Η νεκρική σιγή και θλίψη των 550 λεηλατημένων εκκλησιών μας στην κατεχόμενη ελληνική Κυπρο απο το 1974

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

 Η ΝΕΚΡΙΚΗ ΣΙΓΗ ΚΑΙ ΘΛΙΨΗ ΤΩΝ 550 ΛΕΗΛΑΤΗΜΕΝΩΝ ΕΚΚΛΗΣΙΩΝ ΜΑΣ, ΣΤΗΝ ΚΑΤΕΧΟΜΕΝΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ Β. ΚΥΠΡΟ, ΑΠΟ ΤΟ 1974.

Επιμέλεια από Αντώνη Αντωνά.

Υπερήφανα τα καμπαναριά τους καρτερούσιν μέρα, νύχτα να ηχήσουν ξανά και να δώσουν το μήνυμα της Λευτεριάς και Ανάστασης. Σιωπηλές και θλιμμένες στέκουν εκεί ακίνητες  και θλιμμένες και μας θωρούν ακίνητες  προσμένοντας ότι σύντομα Θείο μήνυμα ΑΝΑΣΤΑΣΗΣ, θα δώσουν στον πολύπαθο Ελληνισμό της Κύπρου.                  Μετά τα μαρτύρια, τον Γολγοθά, την Σταύρωση, πάντα ΑΝΑΣΤΑΣΗ έρχεται.                      Σημ. Στους εγκλωβισμένους της *Αγίας Καρπασίας, απαγορεύεται ρητά, από τους εισβολείς να χτυπούν τις καμπάνες στις λίγες εναπομείνασες εκκλησίες τους.

*Η χερσόνησος της Καρπασίας αποκόπηκε από τα τουρκικά στρατεύματα εισβολής τον Αύγουστο του 1974 όταν βάδισαν από τη Λευκωσία στην Αμμόχωστο. Στα καρπασίτικα χωριά παρέμεινε μεγάλος αριθμός εγκλωβισμένων, που κατά τα λίγα επόμενα χρόνια, υπέστη συνεχή μαρτύρια και πιέσεις. Ο πληθυσμός των Ελληνοκυπρίων της Καρπασίας βρισκόταν συνεχώς υπό διωγμό, προκειμένου ένας μεγάλος αριθμός, από τους κατοίκους της χερσονήσου ν’ αναγκαστεί να «προσφυγοποιηθεί» και να καταφύγει στις ελεύθερες περιοχές της Κύπρου. Και τούτο επειδή οι τουρκικές κατοχικές δυνάμεις επιζητούσαν να μειωθεί κάθετα ο ελληνικός πληθυσμός της Καρπασίας σε «επίπεδο ασφάλειας και αφανισμού», δηλαδή σε σημείο που να αποτελεί αντί την πλειοψηφία, μια αμελητέα μειοψηφία.

Καταγράφοντας όλα αυτά τα λυπηρά για τους πολύπαθους Έλληνες Χριστιανούς της Κύπρου, έρχεται νοερά, στο μυαλό μου, το λυρικό και επικό μήνυμα, ο ύμνος , η ωδή του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη στον άψυχο αδριάντα του *Εθνομάρτυρα Γρηγορίου του 5ου.  Το παραφράσσω… Απόσπασμα.

Πώς μας θωρείτε ακίνητες;… Πού τρέχει ο λογισμός σας,
τα φτερωτά σας τα όνειρα;… Γιατί στο μέτωπο σας
Να μη φυτρώνουν, καμπάνες μας, τόσαις χρυσαίς αχτίδαις
Όσαις μας δίδ‘ η όψη εκεί στο καμπαναριό σας σας παρηγοριαίς κ’ ελπίδαις;…
Γιατί ’ς στον ουράνιο ήχος σας σου να μη γλυκοχαράξη,
σκλαβωμένες μας καμπάνες, ένα χαμόγελο;… Γιατί να μη σπαράζει,
μέσα ’ς τα στήθη σας η καρδιά; Και πώς ’ς το σήμαντρο σας,
ούτένα δάκρυ προβάλλει, ούτε το θείο φως σας λάμπει ;…

Ολόγυρα σας τα βουνά κ’ οι λόγγοι σκλαβωμένοι.
Το λυτρωτή τους προσμένουνε … Η θάλασσ’ αγριωμένη….

Το σκλαβωμένο σήμαντρο σας τα ακίνητο, και το καμπαναριό σας,
θα τα‘ αναστήσει η αγάπη μας κ’ εδώ ελεύθερα,
και ολόρθο, ακλόνητο,  αιώνια θε να ζήσει,
Και πάλι θε να  γίνουσιν φοβέρα αδιάκοπη σ΄ Ανατολή και Δύση…

*Τον Απρίλιο του 1821, μετά τη λειτουργία του Πάσχα, ο Γρηγόριος συνελήφθη, κηρύχθηκε έκπτωτος και φυλακίστηκε. Στην Πόλη είχαν φτάσει τα νέα από την εξέγερση των Ελλήνων. Ο Σουλτάνος Μαχμούτ Β’, πιεζόμενος από τον όχλο και τους φανατικούς συμβούλους του, πήρε την απόφαση για την εξόντωση των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, τη Σμύρνη, την *Κύπρο.

