Ο Λύκός της Σπάρτης

Ο Λύκος της Σπάρτης lowresΈνα εκπληκτικό διήγημα που μας μεταφέρει σε εποχές όπου ο Χριστοφοράκος θα δυσκολευόταν να βρει “πελάτες”…
Ο Αριστόδημος αγκάλιασε το σώμα του  Φύσωνα και το σήκωσε στην πλάτη  του. Πήρε τα όπλα του και κατηφόρισε την πλαγιά μέχρι που έφτασε στην όχθη του ποταμού. Ο θυμός που  τράνταζε το σώμα του δεν είχε καμία  σχέση με τον θυμό που τον ώθησε να διατρέξει όλη την απόσταση από το κρησφύγετό του μέχρι τις παρυφές του δάσους. Όχι, ο θυμός που ένοιωθε προερχόταν από το συναίσθημα της εκδίκησης και τη σκέψη της δικαίωσης.

Με  την άκρη του ματιού του είδε τους Πέρσες φρουρούς της γέφυρας να παρατηρούν εξεταστικά και με απορία τις κινήσεις του, αλλά δεν έδωσε σημασία. Τοποθέτησε το σώμα του νεκρού Έλληνα στον κορμό μιας ιτιάς με τέτοιο τρόπο που να μοιάζει σαν με κάποιον θεατή αγώνων που κάθεται στις κερκίδες. Ίσιωσε το κεφάλι του νεκρού και το φίλησε απαλά στο μέτωπο. Έπειτα, σαν τον αποτρελαμένο Αχιλλέα που έχασε τον καλύτερό του φίλο στη μάχη, αρματώθηκε με τα όπλα του νεκρού και άρχισε να τρέχει προς τη γέφυρα και τους Πέρσες.

«Δες, φίλε μου!» κραύγασε τρέχοντας. «Δες την εκδίκησή σου και δώσε δύναμη στο σώμα μου. Μπες μέσα μου και χτύπα!»

Οι  Πέρσες απέναντί του σήμαναν συναγερμό. Βούκινα και φωνές διέλυσαν τη φυσιολογική ηρεμία της πεδιάδας. Μετά την επιδρομή και το τέχνασμα στη γέφυρα ο Αριάσπης είχε τριπλασιάσει τη φρουρά της και οι άνδρες που επέλεξε να την φυλάσσουν αποτελούνταν από τους γενναιότερους και τους πιο έμπειρους που είχε στις διαταγές του. Έτσι, παρ’ όλο που ο θόρυβος του συναγερμού έφτανε στα αυτιά σαν να προκλήθηκε πανικός, οι κινήσεις των ανδρών δεν φανέρωναν κανέναν φόβο ή υστερία.

Ο Αριστόδημος έτρεξε προς τη γέφυρα με ταχύτητα και σταμάτησε σε απόσταση βολής τόξου. Ασθμαίνοντας μέτρησε  τους Πέρσες με μια ματιά, περίπου  είκοσι άνδρες, έβγαλε ένα βέλος  από τη δερμάτινη φαρέτρα του  Φύσωνα και σημάδεψε. Το πρώτο βέλος  καρφώθηκε στο ξύλινο δάπεδο της γέφυρας, το δεύτερο έριξε έναν από τους Πέρσες νεκρό πάνω στο έδαφος, εκεί όπου βρίσκονταν τα σχοινιά που συγκρατούσαν τις λέμβους.

Πέντε Πέρσες έτρεξαν προς το μέρος του. Στα χέρια τους κρατούσαν ακόντια  και στην πλάτη είχαν περασμένα τα τόξα τους. Ο Αριστόδημος γονάτισε στο έδαφος, τοποθέτησε τη φαρέτρα στο λυγισμένο αριστερό πόδι του και σημάδεψε. Νοερά μέτρησε την απόσταση από τη θέση του μέχρι τη γέφυρα και άρχισε να σκοτώνει τους Πέρσες που του επιτίθονταν ανά τακτά χρονικά διαστήματα, τόσο που τα πτώματα να έχουν μια απόσταση δεκαπέντε με είκοσι βήματα μεταξύ τους. Επίτηδες μάλιστα, έριχνε ανά ένα βέλος άτσαλα, να καρφώνεται στο έδαφος μπροστά στα μάτια των προπορευόμενων, ενώ με το επόμενο χτύπημα σκότωνε τον ουραγό της ομάδας. Έτσι, ο Πέρσης που προηγούταν των υπολοίπων δεν αντιλήφθηκε ότι οι συμπολεμιστές του είχαν σκοτωθεί όλοι, όταν αυτός έπεσε νεκρός στα πέντε βήματα απόσταση από τον Αριστόδημο.

