Η σκοτεινή ασάφεια πίσω από ένα «Εθνικό σλόγκαν»
Τυχαίο; Δεν νομίζω.
«Με αφορμή τη διαχρονική δημοφιλία του σλόγκαν “11888 Τυχαίο; Δεν νομίζω” και την αναπαραγωγή της ιστορίας του σε πληθώρα μέσων, θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σας μια κρίσιμη παρατήρηση.
Ερευνώντας την πηγή έμπνευσης της συγκεκριμένης φράσης, προκύπτει το συμπέρασμα πως η απόδοση των εύσημων για την πατρότητα στον Θοδωρή Τσεκούρα ίσως χρήζει επανεξέτασης. Φαίνεται πως, υπό την επήρεια της επιτυχίας ενός “εθνικού σλόγκαν”, αγνοήσαμε ορισμένες κραυγαλέες αντιφάσεις που προκύπτουν από τα ίδια τα λεγόμενα του δημιουργού του.»
Αν και η επιτυχία του συγκεκριμένου σλόγκαν έχει ταυτιστεί απόλυτα με τον Θοδωρή Τσεκούρα, μια βαθύτερη ανάλυση των δημόσιων τοποθετήσεών του αποκαλύπτει αντιφάσεις που ανατρέπουν όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα.
Το σλόγκαν “Τυχαίο;
Δεν νομίζω” έχει περάσει προ πολλού στη σφαίρα του εθνικού υποσυνείδητου, με την δόξα της δημιουργίας του να αποδίδεται παραδοσιακά στον Θοδωρή Τσεκούρα.
Ωστόσο, μια προσεκτική αντιπαραβολή των δημόσιων τοποθετήσεών του αποκαλύπτει ότι η “επίσημη ιστορία” μάλλον μπάζει από παντού.
Βιαστήκαμε να χειροκροτήσουμε μια επιτυχία, αγνοώντας ότι ο ίδιος ο δημιουργός της υποπίπτει σε κραυγαλέες αντιφάσεις που θέτουν εν αμφιβόλω την πηγή της έμπνευσής του.
Όταν τα ίδια τα λεγόμενα του δημιουργού έρχονται σε σύγκρουση μεταξύ τους, γεννάται ένα εύλογο ερώτημα: Μήπως η διαφημιστική αγορά και το κοινό βιάστηκαν να αποδώσουν την αποκλειστική πατρότητα, παραβλέποντας τα κενά σε μια ιστορία που φαίνεται νααυτοαναιρείται;»
Στις πρώτες δημόσιες αναφορές γύρω από το «Τυχαίο; Δεν νομίζω»
το σλόγκαν αποδίδεται σχεδόν αποκλειστικά στον Θοδωρή Τσεκούρα ως προσωπική έμπνευση. Ωστόσο, σε μεταγενέστερες δηλώσεις του ίδιου, η διαδικασία δημιουργίας περιγράφεται ως αποτέλεσμα συλλογικής διαφημιστικής επεξεργασίας, με συμμετοχή πολλών προσώπων στη διαμόρφωση του τελικού χαρακτήρα και ύφους.
Η διαφοροποίηση αυτή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα σχετικά με το πώς ακριβώς διαμορφώθηκε η τελική φράση και κατά πόσο η δημόσια εικόνα της «μοναδικής πατρότητας» ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματική δημιουργική διαδικασία.
Η φράση βγήκε αυθόρμητα. Ήταν εκτός σεναρίου στην αρχή λέει ο ίδιος. Όταν έκανα τα πρώτα δοκιμαστικά έλεγα κάτι σαν «Σύμπτωση; δε νομίζω!». Μετά μπήκε στο σενάριο, η σύμπτωση μίκρυνε σε τυχαίο και ύστερα μπήκε σε όλα τα σενάρια. Πάντως η φράση είχε κολλήσει στους συναδέρφους της διαφημιστικής αρκετό καιρό πριν βγουν οι διαφημίσεις στον αέρα.
Η αναφορά του ίδιου ότι η φράση είχε ήδη «κολλήσει» στους συναδέλφους της διαφημιστικής για σημαντικό χρονικό διάστημα πριν ακόμη προβληθούν οι διαφημίσεις και ηπαραδοχή αυτή δείχνει ότι το λεκτικό μοτίβο κυκλοφορούσε και αναπαραγόταν εσωτερικά πολύ πριν καθιερωθεί δημόσια ως αναγνωρίσιμο σλόγκαν.