*Την ίδια τύχη είχε και ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός την 9η Ιουλίου 1821. Μαζί με τους μητροπολίτες του και χιλιάδες αμάχους σφαγιάστηκαν. Τα τελευταία λόγια του εθνομάρτυρα Κυπριανού είναι ανεπανάληπτα …. Και διδακτικά. (Από το λυρικό ποίημα 9η Ιουλίου 1821 ου Εθνικού μας ποιητή Βασίλη Μιχαηλίδη.)

Η Ρωμιοσύνη εν φυλή συνότζιαιρη του κόσμου,

κανένας δεν εβρέθηκεν για να την ι-ξηλείψη,

κανένας, γιατί σιέπει την που τα ‘ψη ο Θεός μου.

Η Ρωμιοσύνη εν να χαθή, όντας ο κόσμος λείψει![16]

Σφάξε μας ούλους κι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάκιν,

κάμε τον κόσμον μακελλειόν και τους Ρωμιούς τραούλλια,

αμμά ξερε πως ίλαντρον όντας κοπεί καβάκιν

τριγύρου του πετάσσουνται τρακόσια παραπούλια.

Το ’νιν αντάν να τρώ’ την γην, τρώει την γην θαρκέται,

μα πάντα κείνον τρώεται και κείνον καταλυέται

Εν συνεχεία ας διαβάσουμε το πιο κάτω παλαιότερο συμβολικό αφιέρωμα μου, προς αφύπνιση μνήμης, γνώσης ιστορίας και προς μίμηση…Χωρίς αγώνες και θυσίες η Λευτεριά ποτέ δεν έρχεται,οσον τζιαι αν καρτερούμενμέρα, νύχτα….                                                                                                          «Αν λαχταράς τη λευτεριά σε ξένους μην ελπίζεις, παρ’ την ο ίδιος αν μπορείςαλλιώς δεν την αξίζεις»

Τουρκοκρατία, Κύπρος…..
20η Απριλίου 1833…..
ΕΝΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΛΥΡΙΚΟ – ΕΠΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ…..