Το  τέχνασμα του Αριστόδημου ήταν απλό: επειδή δεν είχε μαζί του την πανοπλία του, ούτε καν την ασπίδα του, και τα όπλα του Φύσωνα ήταν μοναχά τόξο και σπαθί, σκότωσε τους Πέρσες έτσι ώστε, καθ’ όλη την απόσταση προς τη γέφυρα, να έχει σκορπισμένα όπλα, τα οποία θα χρησιμοποιούσε εναντίον των επιτιθέμενων. Με το που σκότωσε τον τελευταίο αντίπαλο άφησε το τόξο και έτρεξε με βιάση. Σήκωσε τα δυο ακόντια του νεκρού και κατευθύνθηκε στον επόμενο, καθώς τον πλησίαζε αλαλάζοντας ένας Ασιάτης.

Το  ουρλιαχτό του Πέρση μετατράπηκε  σε βογκητό όταν το ακόντιο που  πέταξε ο Αριστόδημος τον βρήκε λίγο πάνω από την κοιλιά. Ο Πέρσης έχασε την ισορροπία του από το χτύπημα και έπεσε ανάσκελα, σαν αναποδογυρισμένη χελώνα. Ο συμπολεμιστής που τον ακολουθούσε, έπεσε στο έδαφος με τη λόγχη του ακοντίου, που έριξε ο Έλληνας, να προεξέχει πίσω από την πλάτη του στο ύψος του στέρνου.

Ο Αριστόδημος σκότωσε άλλους τρεις  πριν φτάσει στη γέφυρα. Με την άκρη του ματιού του είδε έναν γκριζόμαυρο  όγκο να κινείται μπροστά στο στρατόπεδο των Περσών και κατάλαβε ότι δεν  είχε αρκετό χρόνο στη διάθεσή  του πριν τον προφτάσει το ιππικό.

Με  τον αριστερό του ώμο έσπρωξε  έναν Πέρση και τον έριξε στα  νερά του ποταμού, ενώ ταυτόχρονα κάρφωσε το ακόντιο που κρατούσε στον λαιμό ενός άλλου. Δίχως να χρονοτριβήσει  τράβηξε το σπαθί από τη θήκη και  τραυμάτισε αποτελεσματικά τους δυο προπορευόμενους αντιπάλους του, κόβοντας το χέρι του πρώτου από τον καρπό και συνθλίβοντας τον δεξί μηρό του δεύτερου. Πέταξε το σπαθί στο κεφάλι του Πέρση που ακολουθούσε και με απίστευτη ταχύτητα σήκωσε από το δάπεδο της γέφυρας δυο ακόντια.

Απέναντί  του είχαν παραμείνει όρθιοι τέσσερις Πέρσες, που από τις κινήσεις και το έκπληκτο ύφος τους φαινόταν καθαρά ότι οι ψυχές τους ήδη αποδημούσαν φτερουγίζοντας προς το βασίλειο του Άδη. Ένας απ’ αυτούς, κατατρομαγμένος, είχε κατουρήσει την υφασμάτινη σκελέα του και το ακόντιο που κρατούσε παλλόταν από το ανεξέλεγκτο τρέμουλο του χεριού του.

Ο Αριστόδημος, κρατώντας τα δυο ακόντια  από τη μέση του στελέχους τους, επιτέθηκε δίχως έλεος στη  σκέψη του. Κάρφωσε με το δεξί το στήθος του Πέρση που έτρεμε σύγκορμος, ενώ με το αριστερό χτύπησε στο πρόσωπο τον διπλανό του. Ταυτόχρονα, εκτελώντας περιστροφική κίνηση, τράβηξε το δεξί ακόντιο από το στήθος του αντιπάλου του και χτύπησε στα πλευρά τον τρίτο Πέρση που βρισκόταν στα αριστερά του και με το ακόντιο που κρατούσε στο αριστερό χέρι τρύπησε τον λαιμό του τέταρτου Πέρση. Την επόμενη στιγμή αποτελείωσε τους τραυματίες και έτρεξε μέχρι την άλλη πλευρά της γέφυρας, εκεί όπου βρίσκονταν καρφωμένοι στο έδαφος οι δαυλοί.

Έριξε μια ματιά στο ιππικό που είχε πλησιάσει σε απόσταση βολής τόξου και, χωρίς να βιάζεται, γύρισε την πλάτη και περπάτησε μέχρι τη μέση της γέφυρας. Τα ουρλιαχτά των ιππέων ράπισαν τα αυτιά του αλλά, δίχως να νοιώσει δέος, ούτε και φόβο, έριξε τους δαυλούς πάνω στη γέφυρα και περπάτησε ατάραχος προς την αντίθετη κατεύθυνση.