Υπό αυτό το πρίσμα, η εικόνα μιας απολύτως προσωπικής και στιγμιαίας έμπνευσης εμφανίζεται λιγότερο ξεκάθαρη απ’ όσο παρουσιάστηκε μεταγενέστερα στη δημόσια σφαίρα.
Ίσως το πιο εντυπωσιακό στοιχείο είναι ότι η συγκεκριμένη συνέντευξη- δήλωση βρίσκεται δημόσια διαθέσιμη εδώ και περίπου δεκαπέντε χρόνια χωρίς κανείς να έχει σταθεί στη λογική και γλωσσική της δομή.
Η αφήγηση επαναλήφθηκε τόσες φορές από μέσα ενημέρωσης, sites και εκπομπές, ώστε αντιμετωπίστηκε περισσότερο ως παγιωμένος «μύθος προέλευσης» παρά ως κείμενο που αξίζει πραγματικής ανάλυσης.
Κι όμως, αν διαβαστεί προσεκτικά, προκύπτει ένα παράδοξο: η αρχική σύλληψη του βασικού χαρακτήρα αποδίδεται αλλού, ενώ ο ίδιος περιγράφει τον δικό του ρόλο κυρίως ως ανάπτυξη και επεξεργασία αυτού του χαρακτήρα.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι μόνο ποιος είπε τη διάσημη φράση, αλλά ποιος συνέλαβε πραγματικά τον δημιουργικό πυρήνα πάνω στον οποίο χτίστηκε ολόκληρη η καμπάνια.
Αλλά ας αναλύσουμε λίγο πιο εκτενώς την συνέντευξη του.
Αντιγράφω από την 18.07.2010 συνέντευξή του στο Βήμα που πέρα των άλλων λέει και τα εξής :
Την ιδέα για τη διαφήμιση του 11888 του ΟΤΕ την είχαν δύο. «Ο γραφίστας Δημήτρης Μιχαηλίδης που σκέφτηκε τον αριθμολόγο, τον μανιώδη με τους αριθμούς τύπο, και εγώ ως κειμενογράφος στη Leo Βurnett έχτισα τον χαρακτήρα, τα χούγια του, πώς θα μιλάει. Μετά, στη διαδικασία τελικής διαμόρφωσης και διαφημιστικής παραγωγής πέρασε από άλλα 50 μάτια, δηλαδή 25 άτομα. Έτσι μοιράζεται και η ευθύνη, από όλες τις απόψεις και στο κακό και στο καλό».
Αν καταφέρει κάποιος να ξεπεράσει την σύγχυση που προκαλεί αυτό το συντακτικό μπέρδεμα και την ομίχλη, κυρίως ανάμεσα στο «την είχαν δύο» και το «εγώ» και δεν το προσπεράσει σαν κακά Ελληνικά και προσπαθήσει να εμβαθύνει στο κείμενο αναζητώντας την πηγή θα διαπιστώσει τα εξής:
Το αριθμητικό παράδοξο κατ αρχάς «Την είχαν δύο… και μετά Εγώ»
Και ότι αμέσως μετά, ο κ Τσεκούρας διαχωρίζει πλήρως τις δράσεις: ο ένας (Μιχαηλίδης) «σκέφτηκε τον αριθμολόγο» και ο άλλος (Τσεκούρας) «έχτισε τον χαρακτήρα».
Ας αναλύσουμε πρώτα αυτές τις δυο προτάσεις. Τέσσερες είναι όλες κι όλες έτσι κι αλλιώς
«Την ιδέα για τη διαφήμιση του 11888 του ΟΤΕ την είχαν δύο.»
Η χρήση του Γ’ Πληθυντικού («Την είχαν δύο») σε μια πρόταση που θα έπρεπε να εμπεριέχει τον ομιλητή, αποτελεί σοβαρό γλωσσικό ολίσθημα ή μια ασυνείδητη ομολογία.
Η χρήση του “την είχαν δύο” αντί του “την είχαμε δύο” δημιουργεί μια αξιοσημείωτη απόσταση του ομιλητή από την αρχική σύλληψη της ιδέας και υποδηλώνει ότι παρακολουθούσε μια διαδικασία που συνέβαινε δίπλα του, όχι από αυτόν.
» . Και είναι σαφές.. «Την είχαν δυο» σημαίνει άλλοι δυο και όχι αυτός . Διαφορετικά αν η ιδέα ήταν δική του, ο Α’ Πληθυντικός («Την είχαμε») θα ήταν η φυσική επιλογή.