Μια φορά και σε χαλεπούς καιρούς στη Κύπρο την Τουρκοκρατούμενη, ζούσε ο Ιερέας – Μοναχός Ιωαννίκιος. Ήταν ένα φλογερός αγωνιστής, που συμμετείχε και στην Επανάσταση των αδελφών του Ελλήνων, κατά των βαρβάρων κατακτητών Τούρκων….Ο πάτερ λειτουργούσε στην εκκλησία του Άη Ηλία και παρά την βάναυση τουρκική απαγόρευση, παράνομα κτυπούσε καθημερινά την μικρή καμπάνα του χωριού του….είτε χαρμόσυνα, είτε θλιμμένα…
Ο Τούρκος Πασάς της περιοχής, φιρμάνι του ΄στειλε, πριν το Πάσχα, να μην χτυπήσει την καμπάνα για την Ανάσταση… Το Πασχαλιάτικο χαρμόσυνο μήνυμα, δεν θα το άκουγαν τα γύρω χωριά… Ο πάτερ Ιωαννίκιος σε θλίψη περιέπεσε …. Πήγε εις την εκκλησιά του, του Άη΄Λια, προσευχήθηκε με λυγμούς και ζήτησε την βοήθεια του Εσταυρωμένου …. Τελειώνοντας άκουσε νοερά, ήχους καμπάνων να κτυπούν χαρμόσυνα στα αυτιά του….Ήταν το μήνυμα, ότι η καμπάνα του Άη Λιά….έπρεπε να κτυπήσει….
Αφού ξεκίνησε η Αναστάσιμη Λειτουργία και οι ευλαβείς συγχωριανοί του, περίμεναν το Αναστάσιμο χαρμόσυνο μήνυμα …. ο Ιωαννίκιος βγαίνει έξω και αφού με βροντερή φωνή ψάλλει το Χριστός Ανέστη…, προχωρά ταυτόχρονα προς το σχοινί της καμπάνας και αρχίζει τις κωδονοκρουσίες….Ο Πασάς, που έμενε στο χωριό ακούει την καμπάνα…Τα άρματα ζώνετε και καβάλλα στ΄άλογο, φτάνει σε λίγο στην αυλή της εκκλησιάς…Ο Ιωαννίκιος απτόητος συνέχιζει να την χτυπά… Με υψωμένη την χαντζάρα του, ο πασάς, προχωρά απειλητικά προς τον Ιωαννίκιο…. ( Ο Ιωαννίκιος ακριβώς δίπλα στο καμπαναριό, μάζευε ξύλα για το τζάκι και είχε και το τσεκούρι του… ) .Όταν ο πασάς αγριεμένος φτάνει κοντά του … , ο σβέλτος αντάρτης παπάς αρματωλός και κλέφτης, αρπάζει το τσεκούρι του και προτού προλάβει ο πασάς να κατεβάσει την μεγάλη του χατζάρα, του καταφέρνει ένα κτύπημα στο κεφάλι…Όπως το εξιστόρησαν οι τότε λαογράφοι γυρολόγοι Κυπραίοιποιητάρηδες…. «Φακκά του μια με την κουνιά, πάνω στην τζιεφαλή του ( του Πασά) τζιαί όπως μου ιστορίσασιν εζάβωσε το δει του…..» -Τον κτυπά μια φορά, με το τσεκούρι πάνω στο κεφάλι και όπως μου εξιστόρησαν, στράβωσε το βλέμμα του….. ( Τα μάτια του.)-
Καταφεύγει κυνηγημένος στην Καντάρα, στον Πενταδάκτυλο και μαζί με άλλους αντάρτες επαναστάτες κτυπούν αλύπητα τους Τούρκους….
Στις 20 Απριλλίου του 1833, μαζί με τους συντρόφους του, από την ηρωική Καρπασία στρατοπεδεύουν στο ηρωϊκό χωριό Τρίκωμο ( Γενέτειρα του Στρατηγού Γρίβα – Διγενή ), για να επιτεθούν σε ασκέρι Τούρκων, που κατέφθασε από Τουρκία….Ήταν όλοι έτοιμοι να θυσιαστούν, για την σκλαβωμένη τους πατρίδα Κύπρο…. και περίμενα ενισχύσεις και πολεμοφόδια από την Λευκωσία για να επιτεθούν….Δυστυχώς οι ενισχύσεις δεν έφτασαν ποτέ….Οι Τούρκοι μετά από προδοσία, ανέκοψαν τους εθελοντές, που πήγαιναν να βοηθήσουν τον επαναστάτη Ιωαννίκιο και τους άνδρες του…Ήταν υπέρτεροι οι Τούρκοι….και αφού κατέσφαξαν τους λιγοστούς επαναστάτες προχώρησαν προς το στρατόπεδο του Ιωαννίκιου …Ήταν χιλιάδες Τούρκοι…..και οι επαναστάτες μια … νηπιακή φούχτα…..Μετά από άνιση μάχη και ηρωϊκή αντίσταση, σχεδόν όλοι έπεσαν μαχόμενοι…. Ο Ιωαννίκιοςβαριά λαβωμένος συλλαμβάνεται…. Βασανίζεται βάναυσα…., ακρωτηριάζεται αλλά δεν προσκυνά ….Παλλουκωμένος με ένα σταυρό στο χέρι αφήνει την τελευταία του πνοή ψέλνοντας…Το ιερό του αίμα σμίγει με τα αχνίζοντα αίματα των ηρωικών του συντρόφων και ποτίζουν το ιερό δέντρο της Ελευθερίας και τα άγια χώματα της Ουρανία Καρπασίας…Η τελευταία του φράση…ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ή ΘΑΝΑΤΟΣ….. ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ…..
Ενδεικτικά πληροφοριακά αποσπάσματα.
