Μενέλαος Λουντέμης – Μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα

loudemis menelaos
Ο Μενέλαος Λουντέμης (πραγματικό ονοματεπώνυμο Δημήτριος Βαλασιάδης) (Αγία Κυριακή Αιγιαλού 14 Ιανουαρίου 1912 – Αθήνα 22 Ιανουαρίου 1977) ήταν Έλληνας συγγραφέας και ποιητής. Πολυγραφότατος και πολυδιαβασμένος λογοτέχνης, ο επονομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας. Η «πένα» του έχει αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό.

Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ-σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70.
Γεννήθηκε το 1906 ή κατ’ άλλους το 1912 στο χωριό Αγία Κυριακή της Μικράς Ασίας και το πραγματικό του όνομα ήταν Δημήτριος Μπαλάσογλου ή Βαλασιάδης. Μετά τη μικρασιατική καταστροφή, η οικογένειά του περιπλανήθηκε αρκετά, μέχρι να εγκατασταθεί το 1923 στο χωριό Εξαπλάτανος της Έδεσσας.
Καύχημα του Εξαπλατάνου είναι ο λογοτέχνης Μενέλαος Λουντέμης, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Δημήτρη Βαλασιάδη, παρμένο από το όνομα του ποταμού Λουδία (Ludias).
Η οικογένειά του ήταν εύπορη, αλλά ξέπεσε απότομα σε κατάσταση έσχατης φτώχειας. Ήταν το μοναδικό αγόρι της οικογένειάς του, η οποία είχε συνολικά πέντε παιδιά, τέσσερα κορίτσια και ένα αγόρι, το Δημήτρη. Γονείς του ήταν ο Γρηγόρης Μπαλάσογλου (που στον Εξαπλάτανο έγινε Βαλασιάδης) και η Δόμνα Τσουφλίδη.
Πολύ μικρός γνώρισε το δράμα της προσφυγιάς. Ξεριζωμένος από τη μικρασιατική πατρίδα εγκαταστάθηκε με τους δικούς του στον Εξαπλάτανο. Στα Δημοτολόγια του Εξαπλατάνου φέρεται γεννημένος το 1911. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στον Εξαπλάτανο. Από το 1925 φοίτησε στο εξατάξιο Γυμνάσιο της Έδεσσας μέχρι το Γενάρη του 1929, που μαθητής της Δ΄ τάξης απεσύρθη, όπως σημειώνεται στο Γενικό Έλεγχο του σχολείου. Μικρός μαθητής, εργαζόταν τα καλοκαίρια στα βλαχοχώρια της άνω Αλμωπίας κάνοντας το δάσκαλο. Για την επιβίωσή του έγινε ακόμη λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, υπάλληλος σε γραφείο και αρχιεργάτης στα τεχνικά έργα του Γαλλικού ποταμού.
loudemis menelaos1
Έφυγε οριστικά από το χωριό του, τον Εξαπλάτανο, το 1932 με μια βαλίτσα γεμάτη χειρόγραφα, ποιήματα, διηγήματα, μυθιστορήματα, θεατρικά έργα. Ήταν το ξεκίνημα του ανηφορικού δρόμου για την κατάκτηση της δόξας. Πήγε πρώτα στην Κοζάνη, όπου έμεινε σε οικοτροφείο. Μετά, ακολουθώντας έναν λαϊκό θίασο βρέθηκε στο Βόλο. Εκεί δούλεψε κοντά σ’ ένα δικηγόρο για δύο χρόνια (1937-38), στη γραφομηχανή του οποίου έγραψε το πρώτο του μυθιστόρημα.
Στην Αθήνα, γνωστός πια στον λογοτεχνικό κόσμο, έγινε φίλος του καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής Νικόλαου Βέη, με τη μεσολάβηση του οποίου παρακολούθησε ως ακροατής όλα τα μαθήματα της Φιλοσοφικής Αθηνών. Καθώς είχε αποβληθεί από όλα τα Γυμνάσια της χώρας, δεν είχε τα τυπικά χαρτιά για κανονική εγγραφή και φοίτηση.
Σωματικά ο Λουντέμης ήταν αδύναμος, ελαφρά κουτσός (μια πληγή δεμένη σε γύψο, που άργησε να βγει, άφησε ατροφικό το ένα του πόδι) με ωραίο πρόσωπο. Είχε όμως προμηθεϊκή σπίθα στην ψυχή του, που τη φλόγιζε απύθμενη φιλοδοξία. Έλεγε και ξανάλεγε στους δικούς του: «Εγώ θα γίνω συγγραφέας, θα δοξαστώ στην Ελλάδα!».
