Η υπόθεση Λαζαρίδη μου έφερε στο μυαλό μια συνάντηση με έναν πρώην Γενικό Διευθυντή Υπουργείου
Όπως μου αφηγήθηκε, όταν του ανέφερα δύο υπουργούς των κυβερνήσεων 2004-2009, ”Αυτοί δεν με βοήθησαν. Χάρις στον Επίτιμο έγινα Γ.Δ. Όταν, μετά, πήγα να τον ευχαριστήσω και τον ρώτησα αν μπορώ να κάνω κάτι μου απάντησε”: Όχι αλλά αν σε χρειαστεί ο Κυριάκος στο μέλλον να βοηθήσεις”!”. Να επισημάνω ότι δεν είπε ”Αν σε χρειαστεί η Ντόρα” αλλά ”Αν σε χρειαστεί ο Κυριάκος”! Όταν το ανέφερα στους πρώην Υπουργούς μου επιβεβαίωσαν τα γεγονότα.
Όχι ότι είχα την παραμικρή αμφιβολία. Είχα, κατά την περίοδο 2004-2009, ακούσει κατ’ επανάληψη για τις παρεμβάσεις του Επίτιμου σε Υπουργούς, Γενικούς και Ειδικούς Γραμματείς κ.λπ. υπέρ προσώπων που, όπως αποδείχθηκε στην πορεία, σταδιακά και συστηματικά δομούσαν ένα ”δίκτυο” όχι μόνο στην Δημόσια Διοίκηση και στους Οργανισμούς του Ευρύτερου Δημοσίου αλλά και στην Τοπική Αυτοδιοίκηση. Γενικοί Διευθυντές, Πρόεδροι και Διευθύνοντες Σύμβουλοι κρατικών επιχειρήσεων, Δήμαρχοι και Δημοτικοί Σύμβουλοι, Ειδικοί Συνεργάτες Υπουργών(στην ουσία συνεργάτες άλλων) διαμόρφωναν σιγά -σιγά και ανεπαισθήτως ένα πλέγμα-δίκτυο εξουσίας. Στοχευμένο κυρίως στο περιπόθητο ”κάστρο” της Β’ Αθηνών.
”ΓΙΑΤΙ ΤΟ ΕΚΑΝΕ η Μαριέττα που έχαιρε γενικότερης εκτιμήσεως του πολιτικού κόσμου για την ακεραιότητά της;” αναρωτιέται καθημερινή εφημερίδα στο κύριο άρθρο της. Απαντάει η ίδια: ”Το πλέον πιθανό είναι ότι δεν ασχολήθηκε καθόλου με την υπόθεση. Οι παρατρεχάμενοι, μάλλον, τη διεκπεραίωσαν και αυτή μόνο υπέγραψε”. Γνωρίζοντας κάποιους από τους ”παρατρεχάμενους” της αείμνηστης Μαριέττας δεν μου παραμένει η παραμικρή αμφιβολία για την ορθότητα της εκτίμησης του αρθρογράφου. Είναι, μάλιστα, πάρα πολύ πιθανόν οι συγκεκριμένοι ”παρατρεχάμενοι” να ήταν ήδη δομικά στοιχεία του προαναφερθέντος ”δικτύου”.
Η αδυναμία, άλλωστε, του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη στα ρουσφέτια δεν ήταν απλώς πασίγνωστη αλλά και ομολογημένη
Ο ίδιος, με αξιομνημόνευτο καμάρι, δηλώνει: ”…Κάναμε ρουσφέτια[…]. Εγώ, ας πούμε, το 1951, έκανα τα περισσότερα ρουσφέτια, διότι εκείνη την εποχή εγώ έγραφα τους νόμους, ο ίδιος[…] Και φυσικά διόριζα. Διόριζα όσους ήθελα. Είχα άνεση να διορίσω. Ακόμη και επί κυβερνήσεως Ενώσεως Κέντρου κάναμε διορισμούς[…]. Όπως είναι παρεξηγημένη έννοια και το ρουσφέτι.[…] Με την έννοια της ισότητας είναι απαράδεκτο, δεν υπάρχει αμφιβολία. Αλλά από κοινωνικής πλευράς, ε, δεν κάνεις και τόσο φοβερό κακό επειδή βοηθάς μία οικογένεια που έχει πολύ μεγάλη ανάγκη να βρει κάποιος άνθρωπος δουλειά”. Πάλι καλά που παραδέχεται ότι ”Με την έννοια της ισότητας είναι απαράδεκτο”! Αλλά τι αξία έχει η ισότητα των πολιτών, η αξιοκρατία και το δίκαιο μπροστά στις ανάγκες των ”κουμπάρων” και την ένταξή τους στο ”δίκτυο”.