Τη χρονιά 1833 σημάδεψαν τρεις εξεγέρσεις: αυτή του Νικόλαου Θησέα στη Λάρνακα, του καλόγερου Ιωαννίκιου στην Καρπασία και του Γκιαούρ Ιμάμ στην Πάφο. Αρχική αφορμή ήταν η επιβολή ενός έκτακτου φόρου, ο οποίος θεωρήθηκε δυσβάσταχτος τόσο από τον μουσουλμανικό, όσο και τον χριστιανικό αγροτικό πληθυσμό.
……..Η δεύτερη εξέγερση πραγματοποιήθηκε τον Ιούνιο του 1833. Ο καλόγερος Ιωαννίκιος, ξεκινώντας με καράβι από τη Λάρνακα, αποβιβάστηκε στο Μπογάζι, προχώρησε στο χωριό καταγωγής του (τον Άγιο Ηλία) και άρχισε να ξεσηκώνει τους χωρικούς εναντίον της οθωμανικής διοίκησης. Εγκατέστησε το αρχηγείο της εξέγερσής του στο Τρίκωμο.
Στην Εθνική Βιβλιοθήκη υπάρχει ο κατάλογος των αγωνιστών, όπου φαίνονται τα ονόματα 580 Κυπρίων που πολέμησαν στην Ελλάδα μεταξύ 1821 και 1829. Μερικοί από αυτούς ήταν: ο Αντώνιος Ιακώβου Λοΐζου από τη Λάρνακα (παππούς του Χριστόδουλου Σώζου), o Κυπριανός Γεωργιάδης από τη Λευκωσία, ο Χαράλαμπος Γεωργίου Φράγκος από την Καλαβασό, ο Φραγκίσκος Αντωνίου από την Αθηένου, ο Φυλακτής Ιωάννου και ο Λοΐζος Παπαχρήστου από τη Μαραθάσσα, ο Χρίστος Παπανικολάου Λειβαδιώτης από το Κοιλάνι, ο Θεοχάρης Τρίψιμος από τη Λάρνακα, ο Κυριάκος Χρίστου από τη Βαβατσινιά, ο Μάρκος Ιερώνυμος από το Όμοδος, ο Σολομών Μάρκου, ο Γεώργιος Δ. Οικονομίδης, ο Αντώνιος Χατζηχρίστου, ο Γιάγκος Φραγκούδη, ο Γιάννης Πασαπόρτης από την Κοίλη Πάφου, ο ΧατζηχριστόδουλοςΜακρής από την Τσάδα Πάφου, ο Γιωργάκης Πετρακίδης από την Κυθραία, ο Χριστοφής Αυξέντης από τα Πέρα Ορεινής, ο Κωσταντίνος Κυπριώτης Ψαριανός και ο μοναχός Ιωαννίκιος από το Τρίκωμο.
ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΙΚΕΣ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΚΑΙ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ.
Η πρώτη σοβαρή σύγκρουσή του με τις τουρκικές αρχές, αναφέρεται ότι συνέβη ύστερα από καταγγελία κάποιας συγχωριανής του, ονόματι Παπαγιάνναινας (κατ’ άλλη εκδοχή την καταγγελία την είχε κάμει μια Τούρκισσα), προς τον καδή της Κώμης Κεπίρ, ότι τα πρόβατα του Ιωαννικίου έβοσκαν στα κτήματά της και προκαλούσαν ζημιές. Απεστάλη τότε Τούρκος ζαπτιές για να τον συλλάβει. Ο ζαπτιές, όπως ήταν συνηθισμένος κι όπως τακτικά έκανε, άρχισε να κτυπά τον Ιωαννίκιο. Ο τελευταίος, περήφανος όπως ήταν, και με τις εμπειρίες του ίσως από τη συμμετοχή του στην ελληνική επανάσταση, όχι μόνο αντιστάθηκε στα χτυπήματα, αλλά ξυλοφόρτωσε άγρια τον Τούρκο αστυνομικό. Αργότερα έφθασε στο σπίτι του σώμα από 6 (ή 10) αστυνομικούς για να τον συλλάβει, κατόρθωσε όμως να τρέψει όλους σε φυγή, φωνάζοντας τα υποτιθέμενα κρυμμένα παλικάρια του να επιτεθούν εναντίον τους.
Μια δεύτερη περίπτωση, την οποία αναφέρει η τοπική παράδοση, συνέβη όταν ένας σημαντικός Τούρκος πασάς της περιοχής, που διέμενε στην τοποθεσία «Γναφκιάες» κοντά στο χωριό Μοναρκά, θέλησε ν’ απαγορεύσει τη χρησιμοποίηση της καμπάνας στην εκκλησία του χωριού Άγιος Ηλίας. Φαίνεται ότι ο Ιωαννίκιος αρνήθηκε να υπακούσει σε τέτοια εντολή, πράγμα που κατέληξε σε καβγά μεταξύ του και του Τούρκου, τον οποίο και σκότωσε. Μετά την εξέλιξη αυτή, αναγκάστηκε να καταφύγει στα βουνά της Καντάρας. Αναφέρεται επίσης ότι για κάποιο διάστημα κρυβόταν και στην τοποθεσία «Άγιος Μάμας», όχι μακριά από το χωριό του.
Σύντομα ήλθε πάλι σε σύγκρουση με τους Τούρκους, όταν συνάντησε μικρό στρατιωτικό απόσπασμα να μεταφέρει σιδηροδέσμιους δυο Έλληνες από το χωριό Φλαμούδι (ή, κατ’ άλλη εκδοχή, τον ιερέα του ιδίου χωριού). Ο Ιωαννίκιος επετέθη τότε και σκότωσε τους στρατιώτες, απελευθερώνοντας τους αιχμαλώτους. Τα πράγματα γίνονταν πλέον όλο και πιο κρίσιμα στην περιοχή, και τότε φαίνεται ότι ο καλόγερος Ιωαννίκιος συνέλαβε το σχέδιό του για γενικότερη εξέγερση στην Καρπασία.