Είχε  ήδη σκοτεινιάσει. Στον ανοιξιάτικο  νυχτερινό ουρανό εμφανίστηκαν τα πρώτα  άστρα και η μορφή του, καθώς  βάδιζε πάνω στη γέφυρα προς την  όχθη, φαινόταν καθαρά μέσα από τις φλόγες στα μάτια των αναβατών. Μάτια που γυάλιζαν από το μίσος, αλλά και από το δέος.

Οι  περισσότεροι ιππείς, βλέποντας τη γέφυρα να καίγεται, σταμάτησαν τα άλογά  τους. Μερικοί προσπάθησαν να τον  πετύχουν με τα τόξα τους και μονάχα ένας κάλπασε μέσα στις φλόγες για να τον προφτάσει.

Η κατάσταση είχε ξεφύγει από τον  έλεγχό του και γνώριζε ότι  αυτήν τη φορά ο Μαρδόνιος δεν  θα τον αντιμετώπιζε με μεγαλοψυχία. Δεν ήταν όμως ο φόβος της τιμωρίας από τον Μαρδόνιο που ώθησε  τον Αριάσπη να ριχτεί στις φλόγες και στη γέφυρα που τσάκιζε η φωτιά. Όχι, ήταν η καταρρακωμένη τιμή του από εκείνον τον «δαίμονα», που δίχως να νοιώθει κανέναν φόβο κατέστρεφε για δεύτερη φορά τη γέφυρα. Η καταγωγή του στρατηγού, τα ανδραγαθήματα των προγόνων του απέναντι στους βάρβαρους λαούς της Ασίας, ήταν αυτά που τον ώθησαν να σφίξει τα χαλινάρια και να οδηγήσει το φοβισμένο του άλογο πάνω στη γέφυρα που διαλυόταν.

Το  άλογο χλιμίντρισε φοβισμένο  από τις φλόγες, έκανε κάποια υποχωρητικά  βήματα, φανερώνοντας τη δυσθυμία του, ωστόσο υπάκουσε στα μανιασμένα χτυπήματα του αναβάτη του και τριπόδισε μέχρι τη μέση της γέφυρας. Εκεί όμως σταμάτησε. Το ένστικτο της επιβίωσης ήταν ισχυρότερο από τα ραπίσματα του μαστίγιου.

Ο Αριάσπης, βλέποντας ότι το άλογό  του δεν προχωρούσε, πήδηξε από την πλάτη του και έτρεξε προς τη στεριά. Δεν μπορούσε να πράξει διαφορετικά. Είτε έπρεπε να σκοτώσει τον Έλληνα είτε να σκοτωθεί προσπαθώντας. Η ντροπή τού να καταστραφεί η γέφυρα και αυτός να παραμείνει ζωντανός θα ακολουθούσε τους απογόνους του και θα αμαύρωνε το δοξασμένο όνομα των προγόνων του. Έτσι, χωρίς άλλη επιλογή, χώθηκε στους καπνούς και τις φλόγες. Η φωτιά καψάλισε τις τρίχες των χεριών του και η υφασμάτινη σκελέα του κάηκε, αλλά δεν σταμάτησε. Πήδηξε στα νερά του ποταμού και απ’ εκεί, βγαίνοντας στην όχθη, όρμησε ουρλιάζοντας προς τον Έλληνα.

Ο Αριστόδημος κοίταξε τον θαρραλέο Πέρση ιππέα που του επιτέθηκε  και χαμογέλασε. Όλον αυτόν τον  καιρό δεν είχε συναντήσει κάποιον  Ασιάτη με πραγματικό θάρρος, τέτοιο τουλάχιστον  που να μπορεί να εξυμνηθεί από κάποιον ποιητή. Οι περισσότεροι είχαν μια υποτυπώδη αίσθηση θάρρους, η οποία όμως δεν ήταν έμφυτη αλλά προερχόταν από την ψευδαίσθηση της αριθμητικής τους υπεροχής. Ούτε αντιμετώπισε κάποιον ικανό πολεμιστή, κάποιον δεξιοτέχνη του δόρατος ή του σπαθιού. Όλοι τους, οι περισσότεροι, δεν ήταν άλλο παρά στρατολογημένοι αγρότες και τεχνίτες, που η ικανότητά τους στα όπλα δεν έφτανε καν αυτήν των ειλώτων…