Αμέσως μετά στην άλλη πρόταση μεταπηδά στο Α’ Ενικό «Εγώ »
Και αναρωτιέται κανείς.. Είναι ποτέ δυνατόν ένας διακεκριμένος κειμενογράφος επιπέδου Leo Burnett, αλλά και κάθε κειμενογράφος, να αγνοεί τη διαφορά μεταξύ Α’ Ενικού και Γ’ Πληθυντικού;
Διότι ένας έμπειρος κειμενογράφος, και μάλιστα σε επίπεδο Leo Burnett, γνωρίζει πολύ καλά τη σημασία των γλωσσικών αποχρώσεων και του τρόπου με τον οποίο κατανέμεται η δημιουργική ιδιοκτησία μέσα από τις ίδιες τις λέξεις.
Πρόκειται απλώς για ατυχή προφορική διατύπωση; Δύσκολο να το πιστέψει κανείς . Ίσως όμως η ίδια η γλώσσα της αφήγησης να αφήνει να διαφανεί μια διαφορετική πραγματικότητα σχετικά με τη γέννηση της ιδέας.
Ένας επαγγελματίας του λόγου συνήθως διαχειρίζεται πολύ προσεκτικά τέτοιες αποχρώσεις, ειδικά όταν μιλά δημόσια για τη δημιουργία ενός τόσο γνωστού slogan.
Αλλά ας προσέξουμε και τα ρήματα που χρησιμοποιεί:
Για τον Μιχαηλίδη (γραφίστας): «Σκέφτηκε» (Η γέννηση της ιδέας).
Για τον εαυτό του (κειμενογράφος): «Έχτισα» (Η εκτέλεση της ιδέας).
Εδώ ουσιαστικά υποβιβάζει τον εαυτό του και παραδίδει την έμπνευση στον Μιχαηλίδη
και παραδέχεται ότι έχτισε πάνω σε ιδέα άλλου, περιγράφει δηλαδή τον ρόλο του κυρίως ως ανάπτυξη και διαμόρφωση ενός ήδη υπάρχοντος concept.
Πρόκειται για μια δομική ασυνέπεια που προκαλεί ερωτηματικά. Και είναι επαγγελματικάοξύμωρο ο κ. Τσεκούρας, ως εμπνευστής και δημιουργός της ιδέας και από τη θέση του κειμενογράφου, να αποδίδει τη σύλληψη του κεντρικού ήρωα σε έναν γραφίστα. Ο κειμενογράφος είναι ο “αρχιτέκτονας” του λόγου και των διαλόγων και όχι ο γραφίστας.
Είναι σαν να παραδέχεται ότι ο ίδιος λειτούργησε ως απλός «εκτελεστής» ή, ακόμα χειρότερα, ως «μεταποιητής» μιας ξένης ιδέας.
Για έναν επαγγελματία του λόγου (κειμενογράφο), αυτή η επιλογή λέξεων δεν είναι ποτέ τυχαία. Δείχνει τη δομική ιεραρχία της ιδέας: η ιδέα προηγείται, η κειμενογραφική επένδυση έπεται.
Αν ο γραφίστας σκέφτηκε την ιδέα, τότε ο ίδιος ο παραδέχεται ότι δεν είχε αυτός την ιδέα
Αν ο ίδιος ο κ. Τσεκούρας το 2010 τοποθετούσε τον εαυτό του περισσότερο ως επιμελητή ή «χτίστη» παρά ως πρωτογενή εμπνευστή, η μετέπειτα απόλυτη ταύτισή του με την ιδέα ίσως οφείλεται περισσότερο στην ανάγκη για έναν κεντρικό ήρωα, παρά στην ιστορική ακρίβεια των γεγονότων μέσα στη Publicis– Leo Burnett.
Αν ο γραφίστας κ. Μιχαηλίδης ήταν αυτός που “σκέφτηκε” τον μανιώδη αριθμολόγο, τότε ο κ. Τσεκούρας ,ο οποίος αυτοπροβάλλεται ως ο εμπνευστής, τι ακριβώς επινόησε;
Αφού ο αριθμολόγος είναι και ο χαρακτήρας… Δεν μπορείς να σκεφτείς έναν «μανιώδη με τους αριθμούς τύπο» (Μιχαηλίδης) χωρίς να έχεις σκεφτεί τα «χούγια του και πώς θα μιλάει»
Έτσι, η ίδια η περιγραφή του κ. Τσεκούρα φαίνεται να μετατοπίζει το κέντρο της αρχικής έμπνευσης προς άλλη κατεύθυνση, ενώ ο δικός του ρόλος παρουσιάζεται περισσότερο ως δημιουργική επεξεργασία και ανάπτυξη ενός προϋπάρχοντος concept.