Τα ”δίκτυα” είναι το ”σταθερό αποκούμπι” της εξουσίας. Εμπρός στην αναγκαιότητα της δημιουργίας τους υποχωρούν οι αξίες του δικαίου, της κοινωνικής δικαιοσύνης και της ισότητας. Όπως αφηγείται ο ίδιος ”Όταν κατέβηκα αρχηγός του μικρού Κόμματος Νεοφιλελευθέρων μού έλεγαν όλοι “Και τι θα κάνεις μετά;”. Εγώ τους είπα: “Η δική σας δουλειά είναι να με στείλετε στη Βουλή, τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνω εγώ, είναι δική μου δουλειά”. Αυτό είπα μάλιστα στην τελική μου ομιλία. Στείλτε με στη Βουλή και από εκεί και πέρα τα υπόλοιπα είναι δικά μου. Εκείνο το οποίο με κράτησε ήταν ο πιστός πυρήνας, ο σίγουρος πυρήνας των ψηφοφόρων μου, οι οποίοι δεν με εγκατέλειψαν ποτέ. Ο πολιτικός πρέπει να έχει και ένα σταθερό αποκούμπι κάπου. Κι εγώ αυτό το είχα”. Παρά το γεγονός ότι ο ”πιστός πυρήνας” των ψηφοφόρων των Χανίων έκανε τη ”δική του δουλειά” δεν ήταν επαρκής το 1974. Δεν είχε προλάβει, μέχρι το 1967, να στήσει ένα επαρκές ”δίκτυο” σε όλη τη χώρα και ιδιαίτερα στο κέντρο εξουσίας, την Αττική.
Ό,τι δεν πρόλαβε να υλοποιήσει μέχρι το 1967 το πραγματοποίησε μεθοδικά και με υπομονή μετά την ”επιβίβασή” του στην ”Κιβωτό” της Ν.Δ.. Δεν έχασε ούτε στιγμή, κατορθώνοντας να αναρριχηθεί στην ηγεσία της Ν.Δ. το 1984 και να γίνει Πρωθυπουργός το 1990 προωθώντας ταυτοχρόνως, δίχως δισταγμό, το σχέδιό του για ”οικειοποίηση” του κόμματος. Δεν κατόρθωσε μέχρι το 1993, το διάστημα δηλαδή που ήταν Πρωθυπουργός, να ολοκληρώσει τα πλάνα του. Όχι γιατί τον υπονόμευσαν οι ”Καραμανλικοί”, όπως σκοπίμως και ψευδώς ισχυρίζεται στα απομνημονεύματά του(”Ο Κ.Μ. με τα δικά του λόγια”, Α. Παπαχελάς 2019), αλλά γιατί δεν κατόρθωσε να θέσει οριστικά εκτός μάχης τον βασικό του αντίπαλο Ανδρέα Παπανδρέου. Επίσης γιατί οι εκδότες, σύμμαχοι του αρχικά σε αυτήν την προσπάθεια, τον εγκατέλειψαν -αφού τους βοήθησε να ξεφορτωθούν τον Κοσκωτά και επιπλέον τους χάρισε και την ”Ελεύθερη”(;;;) Τηλεόραση- ενώ και ο Κόκκαλης, -παρά τα ”ρουσφέτια” στην Intracom και στην Intralot– ”σάλπαρε για άλλο λιμάνι”!
Μετά το 1993, την ανάληψη της ηγεσίας από τον Έβερτ αρχικά και στην συνέχεια από τον Κώστα Καραμανλή(1997) επιδόθηκε συστηματικά στην εξυπηρέτηση του βασικού και σταθερού του στόχου, την ”οικειοποίηση” του κόμματος και την μετατροπή του σε ”οικογενειακό μαγαζί”. Το σχέδιο αυτό απαιτούσε δράσεις σε δύο πεδία. Το πρώτο από αυτά ήταν η σταθερή, αλλά συνεπής, πολιτική υπονόμευση των ηγεσιών ενώ το δεύτερο ήταν η προώθηση δικών του ανθρώπων σε όλα τα επίπεδα του κράτους, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και του κόμματος. Η εκλογική ήττα το 1996 οδήγησε στην απώλεια της ηγεσίας από τον Έβερτ. Μια οδυνηρή εκλογική ήττα του Κώστα Καραμανλή θα ωθούσε και αυτόν στο περιθώριο ανοίγοντας τον δρόμο για την Ντόρα. Προς αυτήν την κατεύθυνση οδηγούσε και η ”ανταρσία” των 7 βουλευτών το 1998. Η ακαριαία αντίδραση του Καραμανλή ο οποίος διέγραψε τους 6 ενώ ο επίτιμος ”ετέθη ατύπως αλλά ουσιαστικώς στο περιθώριο”(Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 4/2/1998) έκανε τις πολιτικές υπονόμευσης λιγότερο επιθετικές και πιο διακριτικές. Ωστόσο αυτό που στην ουσία ακύρωσε τα σχέδιά του, για ανατροπή του Καραμανλή, ήταν το εκλογικό αποτέλεσμα του 2000(Ν.Δ. 42,74%) και ο εκλογικός θρίαμβος του 2004(Ν.Δ. 45,36%).
