Οταν η «Διακήρυξη των Αθηνών» έδειχνε το δρόμο.
Ένα από τα χαρακτηριστικά, διόλου κολακευτικά βέβαια, της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι και το ότι συνήθως οι ηγεσίες της βλέπουν σχετικά γρήγορα τα προβλήματα που απειλούν την ολοκλήρωση και την συνοχή της, αλλά δεν κάνουν τίποτα για να αντιμετωπίσουν και ιδίως για να αποτρέψουν τον κατήφορο και την παρακμή. Και κάπως έτσι η Ευρώπη εμφανίζεται περισσότερο ως «πατρίδα» του Επιμηθέα και πολύ λιγότερο -αν όχι καθόλου- του Προμηθέα.
Απο το dnews.gr
Του λόγου το ασφαλές αποδεικνύει και το κείμενο που ακολουθεί. Είναι η περίφημη «Διακήρυξη των Αθηνών» την οποία συνυπέγραψαν ομοφώνως στην Αθήνα, στις 11 Οκτωβρίου 2019, οι δεκατρείς μη εκτελεστικοί Πρόεδροι της Δημοκρατίας των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Διακήρυξη αυτή είχε συνταχθεί με πρωτοβουλία του τότε Προέδρου της Δημοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλου και του Γερμανού Προέδρου της Δημοκρατίας Φρανκ Βάλτερ Σταϊνμαγερ. Επρόκειτο για μια ιστορική, κυριολεκτικώς -δεν είχε άλλωστε προηγούμενο για την Χώρα μας- διήμερη συνάντηση Ευρωπαίων Ηγετών στην Αθήνα και συγκεκριμένα στο Ζάππειο, η οποία πραγματοποιήθηκε λίγο μετά τις ευρωεκλογές του Μαίου του 2019.
Στη «Διακήρυξη των Αθηνών» περιγράφονται με σαφήνεια οι κίνδυνοι που απειλούν την Ευρωπαϊκή Ένωση και υπονομεύουν τόσο την τελική ενοποίηση και ολοκλήρωσή της όσο και την δυνατότητά της να διαδραματίσει τον πλανητικό ρόλο που της αναλογεί, κατά την ιστορία της, για τη διασφάλιση κυρίως της Ειρήνης, της Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης. Τα έβλεπαν λοιπόν από τότε οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας. Αλλά οι ηγέτες των Χωρών τους, και κατά κύριο λόγο οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με πρώτους τους εκάστοτε επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, δεν έκαναν απολύτως τίποτα. Προς απόδειξη αυτών παραθέτουμε αυτούσιο το κείμενο της «Διακήρυξης των Αθηνών»:
«Από την Αθήνα, κοιτίδα και λίκνο της Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας και του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, εμείς, οι Πρόεδροι της Δημοκρατίας της Βουλγαρίας, της Γερμανίας, της Ελλάδας, της Εσθονίας, της Ιρλανδίας, της Ιταλίας, της Κροατίας, της Λεττονίας, της Μάλτας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας, της Πορτογαλίας και της Σλοβενίας, κατά την καθιερωμένη πλέον ετήσια συνάντησή μας, επαναλαμβάνουμε και επικαιροποιούμε την «έκκληση για την Ευρώπη», την οποία απευθύναμε στις 9 Μαίου 2019, ενόψει τότε των Ευρωεκλογών του Μαίου 2019.
Τα αποτελέσματα των πρόσφατων Ευρωεκλογών στέλνουν αισιόδοξο μήνυμα για το μέλλον της Ευρώπης, καθώς εκφράζουν σαφές φιλοευρωπαϊκό πνεύμα, με βάση τις θεμελιώδεις αξίες και αρχές της Ένωσης, δεδομένου ότι οι Ευρωπαίοι Πολίτες, σε μεγάλο βαθμό, αποφάσισαν να εμπιστευθούν δυνάμεις που στηρίζουν το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα. Έχουμε, όμως χρέος, να συνεχίσουμε και να εντείνουμε την συλλογική μας προσπάθεια για την υπεράσπιση της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης και της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, βασιζόμενοι στις κοινές μας αξίες και με οδηγό τις ακόλουθες διαπιστώσεις:
Η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση συμβάλλει στην ευόδωση μιας ελπίδας αιώνων για ειρήνη στην Ευρώπη, μετά την βαρβαρότητα των δύο Παγκόσμιων Πολέμων, η οποία είχε ως πηγή την σύγκρουση ιμπεριαλιστικών φιλοδοξιών και άλλες ακραίες ιδεολογίες. Ακόμη και σήμερα, δεν μπορούμε και δεν πρέπει να θεωρούμε την Ειρήνη, την Ελευθερία και την Ευημερία ως δεδομένα αγαθά. Είναι επιτακτική ανάγκη να συμπράξουμε όλοι, ενεργώς, στην μεγάλη ιδέα μιας ειρηνικής και ενοποιημένης Ευρώπης.