Δηλαδή τι άλλο θα μπορούσε να έκανε ο αριθμολόγος? Να έπλεκε βελονάκι? Ή να ψάρευετσιπουρες??
Είναι αυτό ακριβώς.. Ο ένας σκέφτηκε τον ψαρά και ο άλλος ότι πρέπει ναι κρατάει καλάμι και να ψαρεύει.
Ή ο ένας σκέφτηκε το νερό και ο άλλος ότι πρέπει να είναι υγρό
Το να χρησιμοποιεί ένας κειμενογράφος τέτοιο θολό συντακτικό είναι επαγγελματική αυτοακύρωση αλλά και όχι μόνο!!!
Τόσο μπερδεμένο λόγο και φράσεις του τύπου «Δεν ήμουν εγώ…. ‘Ήταν κάτι άλλα!» όλοι γνωρίζουμε ποιοι χρησιμοποιούν και συνήθως αυτό αναφέρεται χάριν αστεϊσμού σε ακροαματική διαδικασία και στην προσπάθεια αποφυγής ευθύνης
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η αμέσως επόμενη παραδοχή του ίδιου.
«Πέρασε από άλλα 50 μάτια, δηλαδή 25 άτομα. Έτσι μοιράζεται και η ευθύνη».
Η δήλωση αυτή απέχει αισθητά από την εικόνα μιας μοναχικής δημιουργικής «έκλαμψης» που αποδίδεται αργότερα σχεδόν αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο.
Αντιθέτως, περιγράφει μια πολυεπίπεδη διαδικασία συλλογικής επεξεργασίας, παρεμβάσεων και διαμόρφωσης.
Και εδώ γεννάται ένα ακόμη πιο ουσιαστικό ερώτημα:
Αν η ιδέα, ο χαρακτήρας, η τελική μορφή και ακόμη και η ίδια η φράση πέρασαν μέσα από τόσα στάδια και τόσα πρόσωπα, τότε πώς ακριβώς παγιώθηκε δημόσια η εικόνα της αποκλειστικής προσωπικής πατρότητας; Ίσως τελικά η πραγματική ιστορία του «Τυχαίο; Δεν νομίζω» να είναι πολύ πιο σύνθετη απ’ όσο παρουσιάστηκε επί χρόνια.
Όταν ένα αποτέλεσμα προέρχεται από «όλους», δεν ανήκει σε «κανέναν» συγκεκριμένα, λειτουργώντας ως ένας ιδανικός μηχανισμός προστασίας απέναντι σε μελλοντικές διεκδικήσεις ή αμφισβητήσεις.
Όσο περισσότερο διαβάζει κανείς τις δημόσιες περιγραφές της δημιουργικής διαδικασίας, τόσο περισσότερο απομακρύνεται από την εικόνα ενός μοναχικού εμπνευστή και πλησιάζει σε ένα μοντέλο όπου διαφορετικά πρόσωπα φαίνεται να συνέβαλαν, συνειδητά ή μη, στη μεταφορά, επεξεργασία και τελική καθιέρωση μιας ιδέας της οποίας η πραγματική αφετηρία παραμένει ασαφής.
Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον σημείο της υπόθεσης.
Η αναφορά σε «50 μάτια» και «25 άτομα» λειτουργεί έτσι όχι απλώς ως περιγραφή συνεργασίας, αλλά και ως ένας τρόπος αποσυμπίεσης και διάχυσης της προσωπικής δημιουργικής ευθύνης και πατρότητας.
Και η διάχυση της ευθύνης συχνά χρησιμοποιείται όταν το άτομο δεν αισθάνεται πλήρη «ιδιοκτησία» επί ενός αποτελέσματος ή όταν θέλει να προστατευτεί από την κριτική περί πατρότητας.
Η αναφορά στα «50 μάτια» λειτουργεί επίσης ως ομερτά. Όταν όλοι είναι «συνένοχοι» στην επιτυχία, κανείς δεν θα μιλήσει για την πηγή.