Ο Αριάσπης πλησίασε τον αντίπαλό του  και σταμάτησε. Κοίταξε τα μάτια, το πρόσωπο, γενικώς τη θωριά του αντιπάλου του, και πήρε μια βαθιά ανάσα. Ο άνδρας απέναντί του δεν ήταν ένας απλός Έλληνας, όπως αυτοί που είχε γνωρίσει τον τελευταίο καιρό στα γύρω χωριά και στο στρατόπεδο, όσοι δηλαδή έρχονταν για να δηλώσουν ότι ήταν φίλοι με τους Πέρσες και προσκυνούσαν άτεχνα μπροστά στα πόδια του. Φυσικά δεν ήταν ούτε δαίμονας, όπως του τον είχαν περιγράψει οι κατατρομαγμένοι άνδρες του. Αυτό που τον χαρακτήριζε, που εξέπεμπε και έκανε τα γόνατα των αντιπάλων να λύνονται, ακόμα και τα δικά του, στο χρονικό διάστημα που τον ζύγιζε νοερά, ήταν ότι δεν ένοιωθε φόβο. Κοιτούσε κατάματα τον αντίπαλο και η ηρεμία του έμοιαζε υπερφυσική, ήταν παραπλήσια των αγαλμάτων και των απεικονισμένων σε ζωγραφιές ηρώων.

Ο στρατηγός έσφιξε τη λαβή του σπαθιού  του με τέτοιο τρόπο σαν να ήθελε να νοιώσει το ξένο υλικό φύση του ίδιου του σώματός του. Επιτέθηκε χτυπώντας δεξιόστροφα στο ύψος των πλευρών.

Ο Αριστόδημος απέκρουσε το πρώτο  χτύπημα δίχως δυσκολία. Το χέρι του αντιπάλου ήταν βαρύ και σταθερό, αλλά όχι τόσο όσο να λυγίσει το δικό του. Απέκρουσε άλλες τρεις σπαθιές, καίριες και μεθοδικές, που δεν είχαν σκοπό να τον πετύχουν αλλά να τον στρέψουν σε θέση άμυνας. Χαμογέλασε. Ο Πέρσης απέναντί του, που από τη στολή του φαινόταν ότι ήταν κάποιος υψηλόβαθμος πολεμιστής ή κάποιος ευγενής, ο οποίος γνώριζε την τέχνη της ξιφασκίας, ήθελε να τον καταβάλει με απανωτά αστραπιαία χτυπήματα και να αδράξει τη μοναδική ευκαιρία που ίσως του προσφερόταν, το ένα του λάθος, ώστε να το εκμεταλλευτεί και να τον σκοτώσει.

Με  την άκρη του ματιού του είδε κάποιους Πέρσες να βουτάνε στον ποταμό και να πλησιάζουν. Έβλεπαν τον αξιωματικό τους να μάχεται και ήθελαν να τον βοηθήσουν.

Ο Αριστόδημος άφησε τον Πέρση  να συνεχίσει την τακτική του. Απέκρουσε άλλα δυο χτυπήματα  διατηρώντας αμυντική στάση. Στο  τρίτο όμως, τα μάτια του Ασιάτη άστραψαν από την έκπληξη. Ο Σπαρτιάτης απέκρουσε το χτύπημα και ταυτόχρονα, προβάλλοντας το σώμα του μπροστά με σύγχρονη κίνηση του χεριού του, έχωσε το σπαθί στο στήθος του αντιπάλου του.

Ο Αριάσπης ένοιωσε τη σάρκα του  να τέμνεται και τα κόκαλα του στήθους του να σπάνε καθώς το μέταλλο διαπέρασε το σώμα του. Τουλάχιστον είχε προσπαθήσει, ήταν η τελευταία του σκέψη πριν πέσει άψυχος στα βότσαλα της όχθης.

Ο Αριστόδημος σήκωσε από το έδαφος το σπαθί του Πέρση και το πέταξε επιδεικτικά προς το μέρος των Ασιατών που είχαν κοκαλώσει μέσα στο ποτάμι. Δίχως να τους υπολογίζει, γύρισε την πλάτη και κατευθύνθηκε στο δένδρο όπου βρισκόταν το πτώμα του Φύσωνα. Σήκωσε τον νεκρό και τον έριξε στην πλάτη του. Με αργά βήματα προχώρησε προς το δάσος. Ήξερε ότι οι Πέρσες δεν θα τον ακολουθούσαν μέσα στο σκοτάδι, θα έπαιρναν τον νεκρό αξιωματικό τους και θα γυρνούσαν στην ασφάλεια του στρατοπέδου τους.

Το  σκοτάδι, οι θάμνοι και τα δένδρα κάλυψαν  την πορεία του. Οι φωνές των Περσών και τα χλιμιντρίσματα των αλόγων τους χάθηκαν από την απόσταση που τους χώρισε. Πράγματι, οι Ασιάτες δεν τον ακολούθησαν αλλά στάθηκαν να περισυλλέξουν τους νεκρούς τους και ειδικά το σώμα του στρατηγού τους.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