Αποτελεί μοναδικό φαινόμενο αυτοδίδακτου και αυτοδημιούργητου συγγραφέα στα γράμματά μας. Προικισμένος με γνήσιο πολύπλευρο ταλέντο και μεγάλη ακαταμάχητη θέληση κατόρθωσε όσο κανείς άλλος να κατανικήσει τα εμπόδια και τα χτυπήματα της αχάρητης ζωής του. Δούλεψε κάτω από συνθήκες που μόνο ένα δυνατό ταλέντο σαν το δικό του θα μπορούσε να αντιμετωπίσει, χωρίς να καμφθεί. Γνώρισε διώξεις, εξορίες, ζωή παρανομίας από σπίτι σε σπίτι, αρρώστιες, δίκη για εσχάτη προδοσία, καταδίκη σε θάνατο και δεκαοχτώ χρόνια αναγκαστικής εξορίας στη Ρουμανία, όπου νοσταλγούσε πάντα την πατρίδα, «ένα ελληνικό καφεδάκι…μια ρετσίνα….».
Μέσα στα σαράντα περίπου χρόνια της συγγραφικής του δραστηριότητας ο Λουντέμης έδωσε έργο τεράστιο σε ποσότητα και ποιότητα. Τα πρώτα του έργα τα έγραψε στον Εξαπλάτανο το 1927 και 1928 και τα υπέγραφε με το πραγματικό του όνομα, Τάκης Βαλασιάδης. Πρόκειται για συλλογές ποιημάτων που δημοσιεύτηκαν στην εφημερίδα της Έδεσσας Αγροτική Ιδέα. Χρησιμοποίησε το ψευδώνυμό του για πρώτη φορά το 1934 στο διήγημα «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Ορισμένα δείγματα του τεράστιου έργου του είναι: «Τα πλοία δεν άραξαν» 1943, «Γλυκοχάραμα» 1944, «Αυτοί που φέρανε την καταχνιά» 1946, «Συννεφιάζει» 1947, «Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος» 1956.
Στην κατοχή οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε γραμματέας της οργάνωσης διανοουμένων. Κατά τον εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα αριστερά του φρονήματα, δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο, ποινή που δεν εκτελέστηκε ποτέ. Αντ’ αυτού, εξορίζεται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Μακρόνησο και στον Άη Στράτη, μαζί με το Θεοδωράκη και τον Ρίτσο.
Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» αναφέρονται «….προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας….». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».
Επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες έσπευσαν να τον υπερασπιστούν (Άγις Θέρος, Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Βάρναλης, Στράτης Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς), υποστηρίζοντας ότι το βιβλίο του «είναι ένα εξαιρετικό έργο, γεμάτο αγάπη για τον άνθρωπο και πίστη στην πορεία του προς το μέλλον».
Απολογούμενος, ο Λουντέμης δέχτηκε παρέμβαση του προέδρου, ο οποίος του είπε πως «αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα ‘πρεπε να ‘χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ». Και η απάντηση του Λουντέμη: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάνω πάλι τέσσερα εγώ».
Χαρακτηριστική για το μαχητή συγγραφέα και το έργο του είναι η κατάθεση του λογοτέχνη Στρατή Δούκα στη δίκη του Λουντέμη το 1956:
«Ο Λουντέμης, κύριοι, δεν ήταν από κείνους τους συγγραφείς που συμβουλεύουν από απόσταση ασφαλείας τους άλλους. Δεν είναι από κείνους που ετοιμάζουν και δείχνουν τους στίβους. Είναι συγγραφέας μαχητής που δεν αρκέστηκε, όταν η πατρίδα μας στέναζε κάτω από το φασιστικό ζυγό,να μας δείξει τα “μαρμαρένια αλώνια”,αλλά καβάλησε ο ίδιος το άτι του και μπήκε στη μάχη, για να μας δείξει πώς παλεύουν τα παλικάρια… Το έργο του μύριζε πάντα μπαρούτη. Kανονιοβολούσε τους εκμεταλλευτές του λαού και υπεράσπιζε τους φτωχούς και τους κατατρεγμένους. Πάντα τάχτηκε με το μέρος των αδικημένων και των αβόλευτων. Είναι ένας συγγραφέας καθαρά λαϊκός. Μπήκε στις φτωχογειτονιές και στους τόπους δουλειάς, συναντήθηκε με τους ανθρώπους του μόχθου, ζυμώθηκε μ’αυτούς και έγραψε με πολλή αγάπη για κείνους που δημιουργούν τα πάντα σ’αυτόν τον κόσμο, μα που δε χόρτασαν ποτέ ούτε το ψωμί».
Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας των βιβλίων του, το κλίμα είναι βαρύ για τον Λουντέμη. Εκπατρίζεται στο Βουκουρέστι και χάνει την ελληνική ιθαγένεια από τη δικτατορία του Παπαδόπουλου. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, αλλά νοσταλγεί πάντα την πατρίδα, «ένα ελληνικό καφεδάκι…μιά ρετσίαν..», έγραφε σ’ ένα φίλο του. Μετά την μεταπολίτευση ανακτά την ελληνική ιθαγένεια και επιστρέφει στην Ελλάδα το 1976. Δεν πρόλαβε να χαρεί για την επάνοδό του και στις 22 Ιανουαρίου 1977 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και ενταφιάζεται στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.
Υπήρξε καρδιακός φίλος του Άγγελου Σικελιανού, του Κώστα Βάρναλη και του Μιλτιάδη Μαλακάση. Τιμήθηκε με το μέγα κρατικό βραβείο πεζογραφίας το 1938 και με τη Χρυσή Δάφνη Πανευρώπης στο Παρίσι το 1951. Στο Βουκουρέστι, όπου έζησε εξόριστος, τιμήθηκε με την ανέγερση Λουντέμιου Μέγαρου.
Ο θάνατος του συγγραφέα ήταν ξαφνικός και γρήγορος. Πέθανε από καρδιακή προσβολή στις 22 Γενάρη 1977, μόλις ένα χρόνο από την επάνοδό του στην πατρίδα. Ενταφιάστηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Μοναδικό του παιδί είναι η κόρη του Μυρτώ.
Ο Μενέλαος Λουντέμης ανήκει στους Έλληνες λογοτέχνες του μεσοπολέμου που στράφηκαν προς τον κοινωνικό ρεαλισμό. Η ιδιοτυπία του έργου του έγκειται στον «ερασιτεχνικό» τρόπο γραφής, τον οποίο υπηρέτησε εν πλήρει συνειδήσει, καθώς ο ίδιος υποστήριζε πως δε τον ενδιαφέρει η Τέχνη, αλλά η καταγραφή της πραγματικότητας και η κατάδειξη της κοινωνικής ανισότητας. Το έργο του εντάσσεται στο ρεύμα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού (Κνουτ Χάμσουν, Μαξίμ Γκόργκι, Παναΐτ Ιστράτι κ.ά.): ρεαλιστική απεικόνιση τοπίων και προσώπων με έντονη αισθηματολογία, που αγγίζει κάποτε το μελοδραματισμό, βιωματική γραφή, ηθογραφικά και συμβολικά στοιχεία.
Στη λογοτεχνία του Λουντέμη δεσπόζει η τάση του να στρέφεται εξ’ ολοκλήρου γύρω από ένα κεντρικό πρόσωπο – αφηγητή, που ανήκει στους περιθωριακούς τύπους των καταπιεσμένων κοινωνικά στρωμάτων και το οποίο μας δίνει την προσωπική του οπτική της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου του έρωτα και της δυστυχίας του κόσμου. Μέρος της κριτικής (Ζήρας) του καταλογίζει τεχνικές και εκφραστικές ατέλειες, στρατευμένο ύφος που αποβαίνει σε βάρος της οικονομίας της, αφήγησης, αλλά αναγνωρίζει τον λυρικό του οίστρο. Κάποιοι άλλοι θεωρούν το έργο του απολύτως ξεπερασμένο σήμερα, καθώς αναφέρεται σ’ ένα κόσμο που δεν υπάρχει πια.
Ποιήματα του Λουντέμη μελοποίησαν οι αδερφοί Κατσιμίχα («Ερωτικό Κάλεσμα») και ο συνθέτης Σπύρος Σαμοίλης («Οι κερασιές θ’ ανθίσουνε και φέτος») με ερμηνευτή τον Αντώνη Καλογιάννη.
sansimera, lyk-exapl.pel.sch.gr

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ

ΣΧΟΛΙΑΣΕ ΤΟ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ

ΔΗΜΟΦΙΛΗ