Αποσπασματικές πληροφορίες: Ο Κύπριος κληρικός ηρωικά ηγήθηκε  εξεγέρσεως κατά των Τούρκων κυριάρχων στην Καρπασία το 1833. Γεννήθηκε περί το 1800 στο χωριό Άγιος Ηλίας Καρπασίας και εκτελέστηκε από τους Τούρκους στη Λευκωσία το 1833. Οι υπάρχουσες μαρτυρίες που μπορούν ν’ αποδειχθούν με ιστορικά στοιχεία, για τον Ιωαννίκιο και τη δράση του, είναι ελλιπείς. Συμπληρώνονται όμως από την τοπική παράδοση.
Η ζωή του:
Το κοσμικό του όνομα ήταν Γιάννης. Πατέρας του ήταν ο Χριστοφής Λαζίμανος και μητέρα του η Μαρία Χατζηπέτρου ή Χατζηπρέττου. Σε νεαρή ηλικία, 12 περίπου χρόνων, έφυγε από το χωριό του κι έγινε δόκιμος στο μοναστήρι της Παναγίας του Μαχαιρά. Η παράδοση αναφέρει ότι είχε καταφύγει στο μοναστήρι αυτό για να αποφύγει πιθανή τιμωρία του από τον Τούρκο ζαπίτη της Κώμης Κεπίρ προς τον οποίο είχε καταγγελθεί ότι άφηνε τους χοίρους που έβοσκε να εισέρχονται σε κήπους.
Στο μοναστήρι του Μαχαιρά έμεινε για πέντε περίπου χρόνια, και στη συνέχεια πήγε στο εξωτερικό. Δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς είχε πάει, και για ποιο σκοπό. Υπάρχει η υπόθεση ότι είχε πάει στην Κωνσταντινούπολη, όπου, μεταξύ άλλων, καλλιέργησε τις μουσικές του γνώσεις γύρω από την βυζαντινή εκκλησιαστική μουσική. Η υπόθεση αυτή ενισχύεται και από την ύπαρξη ενός μουσικού χειρογράφου (στην κατοχή, σήμερα, της Εταιρείας Κυπριακών Σπουδών) το οποίο θεωρείται ότι ανήκε στον Ιωαννίκιο. Το χειρόγραφο φέρει ημερομηνία: 1831, Δεκεμβρίου 22 και την υπογραφή: Ἰωνοῦ (=Ιωαννικίου) ιερέως Σάββας προσκυνητής. Θεωρείται ότι στην Κωνσταντινούπολη (εάν βρισκόταν πράγματι εκεί) παρέμεινε για τέσσερα χρόνια. Το 1821, μετά την έκρηξη της ελληνικής επανάστασης, κατήλθε στην αγωνιζόμενη Ελλάδα όπου και πήρε ενεργό μέρος στον μεγάλο αγώνα.
Μία πηγή (σημειώματα του μικρού μοναστηριού του Αγίου Νικολάου, κοντά στο χωριό Δαυλός) αναφέρει ότι ο Ιωαννίκιος είχε υπηρετήσει για ένα διάστημα και στο μοναστήρι αυτό ως οικονόμος και ότι είχε φύγει από εκεί για την επαναστατημένη Ελλάδα το 1822.
Στην Κύπρο επέστρεψε περί το 1828 και πιθανότατα πήγε πίσω στο μοναστήρι του για λίγο καιρό. Εκεί χειροτονήθηκε σε ιερομόναχο και πήρε το όνομα Ιωαννίκιος (το ίδιο όνομα είχε και ο συγχωριανός του, ηγούμενος του μοναστηριού του Μαχαιρά από το 1766 μέχρι το 1796. Φαίνεται ότι αυτή την εποχή το μοναστήρι είχε αναπτύξει κάποιες σχέσεις με το χωριό Άγιος Ηλίας της Καρπασίας, γι’ αυτό κι ο ΙωαννίκιοςΛαζίμανος είχε καταφύγει σ’ αυτό όταν ήταν παιδί). Λίγο αργότερα, ανέλαβε την επιστασία των κτημάτων του μοναστηριού, στο χωριό Πραστειόν της Μεσαορίας, όπου υπηρέτησε για τρία περίπου χρόνια. Το 1831 επέστρεψε στο χωριό του, τον Άγιο Ηλία της Καρπασίας, όπου υπηρέτησε ως ιερέας, ενώ ταυτόχρονα εργαζόταν και ως βοσκός. Προικισμένος με ηγετικά προσόντα, δεν άργησε ν’ αναδειχθεί σε φυσικό αρχηγό των Ελλήνων του χωριού του και της περιοχής, πράγμα όμως που τον οδήγησε και σε προστριβές και αντιπαράθεση προς τους Τούρκους και τις τουρκικές αρχές. Οι αφηγήσεις των παλαιοτέρων συγχωριανών του, τον περιέγραφαν σαν ψηλό και σωματώδη, ξανθό, όμορφο και δυνατό, πεισματώδη και ανυποχώρητο, αλλά και καλλίφωνο. Η φωνή του ήταν βροντώδης, κι όταν έψελνε στο χωριό του, ακουγόταν, κατά την παράδοση, σε απόσταση δυο και πλέον μιλίων, μέχρι το γειτονικό Πογάζι!