Η ευθύνη μοιράζεται σε πολλούς μόνο όταν η πράξη είναι παράνομη. Αν η καμπάνια ήταν μια καθαρή, πρωτότυπη δημιουργία, θα ήταν περήφανοι για το «καλό» και δεν θα υπήρχε «κακό» για να μοιραστούν.
Και αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν αναλογιστεί κανείς πόσο μονοπρόσωπα παρουσιάστηκε αργότερα στη δημόσια σφαίρα η ιστορία του συγκεκριμένου σλόγκαν.
Ακόμη πιο παράξενη είναι ίσως η τελευταία φράση της δήλωσής του:
«Έτσι μοιράζεται και η ευθύνη, από όλες τις απόψεις και στο κακό και στο καλό».
Η επιλογή της λέξης «ευθύνη» προκαλεί εύλογο προβληματισμό. Σε μια αφήγηση που υποτίθεται ότι αφορά τη γέννηση ενός επιτυχημένου και ιστορικού διαφημιστικού σλόγκαν, θα ανέμενε κανείς αναφορές σε έμπνευση, δημιουργικότητα ή συνεργασία — όχι ανάγκη επιμερισμού «ευθύνης».
Και μάλιστα όχι απλώς ευθύνης, αλλά «στο κακό και στο καλό».
Η συγκεκριμένη διατύπωση δίνει την εντύπωση ενός προληπτικού καταμερισμού βάρους, σαν να επιχειρείται να καταστεί εξαρχής συλλογική όχι μόνο η επιτυχία, αλλά και η λογοδοσία για την πραγματική προέλευση και διαμόρφωση της ιδέας.
Γι’ αυτό και η φράση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν επανεξετάζεται σήμερα η ιστορία πίσω από το «Τυχαίο; Δεν νομίζω».
Σε μια θριαμβευτική αφήγηση επιτυχίας, η αυθόρμητη αναφορά σε «ευθύνη», «κακό και καλό» ακούγεται ασυνήθιστη. Και’ αυτό σου δημιουργεί την εντύπωση ή και βεβαιότητα ότι υπάρχει κάποια υποβόσκουσα ανάγκη αποφόρτισης ή προληπτικής κάλυψης.
Είναι άραγε τυχαίο ότι το συντακτικό της αφήγησης γίνεται τόσο θολό και μπερδεμένο ακριβώς στο σημείο όπου ο κ. Τσεκούρας καλείται να εξηγήσει την πραγματική πηγή της έμπνευσης;
Από το «την ιδέα την είχαν δύο» μέχρι το «εγώ έχτισα τον χαρακτήρα» και στη συνέχεια το «πέρασε από 50 μάτια» και «μοιράζεται η ευθύνη», η αφήγηση μοιάζει διαρκώς να μετακινείται ανάμεσα στη συλλογική δημιουργία, την προσωπική συμβολή και τη διάχυση της ευθύνης στο κακό.
Είναι αξιοσημείωτο ότι επιλέγει λεξιλόγιο λογοδοσίας και ευθύνης εκεί όπου θα περίμενε κανείς μόνο θριαμβευτική αφήγηση.
Είναι τυχαίο ότι, περιγράφοντας την υποτιθέμενη «έμπνευση» πίσω από το σλόγκαν, ο ίδιος επιλέγει λέξεις όπως «ευθύνη», «μοιράζεται» και «κακό» — όρους που παραπέμπουν περισσότερο σε απολογία και λογοδοσία παρά σε δημιουργική έξαρση;
Είναι τυχαίο ότι ο κειμενογράφος μιας τόσο ιστορικής επιτυχίας δεν μιλά κυρίως για έμπνευση, αλλά για επιμερισμό ευθύνης;
Είναι τυχαίο ότι η ίδια ακριβώς αφήγηση επαναλαμβάνεται σχεδόν αυτούσια επί χρόνια, σαν έτοιμο προκατασκευασμένο κείμενο δημόσιας χρήσης;
Ή μήπως τελικά το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος είπε τη φράση «Τυχαίο; Δεν νομίζω», αλλά ποιος είχε εξαρχής την ανάγκη να θολώσει τόσο πολύ την ιστορία της προέλευσής της;
Το γεγονός ότι η ίδια σχεδόν αυτούσια και εσωτερικά ασαφής αφήγηση επαναλαμβάνεται επί χρόνια σε διαφορετικά μέσα ενημέρωσης προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση.