Οι Λαοί της Ευρώπης έχουν ενωθεί, με την δική τους ελεύθερη βούληση, στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία βασίζεται στις αρχές της Ελευθερίας, της Ισότητας, της Αλληλεγγύης, της Δημοκρατίας, της Δικαιοσύνης και της Εμπιστοσύνης, εντός και μεταξύ των Μελών της. Μια Ένωση χωρίς προηγούμενο στην Ιστορία της Ευρώπης.
Για πολλούς ανθρώπους στην Ευρώπη, ιδίως μεταξύ της Νέας Γενιάς, η Ευρωπαϊκή ιθαγένεια έχει καταστεί δεύτερη φύση.
Δεν αποτελεί αντίφαση το ότι μπορεί να αγαπούν το χωριό τους, την πόλη τους, την περιοχή τους ή το Έθνος τους και, ταυτόχρονα, να είναι αφοσιωμένοι Ευρωπαίοι.
Τους τελευταίους μήνες, περισσότερο από ποτέ άλλοτε, η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις. Είναι η πρώτη φορά, από την έναρξη της Ευρωπαϊκής Ολοκλήρωσης, που κάποιοι συζητούν πλέον την ανατροπή ενός ή περισσότερων βημάτων της Ολοκλήρωσης, όπως η ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων ή την κατάργηση κοινών θεσμών. Είναι η πρώτη φορά που ένα Κράτος-Μέλος εκφράζει την πρόθεσή του να αποχωρήσει από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παράλληλα, άλλες φωνές ζητούν μεγαλύτερη ενδυνάμωση της ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωζώνης ή ζητούν μια Ευρώπη πολλών ταχυτήτων.
Οι απόψεις για τα θέματα αυτά μπορεί να διαφέρουν μεταξύ των Πολιτών και των Κυβερνήσεων των Κρατών-Μελών, καθώς και μεταξύ ημών, των Αρχηγών των Κρατών-Μελών. Ωστόσο, όλοι συμφωνούμε ότι η Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση και ενότητα είναι αναγκαία και ότι θέλουμε να προωθήσουμε την Ευρώπη ως Ένωση. Μόνο μια ισχυρή Κοινότητα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις παγκόσμιες προκλήσεις της εποχής μας μέσω της συνεργασίας. Οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής, της τρομοκρατίας, της οικονομικής παγκοσμιοποίησης και της μετανάστευσης δεν σταματούν σε εθνικά σύνορα, όπως άλλωστε και τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισής τους. Θα καταφέρουμε να αντιμετωπίσουμε τις προκλήσεις αυτές με επιτυχία, και να συνεχίσουμε στον δρόμο προς την οικονομική και κοινωνική ενσωμάτωση και ανάπτυξη, μόνον εάν εργασθούμε μαζί ως ισότιμοι Εταίροι σε θεσμικό επίπεδο.
Χρειαζόμαστε, λοιπόν, μια ισχυρή Ευρωπαϊκή Ένωση χωρίς αποκλεισμούς, μια Ένωση που έχει κοινούς θεσμούς, μια Ένωση που συνεχώς αξιολογεί το έργο της με κριτικό πνεύμα και έχει την ικανότητα να μεταρρυθμίσει την οντότητά της, μια Ένωση που στηρίζεται στους Πολίτες της και στα Κράτη-Μέλη της, ως ζωτικής σημασίας βάση.
Αυτή η Ευρώπη έχει ανάγκη από μια δυναμική πολιτική συζήτηση για την καλύτερη πορεία προς το μέλλον, με αφετηρία την Διακήρυξη της Ρώμης, της 25ης Μαρτίου 2017. Η Ευρώπη είναι σε θέση ν’ αντέξει ένα πολύ ευρύ φάσμα διαφορετικών απόψεων και καινοτόμων ιδεών. H επιστροφή σε μια Ευρώπη, στην οποία οι Χώρες δεν είναι πλέον ισότιμοι Εταίροι αλλά αντίπαλοι, πρέπει ν’ αποσοβηθεί, καθώς θα οδηγούσε σε αναβίωση των στενών ανταγωνιστικών συμφερόντων, μια αναβίωση επιζήμια για την οικοδόμηση ενός κοινού και βιώσιμου μέλλοντος, σ’ έναν Πλανήτη που βρίσκεται σε εύθραυστη ισορροπία. Στον εμπλουτισμό, την εμβάθυνση και την διεύρυνση αυτής της συζήτησης αφιερώνουμε την φετινή μας συνάντηση στην Αθήνα».