Θάνατος του Ιωαννικίου:
Όπως αναφέρει στην επιστολή του ο αρχιεπίσκοπος Πανάρετος, ο Ιωαννίκιος και οι σύντροφοί του που συνελήφθησαν, μετεφέρθησαν στη Λευκωσία όπου δικάστηκαν, καταδικάστηκαν κι εκτελέστηκαν με παλούκωμα. Αντίθετα, η έκθεση του υποπροξένου της Αγγλίας αναφέρει ότι όλοι οι συλληφθέντες αποκεφαλίστηκαν. Η παράδοση επιβεβαιώνει τα γραφόμενα του αρχιεπισκόπου, ότι ο Ιωαννίκιοςπαλουκώθηκε (πέθανε, δηλαδή, στον πάλλον, με θάνατο ιδιαίτερα οδυνηρό). Αναφέρει η παράδοση ότι οι σύντροφοί του κρεμάστηκαν στα δώδεκα καντούνια της Χώρας, για παραδειγματισμό και εκφοβισμό. Τον Ιωαννίκιο τον ρώτησε ο πασάς τι θα του έκανε αν βρισκόταν ο ένας στη θέση του άλλου, κι εκείνος απάντησε ότι θα τον έβαζε να καθήσει στον πάλλο. Ο πασάς είπε πως το ίδιο σκεφτόταν κι εκείνος για τον επαναστάτη καλόγερο. Η εκτέλεση αυτή ήταν φρικτή: ο καταδικασμένος ετοποθετείτο καθήμενος σε έναν όρθιο πάσσαλο, μυτερό στην πάνω άκρη του και με το βάρος του σώματός του, ή και με πίεση των δημίων, ο πάσσαλος εισχωρούσε στο σώμα κι έβγαινε από τον ώμο του θύματος. Η παράδοση αναφέρει ότι ο Ιωαννίκιος, ενώ βρισκόταν στον πάλλο, είδε ένα συγχωριανό του μεταξύ των θεατών (η εκτέλεσή του ήταν δημόσια) κι απευθύνθηκε προς αυτόν τραγουδώντας:
Να πά να πεις της μάνας μου να κάμει Γιάννον άλλον
γιατί τον Γιάννον που’ καμεν έκατσαν τον στομ’ πάλλον.
Η οικογένεια του Ιωαννικίου:
Ο Ιωαννίκιος είχε νυμφευθεί μια συγχωριανή του που ονομαζόταν Ελένη, κι απέκτησε ένα γιο, τον Αντώνη. Ο γιος του έγινε παπάς στην Κώμη Κεπίρ, όπου νυμφεύθηκε κι απέκτησε οικογένεια, απόγονοι της οποίας ζουν σήμερα, πρόσφυγες εξαιτίας της τουρκικής εισβολής του 1974. Άλλοι απόγονοι της οικογένειας του Ιωαννικίου προέρχονται από τον κλάδο της μικρότερης αδελφής του, της Αννεζούς, και του γιου της Γιαννακού.
Έργα:
Για τον Ιωαννίκιο και την εξέγερσή του έγραψαν μεταξύ άλλων ο Γ.Σ. Φραγκούδης«κατ’ ἀφήγησιν σεβαστοῦ τίνος γέροντος Κυπρίου, αὐτόπτου τῶν συμβεβηκότωντούτων» (Κύπρις, 1890, σσ. 353 – 354), ο Μ. Κούμας (Κυπριώτικα Διηγήματα, 1928), ο Γ. Παπαχαραλάμπους («Ἡ Ἐπανάστασις τοῦ Καλογήρου», Φιλολογική Κύπρος, 1962), το περιοδικό Πάφος (τόμος Δ’, 1939), το περιοδικό Κυπριακά Χρονικά (διάφορα τεύχη) κ.α. Ο Άντρος Παυλίδης έγραψε το 1981 θεατρικό έργο με τίτλο Ιωαννίκιος, βασισμένο στα δραματικά γεγονότα του 1833, που κέρδισε πρώτο βραβείο στον πρώτο θεατρικό διαγωνισμό του ΘΟΚ κι ανεβάστηκε από τον Οργανισμό το 1983, 150 ακριβώς χρόνια μετά την εξέγερση των Καρπασιτών. Το έργο παρουσιάστηκε και από το ραδιόφωνο της ΕΡΤ στην Ελλάδα, το 1984. Εξεδόθηεπίσης σε βιβλίο, ενώ έγινε και τηλεοπτική παραγωγή του από το ΡΙΚ σε δύο μέρη.                                                        Τέλος, αν υπάρχει τέλος ….