Οι ίδιες διατυπώσεις —«την ιδέα την είχαν δύο», «εγώ έχτισα τον χαρακτήρα», «πέρασε από 50 μάτια», «μοιράζεται η ευθύνη» — εμφανίζονται ξανά και ξανά με σχεδόν μηχανική συνέπεια.
Αυτό δημιουργεί την αίσθηση όχι μιας αυθόρμητης προσωπικής εξιστόρησης, αλλά ενός προσεκτικά διαμορφωμένου αφηγήματος που επιχειρεί ταυτόχρονα:
να αναγνωρίσει συλλογική συμμετοχή,
να διατηρήσει προσωπική πατρότητα
και παράλληλα να διαχέει τη δημιουργική ευθύνη.
Σε μια πραγματικά αυθόρμητη δημιουργική αφήγηση, οι λεπτομέρειες συνήθως μεταβάλλονται από συνέντευξη σε συνέντευξη. Εδώ όμως συμβαίνει το αντίθετο: η ίδια ακριβώς διατύπωση, οι ίδιες λέξεις και οι ίδιες ασάφειες επαναλαμβάνονται σχεδόν μηχανικά επί χρόνια.
Και κάπου εκεί γεννιέται το πραγματικό ερώτημα:
πρόκειται για φυσική μνήμη ενός δημιουργού ή για προσεκτικά κατασκευασμένοαφήγημα;
Και ίσως εκεί ακριβώς βρίσκεται το πιο ενδιαφέρον στοιχείο ολόκληρης της υπόθεσης
Σας ευχαριστώ,
Αλέξανδρος Μίνως
Σεναριογράφος του έργου για ταινία μικρού μήκους «Τυχαία Γεγονότα», κατατεθειμένου ήδη από το 1997 στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου προς χρηματοδότηση και κατοχυρωμένου μέσω της προβλεπόμενης διαδικασίας. Έργο με το οποίο η πνευματική μου ενασχόληση συνεχίζεται έως και σήμερα καθώς το επεξεργάζομαι , το συμπληρώνω και το εξελίσσω με τελευταία του γραφή το 2024
Δημιουργός επίσης του σλόγκαν «Το Δώρο της Φύσης στον Άνθρωπο», το οποίο χρησιμοποιήθηκε στην πολυδιαφημισμένη και πολυδάπανη καμπάνια της Κορπή/Nestlé — μια διαφημιστική εκστρατεία αστρονομικού κόστους που υλοποιήθηκε από την ίδια εταιρική πλευρά της Publicis που εμφανίζεται αργότερα και πίσω από το «11888 – Τυχαίο; Δεν νομίζω» ένα έργο με εξαιρετικά έντονη δημιουργική συνάφεια προς το προϋπάρχον έργο μου «Τυχαία Γεγονότα».
Για τη συγκεκριμένη υπόθεση της καμπάνιας Κορπή/Nestlé ακολούθησε πολυετής δικαστική διαμάχη, η οποία κρίθηκε υπέρ μου στα αστικά δικαστήρια με αμετάκλητη απόφαση του Αρείου Πάγου ενώ πτυχές της υπόθεσης εξακολουθούν μέχρι σήμερα να εκκρεμούν ενώπιον της Ποινικής Δικαιοσύνης.
Κι αυτό σίγουρα δεν ήταν μια τυχαία τροπή των πραγμάτων, αλλά το αποτέλεσμα μιας απόλυτα συνειδητής απόφασης να αντισταθώ σε έναν διαφημιστικό κολοσσό. Αν είχα αφήσει το γεγονός στην αδράνεια της τύχης, δεν θα υπήρχε ούτε εξέλιξη, ούτε δικαιοσύνη.
Ίσως τελικά το πραγματικό ερώτημα δεν είναι ποιος είπε πρώτος το «Τυχαίο; Δεν νομίζω», αλλά πώς ένα προϋπάρχον έργο με τίτλο «Τυχαία Γεγονότα», κατατεθειμένο ήδη από το 1997, κατέληξε χρόνια αργότερα να θυμίζει τόσο έντονα το αποκαλούμενο «εθνικό σλόγκαν».
Γιατί όταν ένα έργο με τίτλο «Τυχαία Γεγονότα» υπάρχει κατατεθειμένο ήδη από το 1997, τότε το «Τυχαίο; Δεν νομίζω» παύει τουλάχιστον να ακούγεται τόσο… τυχαίο.
Σας ευχαριστώ και πάλι.
Μετά τιμής,
Αλέξανδρος Μίνως
