η Τουρκία, αφού έχει αλλάξει συμπεριφορά, δεν αποσύρει το casusbelli, τις παράλογες αξιώσεις, διεκδικήσεις και ενέργειές της σε Θράκη, Αιγαίο και Κύπρο; Εάν τα πράξει αυτά, ασφαλώς και θα μας βρει υποστηρικτές στην προσπάθειά της να τα βρεί με τη Δύση. Αλλά το παζάρι είναι αλλιώς: Η Τουρκία παζαρεύει την επιστροφή της στη Δύση με αντάλλαγμα το Αιγαίο. Θα δεχθούμε εμείς να γίνουμε το σφάγιο μεταξύ Τουρκίας και Συμμάχων μας;

11. «Πρέπει να βρούμε τον τρόπο (όχι βέβαια οποιονδήποτε τρόπο) να συνυπάρξουμε με την Τουρκία που έχουμε, όχι με αυτή που θέλουμε».

Εύσχημη διατύπωση για κλείσιμο άρθρου, ώστε να αποφύγουν οι ΔΛΥΦ να πουν ευθέως ότι είμαστε αναγκασμένοι να ακολουθήσουμε την πολιτική του κατευνασμού με την Τουρκία, επειδή η Τουρκία είναι αυτή που είναι. Αυτή όμως η πολιτική έχει αποδειχθεί ιστορικά ότι και αδιέξοδη είναι και εθνικά επιζήμια αλλά και δεν αποδίδει στην περίπτωση της Τουρκίας. Η Τουρκία ασκεί διαχρονικά αναθεωρητική πολιτική και αυτό φαίνεται τόσο από τις ενέργειές της (Κύπρος, Ίμια, Συρία, Ιράκ) όσο και από πλήθος δηλώσεων Τούρκων αξιωματούχων.

Εμείς, όπως είχε πει και ο πρόσφατα εκλιπών Α/ΓΕΕΘΑ Μιχαήλ Κωσταράκος σε ομιλία του το 2018, θα πρέπει να προσέξουμε «να μην μας ρίξουν στα βράχια». Αυτή πρέπει να είναι η ανησυχία μας. Γιατί το Αιγαίο έχει και βράχια. Και στο στρατηγικό βάθος της Τουρκίας είναι αδιανόητο η Ελλάδα να προβάλλει θολά και ρηχά νερά.

* Ο Ιωάννης Ιντζές είναι Ανιστράτηγος ε.α., απόφοιτος της ΣΕΘΑ και κάτοχος ΜΑ στην Εφαρμοσμένη Στρατηγική και Διεθνή Ασφάλεια.

Ο Παναγιώτης Παύλος είναι Ερευνητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Όσλο και Επιστημονικός Συνεργάτης στο Πανεπιστήμιο του Cambridge.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