Και ένα Λυρικό αφήγημα.
Του Αντώνη Αντώνά                                                                                                                           Πρωί πρωί, που το πουρνόν ξημέρωμα,/ τζιείν΄ την ημέραν, την ασβολερήν, την μαυροκαημένην,/ όταν οι Τούρτζιοι βάρβαροι, που απ΄ τ΄ανάθεμαν,/ ήρτασιν τζιαί σ’ άλωσαν, Κύπρος μας αγαπημένη/ τζιαί κατάσφαζαν γέρημα γυναωνικόπεδα,/ γριές μανάδες, γέροντες πατεράδες τζιαί αδέρφκια,/ τρία ασπροπούλια, καλά πουλιά,/ τρι΄ άσπρα της Κύπρου, ειρήνης περιστέρκα,/ που πισσομαυρισμένα εγίνασιν,/ που τους καπνούς και τα αχνίζοντα αίματα./ Ασβολωμένα ήταν, απού θρηνισμό καρκιάς/ τζι΄ οδύνης, απού την ματοχυσία…./ Τα ΄δασιν ούλλα τα κακά που τ΄άψη,/ της Κύπρου της πομπαρτοκαμένης,/ τζι΄ ακόμη εθωρούσασιν, μαραζωμένα,/ εδερνοπίσκασιν πετώντας γοερά,/ στους θλιμμένους κυπριακούς ουρανούς,/ που βροσιήν μαύρων πικρών δακρύων,/ με οδυρμούς, καταρράκτες ερίχνασιν…/Τζιαί νεκαλιούνταν τα περιστέρκα μας,/ μαζί με τ΄ απροστάτευτα ορφανά,/ τις μάνες τζιαί πατέρες τους χαροκαμένους,/ τους μαυροπικραμένους τζιαί πενθοκτυπημένους./ Γαλάζιοι τζιαί ξάστεροι οι ουρανοί μας ήταν…/, πριν έρτουν, να τους μολύνουσιν,/ που τα πέρατα της βάρβαρης ανατολής,/ ορδές μυριάδες γιουρούκηδες,/ που για γαίμαν Χριστιανικόν αδημονούσαν/ όπως οι πρόγονοι τους Οθωμανοί Σουλτάνοι,/ οι γαιματοβαμμένοι, που τζιαί αυτοίαιμοδιψούσαν…                                        Μαυροπικραμμένα, εσμίασιν τα πυρωμένα γαίματα/ τα πύρρεια τα δάκρυα, πικρά την νήσον,/ εποτίζαν τζιαί μ΄ορμήεχύνουνταν./ στην θάλασσα της Τζιερύνειας,/ Ερυθρά η θάλασσα βάφτηκε, Νεκρά θάλασσα εγίνει,/ μαύρη τζιαί η γη η δακρυοποτισμένη γέρημη τζιαί στείρα πια./ Αλοίτζιαί τρισαλοίμονο ..οϊμέ…!/ στα τρία μοιραία άσπρα περιστέρκα,/ τα έρημα, που λαβωμένα επετούσαν,/ που πάνωθκιον, της αστραποκτυπημένης,/ στο βαρύν σκότος πισσούρι τυλιγμένης,/ θαλασσοφίλητης πανώρκας νήσου/. Ας όψονται τζι΄ ας ξέρουσιν,/ οι Τούρτζιοι βαρβάροι, ότι ακόμα τζιαί μετά,/ που μια νύχτα πισσοσκότεινη ο ήλιος/, ο φωτοστεφανώμενος,/ το πουρνόν τζιαί πάλαι, θ΄ ανατείλει,/ απ τα φωτόλαμπρα, της Κυπρου τα’ ‘πουράνια,/ με το κοντάρι του, το λαμπερόν, φωθκιάν τζι όλεθρον/, εις τους οχτρούς αλύπητα θα σπείρει/ τζιαι Ανάσταση τζιαι Λευτερκά, εννά φέρει….                                                                                       ΄Ενεπρόλαβαν το μήνυμα στην μάνα μας να πάνε,/τα τρία της Κύπρου, περιστέρκα../
Απεγνωσμένα μάχουνται,/ στης Κύπρου της ματοτζιηλισμένης/, στην αχάπαρη την μάνα για να πάσιν,/ να ικετεύσουν, ύστατη στιγμή,/ βοήθεια μητρική να κελεύσουν/. Εν είχαν απ΄αλλού βοήθεια,/ τα άμοιρα να εκλιπαρήσουν,/ για την έρμην κόρη, που αργοπέθαινε./ Εθέλασιν μόνο στην μάνα της,/ τα μαύρα μαντάτα να της λαλήσουν,/ για την βαρβαροκτυπημένη θυγατρί,/ απού τα σιέρκα τα ΄γκληματικά κατασφαγμένης,/ αυτόνων των βάρβαρων, τ΄ Αττίλα απογόνων./ Εν πρόλαβε το μαυροπικραμμένο μαντάτο/, το ΄να άσπρο περιστέρι για να πάει/, μες΄ τους καπνούςεχάθην./ Απού ψηλά την Κύπρο εθώρεντην,/ που εκαύκετου…, εν άντεξε, εποστάθηκεν,/η θλίψη το παράλυσε, τζιαί χάμου ππέφτει,/ οϊμένανε..