Αφού ο στόχος της υπονόμευσης είχε ακυρωθεί, ουσιαστικά από το εκλογικό αποτέλεσμα του 2000, απέμενε η ένταση της δράσης στο δεύτερο πεδίο. Αυτό της διεύρυνσης και της ισχυροποίησης του ελεγχόμενου από την οικογένεια ”δικτύου”. Ο κορυφαίος στόχος αυτού του σχεδίου ήταν η άλωση της Β’ Αθηνών και πάνω από όλα η αποδοχή από τον Καραμανλή της υποψηφιότητας του Κυριάκου σε αυτήν. Αν ο Καραμανλής αντιλαμβανόταν τους μακροχρόνιους σχεδιασμούς ήταν ιδιαίτερα πιθανόν να ”εξόριζε” τον Κυριάκο στην Κρήτη. Κανένας δεν θα μπορούσε να αντιδράσει το 2004 αν αντί για την Β’ Αθηνών ο σημερινός Πρωθυπουργός ήταν υποψήφιος στο πατρογονικό προπύργιο, τα Χανιά. Ίσως, μάλιστα, ένας από τους λόγους που οδήγησαν την Ντόρα να απέχει, μέσω της Δημαρχίας, από τις εκλογές του 2004 να ήταν και αυτός. Να μην κινδυνεύσει η υποψηφιότητα Κυριάκου στην εκλογική περιφέρεια της Β’ Αθηνών.
Η ”τακτοποίηση” του Κυριάκου στην Β’ Αθηνών άνοιξε διάπλατη τη λεωφόρο για την διεύρυνση και γιγάντωση του ”δικτύου”.
Τα ρουσφέτια που μεθοδικά ζητούσαν εξυπηρετούσαν αυτόν απολύτως τον στόχο. Δεν ήταν πλέον ”αθώα” ρουσφέτια ικανοποίησης ενός απλού ψηφοφόρου, αφού το ζητούμενο δεν ήταν πλέον η βουλευτική εκλογή, αλλά ρουσφέτια στην υπηρεσία της πολιτικής διαπλοκής και της υλοποίησης του ”δικτύου” οικειοποίησης της κομματικής, κατ’ αρχήν και της κρατικής στην συνέχεια, εξουσίας. Η προώθηση Υποψήφιων βουλευτών και βουλευτών, Υπουργών και Υφυπουργών, Γενικών και Ειδικών Γραμματέων, Δημάρχων και Δημοτικών Σύμβουλων, Προέδρων και Διευθυνόντων Συμβούλων οργανισμών, Γενικών Διευθυντών Υπουργείων και σημαντικών επιχειρήσεων και οργανισμών του Δημοσίου στελεχών ενταγμένων στο ”δίκτυο”, υπήρξε η συστηματική και στοχευμένη στρατηγική το διάστημα 2004-2007. Σύμφωνα, μάλιστα, με το περιστατικό στο οποίο αναφέρθηκα αρχικά, στόχος του επίτιμου ήταν η προώθηση στην ηγεσία και την εξουσία του Κυριάκου και όχι της Ντόρας.
Για τους ”παροικούντες την Ιερουσαλήμ”, που διαθέτουν μνήμη και κρίση και που γνωρίζουν πρόσωπα και καταστάσεις, όσα εκτέθηκαν προηγουμένως είναι προφανή. Ακόμα και στο σημερινό ”ανθολόγιο” του Υπουργικού Συμβουλίου, αν εξαιρεθούν οι ”νεοφώτιστοι μέτοικοι” από το ΠΑΣΟΚ και το ΛΑΟΣ, αν εξαιρεθούν οι ”καινοφανείς αστέρες” με προέλευση από άγνωστους ”πολιτικούς Γαλαξίες”, αυτό που απομένει είναι το ισχυρό αποτύπωμα του ”δικτύου” ιδιαίτερα στα οικονομικά Υπουργεία. Αλλά εκεί που πραγματικά δεν χωράει όχι τρίτος αλλά ούτε δεύτερος είναι η στελέχωση της Εκτελεστικής Εξουσίας από τις θέσεις των Γενικών Γραμματέων και κάτω καθώς και η στελέχωση των διοικήσεων των οργανισμών Δημόσιου και Ιδιωτικού Δικαίου που ελέγχονται από το κράτος και την κυβέρνηση, ιδιαίτερα μάλιστα εκείνων που διαχειρίζονται Ευρωπαϊκά Προγράμματα. Εκεί το ”δίκτυο” είναι κυρίαρχο. Εκεί το ”Επιτελικό Κράτος” βρίσκει την ουσία του και την ολοκλήρωσή του.
Αντώνης Αντωνάκος
20-04-2026
