Αν η Κατεχόμενη Κύπρος προσαρτηθεί στη Τουρκία, τότε Ελλάδα και (ελεύθερη) Κύπρος ίσως ήρθε η ώρα να ξανασκεφτούν το ζήτημα και της δικής τους Ένωσης

ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΤΕ ΜΑΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

Βασίλης Δημ. Χασιώτης

Ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Νίκος Χριστοδουλίδης, δήλωσε χτες ότι υπάρχει κίνδυνος, μέχρι το 2023 η Τουρκία να προσαρτήσει το κατεχόμενο βόρειο τμήμα της Νήσου, αν μέχρι τότε δεν βρεθεί λύση στο Κυπριακό Ζήτημα.

Οι ανησυχίες αυτές, ασφαλώς κάθε άλλο παρά αβάσιμες είναι. Προσωπικά δε, σε ό,τι αφορά το ζήτημα μιας λύσης του Κυπριακού, αυτό που είναι σαφές (τουλάχιστον σε μένα αν και νομίζω όχι μόνο σε μένα), είναι πως καμία λύση δεν θα γίνει δεκτή από την Τουρκία, ανεξάρτητα από το ποιο θα είναι το πολιτειακό καθεστώς που θα ισχύσει στα πλαίσια της (οποιαδήποτε) λύσης του Κυπριακού, αν δεν θα εξασφαλίζει πρώτα και κύρια τα ζωτικά συμφέροντα της Τουρκίας στη Κύπρο και ταυτόχρονα δεν θα της προσφέρει ευκαιρίες χειραγώγησης της συνολικής πολιτικής της Νήσου με βραχίονα την Τουρκοκυπριακή συμμετοχή στη κοινή νομή της πολιτικής εξουσίας της Νήσου, πράγμα που εμμέσως αλλά ουσιαστικά, θα μπορεί να έχει και πρόσβαση στα τεκταινόμενα στην ΕΕ σε σχέση με την Τουρκία.

Μια ενδεχόμενη λύση με τέτοιες ενδεχόμενες ουσιαστικές για την Τουρκία προοπτικές, είναι βέβαιο πως θα αποδυναμώσουν και τον ρόλο της Ελληνοκυπριακής πλευράς, αν βρεθεί μόνη της απέναντι σε έναν χειραγωγούμενο από την Άγκυρα κυβερνητικό εταίρο, την τουρκοκυπριακή πλευρά, χωρίς μια ανάλογη ενεργή στήριξη εκ μέρους της Ελλάδας.

Αν πρόκειται να υπάρξει μια εθνικά έντιμη λύση, πάντα με την έγκριση του (ελεύθερου) κυπριακού λαού, αυτή δεν μπορεί να είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από μια Δημοκρατία Δυτικού τύπου, και ένα Κράτος αδιαίρετο, όπως ήταν πριν την τουρκική εισβολή και κατοχή, με επαναφορά των πραγμάτων στην προτεραία τους θέση. Κάθε άλλου τύπος συμβιβασμός εν ονόματι του όποιου πολιτικού ρεαλισμού, πολύ απλά, θα παράγει άλλου τύπου «ρεαλισμούς», πολύ επικίνδυνους και για το Διεθνές Δίκαιο και για την ίδια την (ελεύθερη) Κύπρο, τον «ρεαλισμό» του «ό,τι έγινε, έγινε», και να ξεκινά κανείς να σχεδιάζει «από μηδενική βάση», στην οποία όμως θα έχουν ενσωματωθεί στο «παζάρι» ως νομίμως αξιούμενες εκ μέρους του αδικούντος απαιτήσεις του που ως τέτοιες ακριβώς, όταν διαπράττονταν καταδικάζονταν από την Διεθνή Κοινότητα ως παράνομες!

Αυτό ακριβώς συνέβη με το Σχέδιο Ανάν, κι αυτό ακριβώς συμβαίνει σε κάθε παρόμοια εξέλιξη διεθνούς παρέμβασης, με την Κύπρο να καλείται σε «συμβιβασμούς», στη λογική πάντα, πως ενώ αυτή πρέπει «κάτι» να δώσει, η άλλη πλευρά, ό,τι «δώσει» ούτως ή άλλως θα είναι κάτι που δεν της ανήκε, αλλά το υφάρπαξε από την νόμιμη ενιαία κυπριακή Διοίκηση. Αυτό που επιχειρεί να κάνει η Τουρκία και με την Ελλάδα την οποία καλεί να συζητήσουν πώς η Ελλάδα θα μοιραστεί με την Τουρκία, «δίκαια» και «αμοιβαίως επωφελώς», τον ελληνικό πλούτο και τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.