στ’ ΑπόστολουΒαρναβα σκλαβωμένο μοναστήρι!/ Το άλλο στου Τζιύκκου το ψηλό βουνί,/ της Παναγιάς Τζιυκκώτισσας, στο άγιο το θρονί της,/ ψυχομασιεί τζιαί σέρνεται το πισσομαυρισμένο/το τρίτο απ τον ουρανό, την Κύπρο/ που τους καπνούς, θολά εθώρεντην / τζι΄ απ την πύρινη θωρκά του, αστραπόβροντα γενιούνται./ τζιαι επιθανάτιο Ύστατο ανακάλημα, μες την ανεμοζάλη του την μαυρογέρημη/, σαν Διγενή Ακρίτα μεταμόρφωση,/ στα θεία ουράνια με βροντερήν ανθρώπινην λαλιά/, ανακράζει το πικροποτισμένο/ τζιαί αναπέμπει ικεσία έσχατη,/ που σαν ιερή ψαλμουδκιά απόκοσμη,/ απαντοχή στα πέρατα ακούστην,/ « Την Κύπρο σώστε, Ω! Θεέ, Χριστέ μας,/ τζιαί συ Τζιυκκώτισσα Παναγιά μας/
Εσύ της Κύπρου η μάνα Παναγιά, που απ΄την Κύπρο,/ όταν πέρασε,ς τον Άη Λάζαρο να δείς,/ πάνου στου Τζιύκκου τα βουνά μαζί,/ τ΄ ανεβήκατε για να βλογήσετε,/ πιστούς Χριστιανού Κυπραίους,/ τα πεύκα ούλλα λύγισαν τζιαί υποκλιθήκαν./ Έλα πίσω Παναγιά μας, συγχώρεση να δώσεις,/ για τις αμαρτίες μας τζιαί τούτην μόνον την φοράν,/ τους βάρβαρους θε να λυγίσεις τζιαί γονατίσεις,/ στα τιμημένα χώματα της Κύπρου, να θεοκαρβουνιάσουν,/Αυτοί οι βάρβαροι που αμάχους κατάκαψαν,/ εκκλησιές λεηλάτησασιν, ιερά και όσια καταπατήσασιν…/                                                                                                                              Τζιαί επί τέλους οι Κυπραίοι τζιαί ούλλoς,/ ο Ελληνισμός αυτός ο μαρτυρικός λαός να πνάσουσιν…,/απ αύτηνν του κόσμου την μαυροσκότεινη/ μαυρογέρημη τραγωδία να ησυχάσουσιν…. , ειρήνη/ τζιαί αναπαμό νάχουν, διότι δεν έχουν ποτέ λυγίσει/ τζιαι αν τα ματωμένα τους γόνατα τους,/ καμιά φορά ακούμπαγαν το χώμα/ ήταν γιατί μόνο στους νεκρούς τους ήρωες,/ γονάτιζαν τζιαι για προσευχή…..                                                                                                                  ……Τζιαί άφησε τον τελευταίο στεναγμό,/ το τρίτο ματοβαμμένο περιστέρι….,/ στο καμπαναριό τ΄ Αποστόλου Ανδρέα,/ στ΄Άγιουπόδουλο μοναστήρι της Ουρανίας Καρπασίας…./ποτίζοντας τζιαι τούτο, το πικροχολωμένο/ το δακρύβρεχτο με το αίμα του το Άγιο Αθάνατο Δέντρο της Ελευθερίας…./.και προσδοκώμενης Ανάστασης της πικροβασανισμένης Κύπρου…,/ το μοναχικό χρυσοπράσινο φύλλο που κλυδωνίζετε,/ στη φουρτουνιασμένη θάλασσα της Μεσογείου……

                         Z                                                              Συμβολικός ερασιτεχνικός πίνακας του συγγραφέα.

Αντώνης Αντωνάς, από κατεχόμενη Αγία Μεσαορία, γη Αγίων και Ηρώων, που θρήνησε ιερά και όσια μας, στενούς συγγενείς και φίλους, τις πατρογονικές του εστίες και τον εθνομάρτυρα αδελφό του, όπως όλοι οι Έλληνες της Κύπρου.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