Όμως, πολύ σημαντικότερο θέμα, στο Κυπριακό Ζήτημα, θα αποτελέσει μια εξέλιξη που θα οδηγήσει στη προσάρτηση των Κατεχομένων στην Τουρκία, ανεξάρτητα από την τυπική μορφή που θα επιλεγεί, αν τελικώς η Τουρκία επιχειρήσει κάτι τέτοιο, π.χ., να γίνει ένα είδος εδαφικής ενσωμάτωσης μέσω «δημοψηφίσματος» σε Τουρκία και στα Κατεχόμενα ή και μόνο στα τελευταία, ή μέσω της ένωσης του τουρκικού Κράτους με το ψευδοκράτος των Κατεχομένων, επιλέγοντας έναν οποιοδήποτε τύπο, π.χ., τον ομοσπονδιακό ή άλλο.

Ακριβώς αυτή η τελευταία εξέλιξη είναι που εδώ θα μας απασχολήσει. Και αυτό που θα υπογραμμίσω, είναι κάτι που ήδη το έχω προτείνει σε παλαιότερα άρθρα μου, ότι δηλαδή, εφόσον η Τουρκία προχωρήσει σε μια -υπό οιονδήποτε τυπικό μανδύα- ουσιαστική ενσωμάτωση των Κατεχομένων στην επικράτειά της, η (ελεύθερη) Κύπρος και η Ελλάδα, πρέπει, οφείλουν, να προχωρήσουν στην άμεση Ένωσή τους.

Δεν χρειάζεται να πούμε ότι σε μια τέτοια εξέλιξη, (δηλαδή της προσάρτησης των Κατεχομένων στην Τουρκία), η εναπομένουσα Ελεύθερη Κύπρος, δεν θα μπορέσει να συνεχίσει ως μια βιώσιμη κρατική οντότητα από την άποψη της εθνικής της ασφαλείας, με τα σύνορα της Τουρκίας να φτάνουν και τυπικά πλέον μέσα στη Λευκωσία. Σε μια τέτοια εξέλιξη, η Τουρκία, σε δεδομένη ευνοϊκή γι’ αυτήν διεθνή συγκυρία, δεν είναι διόλου βέβαιο ότι δεν θα επιχειρήσει να καταλάβει και το υπόλοιπο Νησί.

Μια Ένωση του Ελληνισμού, ελλαδικού και ελληνοκυπριακού, υπό αυτές τις συνθήκες, εφόσον λάβει σάρκα και οστά, θα αποτελέσει όχι μονάχα πολιτικά την πλέον ρεαλιστική απάντηση στον τουρκικό αναθεωρητισμό, μα και θα θωρακίσει το ελληνικό έθνος, ελλαδικό και ελληνοκυπριακό, πολιτικά, διπλωματικά και οικονομικά. Θα αποτελέσει μια τέτοια εξέλιξη εκ μέρους του Ελληνισμού, εφόσον επαναλαμβάνω η Τουρκία επιχειρήσει την ουσιαστική ενσωμάτωση των Κατεχομένων στην επικράτειά της, μια αναβάθμιση και της γεωπολιτικής σημασίας και ισχύος του ενωμένου Ελληνισμού υπό μια κρατική οντότητα, όχι μόνο εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης μα και στον ευρύτερο χώρο της Μέσης Ανατολής.

Μάλιστα αν θα θέλαμε να μιλήσουμε περισσότερο «ρεαλιστικά» από πολιτική άποψη και «επί της ουσίας», νομίζω πως λίγοι θα ήταν εκείνοι που δεν θα αναγνώριζαν την αλήθεια πως ουσιαστικά, τα Κατεχόμενα είναι ατύπως ενσωματωμένα στην Τουρκία. Από το 1974 ίσαμε σήμερα, κοντά μισό αιώνα, ό,τι συνέβη, δεν είναι βήματα προς την αποκατάσταση της προτεραίας κατάστασης των πραγμάτων, μα προς την κατεύθυνση επισημοποίησης και νομιμοποίησης των τετελεσμένων. Και αν πρόκειται έτσι να συνεχίσει η κατάσταση, τότε, σε άλλα 40, 50 χρόνια, η Διεθνής Κοινή Γνώμη, και ίσως και οι Διεθνείς Θεσμοί, θα πάψουν να κατανοούν «επί της ουσίας», γιατί πράγμα συζητάμε : μετά 50 ακόμα χρόνια, με συμπληρωμένο ένα σχεδόν αιώνα Κατοχής, ελάχιστοι διεθνώς, θα κατανοούν για τι πράγμα πλέον θα μιλούν Ελλάδα και Ελληνοκύπριοι όταν θα αναφέρονται στο «Κυπριακό Ζήτημα».
Παρά το γεγονός, πως πολλά μπορούν να λεχθούν σε σχέση με το ζήτημα που εδώ τίθεται, εν τούτοις, επί του παρόντος, θεωρώ ότι μπορούμε να μείνουμε σ’ αυτές τις σκέψεις.

ΔΗΜΟΦΙΛΗ